Αριστούχος της 3ης Δημοτικού κουρεμένος με την ψιλή. Η φωτογραφία αυτή, μαζί με άλλους αριστεύσαντες διαφόρων δημοτικών της Ελλάδας, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ . Αμ΄πως!!
Οταν ήμασταν παιδιά (το πότε, είναι προσωπικό δεδομένο!) ανάμεσα στα πολλά παιχνίδια μας ήταν να μαζεύουμε «μάρκες» (κουτιά) από τσιγάρα και καπάκια από λεμονάδες που τα κάναμε «τράμπα» μεταξύ μας: Αλλάζαμε όσα είχαμε διπλά και τριπλά, με αυτά που δεν είχαμε αλλά τα είχαν άλλα παιδιά παραπανίσια, κι έτσι, οι συναλλασσόμενοι, βολευόμασταν αμοιβαίως.
Το παραπάνω κείμενο
του Πέτρου Μανταίου στην Ε, με γύρισε και μένα στα παιδικά μου χρόνια (το πότε, είναι και για μένα προσωπικό δεδομένο!) που πράγματι τα καπάκια από τις λεμονάδες και τις πορτοκαλάδες γέμιζαν τις τσέπες μας και στην μνήμη μου εκείνη η εποχή είναι συνυφασμένη με ένα αίσθημα ελευθερίας και την πρώτη απελευθέρωση μου από την γονική επιτήρηση .
Όταν ήρθε η ώρα να πάω στο Δημοτικό επειδή και
οι δύο γονείς μου, γιατροί και οι δύο, ήσαν εργαζόμενοι και με άτακτο ωράριο ,απεφάσισαν να με στείλουν σε ένα ιδιωτικό οπότε ένα σχολικό αυτοκίνητο θα ερχόταν να με παίρνει και να με φέρνει από το σπίτι.
Το σχολείο ήταν σε ένα νεοκλασικό σπίτι στην οδό Ηπείρου, πολύ αυστηρό με μία μέγαιρα διευθύντρια που έπρεπε να της φιλάμε το χέρι όταν κατεβαίναμε την σκάλα φεύγοντας!
Το χειροφίλημα δεν με ενοχλούσε τόσο όσο το ότι μας ανάγκαζε να είμαστε κουρεμένοι με την ψιλή ,έχοντας απλώς ένα μικρό πονπον πάνω από το μέτωπο, εκεί που σήμερα λάμπει η περήφανη φαλάκρα μου!
Εκεί τελείωσα την πρώτη και την τρίτη Δημοτικού πηδώντας την δεύτερη, τα μαθήματα της οποίας τα έκανα το καλοκαίρι , με κάποιο νομικό τερτίπι με την ημερομηνία γέννησης μου.
Ο πατέρας μου που είχε τελειώσει το σχολείο στα 16 και το πανεπιστήμιο στα 21 είχε την αντίληψη ότι αν μπορείς να κερδίσεις χρόνο στα χρόνια της εκπαίδευσης κάντο και δεν πρόκειται να βγεις χαμένος.
Έτσι με έστειλαν αρχικά σχολείο στα 5, που απ΄ ότι θυμάμαι δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά ευτυχώς για μένα και δυστυχώς για όσους νόσησαν, μια επιδημία πολιομυελίτιδας φόβισε τους γονείς μου, με σταμάτησαν από το σχολείο και πήγα κανονικά στα 6 όπου πλέον σαν γνήσιος αθεόφοβος διακρίθηκα πλέον από τότε για την ευφυΐα μου και την μετριοφροσύνη μου!
Στην συνέχεια αρίστευσα και στην 3η τάξη που βρέθηκα πηδώντας την δεύτερη, μιας και σε αυτή την ηλικία δεν μπορούσα να πηδήξω τίποτα άλλο!
Ο θάνατος της μέγαιρας οδήγησε σε κλείσιμο του σχολείου με αποτέλεσμα να βρεθώ από το αυστηρό Χόγκουαρτς στην σχολή Χατζηδάκη στο Γαλάτσι που ήταν μπάτε σκύλοι αλέστε. Εκεί από πρώτος μαθητής που ήμουνα μέχρι τότε απέκτησα σε όλη μου την σχολική σταδιοδρομία τον χαρακτηρισμό που ένας αντιπαθέστατος μεν αλλά καίριος στην παρατήρηση του καθηγητής είπε στον πατέρα μου :είναι της ήσσονος προσπαθείας!
Πράγματι είχε δίκιο γιατί σε όλη μου την σχολική σταδιοδρομία η μόνη μου φιλοδοξία ήταν να μην μείνω μετεξεταστέος, πράγμα που ευτυχώς το πέτυχα, φροντίζοντας επίσης, και στις υπεράριθμες τάξεις της εποχής, να εφαρμόζω και το δόγμα του λάθρα βιώσαι !
Στο σημείο λοιπόν αυτό τελειώνει η σταδιοδρομία μου στην ιδιωτική εκπαίδευση και βρίσκομαι να συνεχίζω πανευτυχής την εκπαίδευση μου στην δημόσια, στο δημοτικό που είναι στα Εξάρχεια.
Λέω δε πανευτυχής γιατί επειδή είχα το ευτύχημα να έχω γονείς με ανοικτό μυαλό που παρ΄ όλον ότι ήμουνα μοναχογιός δεν θεωρούσαν ότι το μονάκριβο βλαστάρι τους έπρεπε να το έχουν στην γυάλα .
Έτσι από 9 χρονών άρχισα να κυκλοφορώ ελεύθερος και μόνος μου στην Αθήνα πηγαίνοντας στο σχολείο μου στα Εξάρχεια από την οδό Πειραιώς που ήταν το σπίτι μου.
Βέβαια , χωρίς να το ξέρω, 2-3 φορές με παρακολούθησε από πίσω ο πατέρας μου και βεβαιώθηκε ότι μπορώ να κυκλοφορώ στο κέντρο της Αθήνας προσέχοντας τα αυτοκίνητα.
Έπίσης είχα υποσχεθεί ότι δεν πρόκειται να καβαλήσω στον επικρουστήρα των πράσινων τραμ Νο 4 Ομόνοια -Ρούφ ,συνήθης τότε τρόπος τζάμπα μεταφοράς των πιτσιρικάδων αλλά και με μερικά θύματα από πτώσεις και συγκρούσεις.
Η ελευθερία αυτή κινήσεων μαζί με το χαρτζιλίκι που μου έδιναν για τα εισιτήρια του τράμ, το οποίο βεβαίως ποτέ δεν έπαιρνα γιατί το περπάτημα και η περιπλάνηση στην πόλη από τότε μου άρεσε, με οδήγησαν στο να γνωρίσω όλους τους δρόμους και τα στενά του κέντρου της Αθήνας όπως και τα καταστήματα που υπήρχαν σε αυτά.
Έτσι ανακάλυψα μια τρύπα που πούλαγε παλιά τεύχη του περιοδικού ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, που δεν έβγαινε πια, το οποίο με οδήγησε σιγά σιγά στον πλούσιο κόσμο της τότε παραφιλολογίας του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ της ΜΑΣΚΑΣ και του ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ.
Ευτυχώς τον ΜΙΚΡΟ ΗΡΩΑ τον χρηματοδοτούσε η γιαγιά μου που αποτελούσε τον δεύτερο φανατικό αναγνώστη του μετά από μένα!
Βέβαια όλη αυτή η παραφιλολογία με την πάροδο των ετών οδήγησε τον μαθητή «της ήσσονος προσπαθείας» να καταβροχθίζει τουλάχιστον ένα εξωσχολικό λογοτεχνικό βιβλίο κάθε 2-3 μέρες από τις βιβλιοθήκες του σπιτιού και των φίλων μου, μέχρι να έρθει η φρικαλέα εποχή που έπρεπε να διαβάσει κανένας για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο.
Τότε πλέον προέκυψε το πρόβλημα δύο επιλογών.
Ή πάω να δουλέψω σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων ενός φίλου του πατέρα μου ,όπως μου έλεγε βάσει των σχολικών μου επιδόσεων, με σαρδόνιο χαμόγελο ο πατέρας μου, ή να στρώσω τον κώλο μου να διαβάσω εκτός από τα εξωσχολικά και όσα βιβλία έπρεπε για τις εισαγωγικές.
Έτσι λοιπόν ο μαθητής που πήγε να πάρει το απολυτήριο μόνος του, γιατί ο πατέρας του δήλωσε ότι αυτός ντρέπεται να πάει να το πάρει λόγω της βαθμολογίας του 12 και 7/11 που είχε , αποφάσισε ότι από εδώ και πέρα δεν μπορεί να συνεχίσει με το λάθρα βιώσαι και την ήσσονα προσπάθεια οπότε αναγκαστικά έστρωσε, τον τότε όχι και τόσο ευτραφή κώλο του, και μπήκε 11ος μεταξύ 2500 υποψηφίων στο Πανεπιστήμιο.
Το κείμενο όμως της αρχής που με οδήγησε σε όλη αυτή την απεραντολογία αναμνήσεων, μου έφερε στην μνήμη μια σχετική εικόνα του αγώνα που κάναμε να αποκτήσομε καπάκια από σπάνιες γκαζόζες που υπήρχαν εκείνη την εποχή από διάφορα μικρά εργαστήρια.
Είχα εντοπίσει ,κάπου προς την Αχαρνών, ένα καταστηματάκι με πάγκο στον δρόμο που πουλούσε αναψυκτικά μιας σπάνιας μάρκας.
Το κακό ήταν ότι τα καπάκια δεν τα πέταγε όπως οι περισσότεροι τότε στο πεζοδρόμιο και τον δρόμο αλλά σε ένα καλάθι πίσω από τον πάγκο.
Με ένα φίλο μου λοιπόν που μοιραζόμαστε την συλλογή με τα καπάκια, επειδή ντρεπόμαστε να του πούμε να μας δώσει από το καλάθι που τα πέταγε, αποφασίσαμε συνενώνοντας το χαρτζιλίκι μας, να πάρουμε μια γκαζόζα , την οποία θα την πίναμε μισή μισή, βεβαίως-βεβαίως , οπότε πριν να πετάξει το καπάκι δικαιωματικά πλέον θα του το ζητάγαμε να μας το δώσει!
Η απογοήτευση όμως που νιώσαμε μου έχει μείνει από τότε ανεξίτηλα στην μνήμη!
Μας έδωσε την γκαζόζα αλλά προς μεγάλη μας απελπισία ήταν σε μπουκάλι που είχε βούλωμα από πορσελάνη στηριγμένο με σύρμα κάτω από το στόμιο ,εμφιάλωση αρκετά συνήθη εκείνα τα χρόνια!
Κάπου εκεί έληξε και η συλλογή από καπάκια και άρχισε η συλλογή από χάπα-χούπες ή αλλιώς χαρτάκια με φωτογραφίες ποδοσφαιριστών.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Μαθητής της 5ης Δημοτικού μετά της μητρός σε καλλιτεχνικό φωτογραφείο.