Φαίνεται
ότι ορισμένα κείμενα θέλουν τον χρόνο τους για να αποκτήσουν την θέση τους στην
συλλογική αποδοχή από μεγαλύτερο κοινό από το αρχικό και ευαισθητοποιημένο, από
τον περίγυρο του συγγραφέα, κοινό.
Έτσι
μέσα σε περίπου ένα μήνα έτυχε να διαβάσω σε δύο διαφορετικά κείμενα να
αναπαράγεται η τελευταία παράγραφος από το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου Εις
την οδόν των Φιλελλήνων.
Το κείμενο
αυτό περιλαμβάνεται στην Οκτάνα που κυκλοφόρησε το 1980 και περιλαμβάνει
κείμενα γραμμένα μεταξύ του 1958-1965.
Στο τέλος μπορεί να ακούσει κανείς να το
διαβάζει ο ίδιος από τον δίσκο: O Eμπειρίκος διαβάζει Eμπειρίκο, Διόνυσος 1964.
Εις την
οδόν των Φιλελλήνων
Στον Conrad Russel Rooks*
Στον Conrad Russel Rooks*
Mια
μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα
πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των
Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά.
Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά.
Aίφνης
μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με
μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια
στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο
πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την
σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις
εξηκολούθησε.
Ήτο Iούλιος.
Ήτο Iούλιος.
Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα
από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας
βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς
νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα
στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν,
επάσχιζαν
(όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα
ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας
τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως
εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών
και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί -
ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
του
Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως,
όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της
ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
Το
θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την
γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των
πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς
διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι
σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν
υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη,
και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι
και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και
εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
"Θεέ ! O καύσων αυτός
χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να
γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι,
θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του
θανάτου".
Aνδρέας Εμπειρίκος
Aνδρέας Εμπειρίκος
*Conrad
Rooks (1934-2011) Αμερικανός συγγραφέας, σκηνοθέτης και παραγωγός της ταινίας Siddhartha από την νουβέλα του Hermann Hesse.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου