Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΛΟΥΓΚΡΕΣ, ΠΟΛΑΚΗΣ, ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ ΤΟΥ «ΧΡΥΣΟΥ ΚΟΥΦΕΤΟΥ»




Η συνεστίαση αυτή έλαβε χώρα τις τελευταίες μέρες και συμμετείχαν σε αυτή τα παραπάνω άνθη του κοινοβουλευτικού και καλλιτεχνικού μας βίου.
 Για την ακρίβεια βέβαια η συνεστίαση δημιουργήθηκε στην αχαλίνωτη αλλά γεμάτη σαρκαστικό χιούμορ φαντασία της Ρέας Βιτάλη και η περιγραφή της δημοσιεύτηκε στο Protagon.
Την αναδημοσιεύω ολόκληρη με την προσθήκη μόνο φωτογραφιών και σχετικών βίντεο.   

Συνεστίαση «Χρυσού Κουφέτου»
Τον τρέμω τον έρωτα σε αυτές τις ηλικίες. Να! Εδώ μπροστά στα μάτια μας τα θεάματα. Μεγαλοοικονόμου με τ’ όνομα! Και Κουντουρά επίσης. Άλλος τύπος γυναίκας η κάθε μία, άλλος και ο τύπος δοσίματος. Η πρώτη ξερή, η δεύτερη απόμακρα ξινή. Χθες προέκυψε και Κραουνάκης λιώμα. Η κυρία Μεγαλοοικονόμου. Την πρώτη φορά που έπεσε στην αντίληψή μου ως πολιτική οντότης ήταν όταν μπέρδεψε τα χαρτιά της στο βήμα. Μαντάρα. Ενα έπιανε από εδώ, ένα έβγαζε από κάτω από τα άλλα, τόσο που τα βούρλιζε έλεγα θα βγει στο τέλος κανένα κουνέλι, όπως οι ταχυδακτυλουργοί! Μετά έπιασε το κεφάλι της σαν για συμφορά, έξυσε το ένα ημισφαίριο γιατί της κατέληξε η αγωνία σε φαγούρα «Αχ! Ωχ!» κάτι επιφωνήματα. Αγχώθηκα που την έβλεπα, άλλαξα κανάλι.
Τη δεύτερη φορά μπερδεύτηκε αλλιώς. Πήρε ανάποδα την παροιμία «Πήρε ο κουτσός κατήφορο» και ενήργησε ως «Πήρε η Μεγαλοοικονόμου ανήφορο», τουτέστιν ξεκίνησε ν’ ανεβεί στο βήμα να μιλήσει αλλά παρα-ανέβηκε και εκ λάθους έφτασε στη θέση του Προέδρου. «Πού πάω;» αναρωτήθηκε φωναχτά, έπιασε πάλι το κεφάλι της σαν για συμφορά, ξύθηκε και ξεκίνησε το κατέβασμα. Πού είσαι Φρόιντ! Ακόμα και τα καταλάθος έχουν βάθος. Ήξερε το υποσυνείδητό της ότι εκείνη ήταν για ψηλότερα!


 Απαραίτητη η σημείωση ότι η κυρία Μεγαλοοικονόμου τότε προσκυνούσε ως εικόνισμα τον Βασίλη Λεβέντη της Ένωσης Κεντρώων. Κατά τα τελευταία δε λεγόμενα του τότε αρχηγού της, είχε παρουσιαστεί μπροστά του παρακαλώντας την ένταξή της, με μια εικόνα να!… μετά συγχωρήσεως, για να φωτίσει η χάρη της Παναγίας, όπερ και εγένετο, με διπλό μάλιστα θαύμα! Και το κόμμα εισήλθε στη Βουλή και η Μεγαλοοικονόμου εστέφθη βουλευτής.
Έτσι προέκυψαν τα δυο περιστατικά που προανέφερα… Ακολούθως, όπως εσχάτως ξεμπρόστιασε ο κ. Λεβέντης, ζητούσε επιμόνως να βοηθηθεί η κόρη της, με εξασφάλιση στο Δημόσιο (πού άλλου;) αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατόν και του θύμωσε του Λεβέντη. Πιθανολογώ ότι στο συγκεκριμένο σημείο της ζωής της, της ήρθε ο ντουβρουτζάς: Ο έρωτας για τον Αλέξη. Μπορεί αρχικά να προβάριζε λόγια, πώς να του μιλήσει για το φλέγον θέμα της τακτοποίησης κόρης, πλην… Οχι! Δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν με ξεγελάει εμένα. Είδα την έξαψη της όταν μιλάει για εκείνον. Δεν είναι μια γυναίκα, είναι μια παιδίσκη φουντωμένη, ερωτικά αναστατωμένη, ξεσηκωμένη. Παθιάρα.



 Έβαψε τα μαλλιά της μαύρα του κοράκου, μακιγιαρίστηκε με χρώματα βαθιά του πόθου. Εκείνος, ο Αλέξης, είχε πάρει άλλες διαστάσεις στα μάτια της. Εκείνο το «Αααααα» του, το βαθύ, το λαρυγγικό, που κάνει κάθε πριν μιλήσει, της έκαιγε το μυαλό, την τίναζε στον ύπνο της. Μπορεί απέναντί της να είχε όλο τον κόσμο αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν η Ιουλιέτα και ήταν ο Ρωμαίος. Κι ανάμεσα τους ένα Μακεδονικό ως χαλί, ως σάουντρακ. Με μιας φεύγει από το ένα κόμμα και πετάει στου Αλέξη την αγκαλιά σχεδόν μπαλετικά. Πλέον όλοι κρεμόμασταν από τα χείλη της και εκείνη από του Αλέξη. Την κάλεσαν επί τούτου σε μια εκπομπή, οι κακοί άνθρωποι. Για δευτερόλεπτα κρατήθηκε. Σύντομα, Πυρ ασφάλισε! Τι καταρράχτης λέξεων, αισθημάτων, τι παφλασμός χειλιών. Έφτασε να χτυπάει τα φτερά-χέρια της σαν κότα που την κυνηγάει σκύλος ενώ ανέκραξε: «Ο Αλέξης Τσίπρας είναι λεβεντιά! Όλοι οι άλλοι είναι κουραμπιέδες». Και πέταξε ό,τι είχε και δεν είχε από πάνω της. «Αι στο διάλα» και το μικρόφωνο…


Στην λεωφόρο που έτρεχε κατατρεγμένη έπιασε το μάτι της την Κουντουρά με τον σοφέρ της. Εσχάτως εξίσου ερωτευμένη, άρα αντίπαλος. «Νυφίτσα, υπολογίστρια» της χτύπαγε τα τζάμια. «Σιγανοπαπαδιά! Από ελιγμό σε ελιγμό. Για το δάνειο όλα για όλα! Ενώ εγώ ταμένη….» είπε και σκόρπισε όλη χάμω! Η Κουντουρά έφυγε μέσα στην νύχτα πετώντας της, οι ρόδες τις λάσπες. Και σε εκείνο το σημείο, όπως στις ταινίες της Φίνος Φιλμ που παρεμβάλλονταν τραγούδι και χορευτικό, βγαίνει ο Κραουνάκης και καλεί με ένα νεύμα, νεύμα με νεύμα, ψυχή με ψυχή, τον Πολάκη στην πίστα με το τσιγάρο του στο στόμα.
Εκείνος πλησιάζει αργά αργά, αρχιδοσούρτικα, ρεύεται, ξινίζεται το μούτρο του, μετά του πετάει τη γόπα του με νόημα. «Φφφφσς!» τζιτζιρίζεται όμορφα ο Κραουνάκης. Κι αρχίζει τον χορό. «Αυτό το βουνό!» μετά νταμαρίου «ήρθε και χόρεψε μπροστά στα μάτια μου, ένα από τα ωραιότερα ζεϊμπέκικα που έχω δει στη ζωή μου» πού είσαι Γκλέτσο να τα κάνεις όλα λίμπα! «Αυτό το βουνό, όλοι τόνε θέλετε. Λούγκρες! Τον ψηλό, τον Κρητίκαρο» τερμάτισε το ντέρτι του και ο Σταμάτης.


 «Πες τα Σταμάτη! Μόνο εσύ καταλαβαίνεις!» ακούστηκε η Μεγαλοοικονόμου. Κι αλλάζει ο ρυθμός σε χασαποσέρβικο! Και γεμίζει η πίστα από προσωπικότητες πιασμένες ώμο ώμο, βάστα με να σε βαστώ… Παπαχριστόπουλος, Ζουράρις, Κουίκ, Καμένος… «Δώστε πόνο» φώναζε και η Τασία από το τραπέζι της! ΤΕΛΟΣ επί της οθόνης.


ΥΓ Αφήστε όσα σκουπίδια θέλετε επί της αιθούσης. Υπάρχει χωρητικότης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου