Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ, ΤΗΝ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΥΛΟ -α΄μέρος: Αρχαία Μεσσήνη




Μιας και αυτές τις μέρες είμαστε ακόμα κλεισμένοι στα σπίτια μας, ενώ έξω έχει αρχίσει να οργιάζει η άνοιξη, σκέφτηκα να ξανακάνω από εδώ το τελευταίο ταξίδι που έκανα, πριν τον εγκλεισμό μας, το τριήμερο της καθαρής Δευτέρας.
Με την ομάδα Γαστρονομίας και Πολιτισμού που έχει οργανώσει ο φίλος Τίμος Πετρίδης με την συνεργασία του Cosmorama ξεκινήσαμε το Σάββατο για την Αρχαία Μεσσήνη, ένα μέρος που δεν είχα ξαναεπισκεφτεί και απετέλεσε για μένα μια αποκάλυψη όπως και τα άλλα μέρη που πήγαμε και έχω υπογραμμίσει στον χάρτη.


Η Αρχαία Μεσσήνη είναι  χτισμένη στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου στους πρόποδες του όρους Ιθώμη και ο κυρίως αρχαιολογικός της χώρος  καλύπτει μια έκταση 350-400 στρεμμάτων.
Ο χώρος είχε την σπάνια τύχη να μην έχει καταστραφεί ή να καλυφτεί από μεταγενέστερους οικισμούς.
Οι συστηματικές ανασκαφές του χώρου ξεκίνησαν από την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1895 με τον αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Από το 1986 μέχρι σήμερα έχει  αφιερώσει όλη του τη ζωή στην ανασκαφή της ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, Πέτρος Θέμελης ο οποίος ανάδειξε  τον τόπο σε ένα κορυφαίο αρχαιολογικό πάρκο, βραβευμένο από την Europa Nostra.
Οι ανασκαφές του έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Μεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβούς (155-160 μ.X).
Η πόλη ιδρύθηκε τον χειμώνα του 370 π.Χ.-369 π.Χ. από τον Θηβαίο στρατηγό  Επαμεινώνδα, μετά τη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη μάχη των Λεύκτρων και την εισβολή του στη Λακωνία.
Η Αρχαία Μεσσήνη παρέμεινε το πολιτιστικό κέντρο της Μεσσηνίας μέχρι το 395 π. Χ., όταν η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου υποτίθεται πως έδωσε το αποφασιστικό πλήγμα στην πόλη.



Το τείχος που περιέβαλλε την Αρχαία Μεσσήνη έχει συνολικό μήκος 9 χιλιομέτρων. Προστάτευε την πόλη από όλες τις κατευθύνσεις, εκτός από τα βορειοανατολικά, όπου στεκόταν σαν φυσικό οχυρό η Ιθώμη. Είχε δύο πύλες την Αχαϊκή της φωτογραφίας και της γκραβούρας, και την Λακωνική.




Το πρώτο μνημείο που συναντά κανείς κατηφορίζοντας από το Μουσείο προς τον αρχαιολογικό χώρο είναι το θέατρο
Μέσα στο θέατρο έλαβε χώρα η συνάντηση του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Ε' και του Αράτου του Σικυώνιου το 214 π.Χ.
Από τις πέτρες του θεάτρου, κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, κτίστηκαν σπίτια και μία από τις τρεις Βασιλικές που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το θέατρο.


Το θέατρο είχε τον 2ο αιώνα π.Χ  κινούμενη σκηνή σαν και αυτή που έχει το σχήμα, που τσούλαγε σε ράγες. Το αναστηλωμένο μέρος του χωράει 1500 θεατές.
Ανάμεσα στο Θέατρο και την Αγορά υπάρχει η μεγάλη Κρήνη της αγοράς που είχε το όνομα της Αρσινόης, κόρης του μυθικού βασιλιά της Μεσσηνίας Λεύκιππου και μητέρας του Ασκληπιού.
Στην φωτογραφία η Κρήνη Αρσινόη, στο βάθος η βόρεια στοά της Αγοράς και ψηλά το χωριό Μαυρομάτι.





Δεχόταν νερό από την πηγή Κλεψύδρα. Η Κρήνη περιλαμβάνει μακρόστενη δεξαμενή μήκους 40μ. περίπου, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση μπροστά από τον τοίχο στήριξης της  και άλλες δύο μικρότερες. Μεταξύ δεξαμενής και του τοίχου υπήρχε αβαθής στοά από ιωνικούς ημικίονες. 
Η Κρήνη μαζί με τα υπόλοιπα οικοδομήματα  της πόλης, εγκαταλείφτηκαν περί το 360-370 μ.Χ. Μέρος της Κρήνης παρέμεινε όρθιο και χρησιμοποιήθηκε κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο και  στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα μ.Χ κτίστηκε υδρόμυλος μπροστά από την Κρήνη.




Μπροστά στο θέατρο, όπως φαίνεται στην φωτογραφία (δεξιά κάτω η Κρήνη Αρσινόη)  βρίσκεται μια πρωτοβυζαντινή βασιλική που λειτουργούσε μέχρι τον 14ο αιώνα. Είναι κτισμένη επάνω από ελληνιστικό ναό τα θεμέλια του οποίου φαίνονται στην φωτογραφία.
Αμέσως στα ανατολικά της κρήνης αρχίζουν τα όρια της αγοράς της Αρχαίας Μεσσήνης, ένα τεράστιο τετράγωνο 34,5 στρεμμάτων περιβαλλόμενο από στοές.
Στην αγορά αυτή, της οποίας οι ανασκαφικές έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη, διαδραματιζόταν κυρίως ο πολιτικός βίος της αρχαίας πόλης με την ταυτόχρονη λειτουργία της ως εμπορικής αγοράς.





Κατεβαίνοντας στην αγορά βρίσκουμε το Κρεοπωλείο με το περιστύλιο  του και με το χαρακτηριστικό  ανάγλυφο λιοντάρι του, τόπο θυσιών και πωλήσεων κρέατος.
Περπατώντας στην αναστηλωμένη κιονοστοιχία της αγοράς βρισκόμαστε σε λίγο στο Ασκληπιείο.






Το Ασκληπιείο ήταν ο επιφανέστερος χώρος της Αρχαίας Mεσσήνης, κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, που λειτουργούσε παράλληλα με την αγορά.
Περισσότερα από 140 βάθρα για χάλκινους ανδριάντες πολιτικών κυρίως προσώπων και πέντε εξέδρες περιέβαλλαν το δωρικό ναό, τα θεμέλια του οποίου δεσπόζουν στο κέντρο του Ασκληπιείου





Το Εκκλησιαστήριο (Ωδείο) το χρησιμοποιούσαν για λατρευτικές παραστάσεις και συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα και η πρώτη φάση της κατασκευής του χρονολογείται στα τέλη του 3ου αιώνα π. Χ.
Στο βίντεο υπάρχει μια εξαιρετική αναπαράσταση του συμπλέγματος του Ασκληπιείου.



Προχωρώντας προς τα κάτω αποκαλύπτεται σε όλη του την μεγαλοπρέπεια το Στάδιο και το Γυμνάσιο με την εξαιρετική αναστήλωση που έχει υποστεί αν σκεφτεί κανείς πως πριν την ανασκαφή και αποκατάσταση του έρεε επάνω του ένας χείμαρρος!



Το Στάδιο περιλαμβάνει 18 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, που διαχωρίζονται από κλιμακοστάσια και περιβάλλεται από δωρικές στοές.
Στα εγκαίνια της αποκατάστασης 8000 άτομα απόλαυσαν σε αυτό συναυλία με τον Μάριο Φραγκούλη.


Δίπλα είναι η παλαίστρα, τετράγωνο περίστυλο οικοδόμημα δωρικού ρυθμού, πλευράς 23,90 Χ 23,90 μ., με δώδεκα κίονες σε κάθε πλευρά που ορίζουν το αίθριο με την κονίστρα για τα αγωνίσματα της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου.



Αναπόσπαστο στοιχείο του Σταδίου αποτελεί το Ηρώο, που έχει την μορφή πρόστυλου τετρακιόνιου δωρικού ναού. Βρίσκεται στη νότια πλευρά του Σταδίου ήταν ταφικό και αποτελεί ένα είδος Ηρώου – Μαυσωλείου




Το περίεργο αυτό κατασκεύασμα είναι και αυτό ταφικό μνημείο.

Πολλά στοιχεία και μερικές φωτογραφίες, έχουν παρθεί από την ομιλία του καθηγητή Πέτρου Θέμελη με τίτλο Αρχαία Μεσσήνη 1986-2018.


Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Ο ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΚΕΡΝΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΠΙΚΑΣΟ.




Σαν αύριο, πριν 83 χρόνια, στις 26 Απριλίου 1937 βομβαρδίστηκε μια μικρή ανοχύρωτη βασκική πόλη 7000 κατοίκων, η Γκέρνικα.
Ήταν Δευτέρα και βομβαρδίστηκε από τις 4:30 το απόγευμα έως τις 7 το βράδυ ενώ στην πόλη , γινόταν μια μεγάλη λαϊκή αγορά. Οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο και από αγρότες από τα γύρω χωριά που θα πουλούσαν τα ζαρζαβατικά τους. Η επίθεση έγινε σε πέντε επαναλαμβανόμενα κύματα με  τη μορφή του «χαλιού», δηλαδή απλωνόταν  περιμετρικά.
Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στην πλευρά του Φράνκο πολεμούσαν  Γερμανοί εθελοντές οι οποίοι είχαν συγκροτήσει τη «Λεγεώνα Κόνδωρ» και ήσαν όλοι τους έμπειροι αεροπόροι της Λουτβάφε και πιλοτάριζαν τελευταίου τύπου αεροπλάνα. Η Γερμανία τυπικά ήταν ουδέτερη στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά όπως παραδέχτηκε ο Χέρμαν Γκέρινγκ στη Δίκη της Νυρεμβέργης, οι νεαροί πιλότοι είχαν σταλεί με διαταγή του Ράιχ για να εμποδίσουν την εξάπλωση του κομμουνισμού, αλλά και να δοκιμαστούν σε συνθήκες μάχης.
Ο ίδιος ο στρατηγός Φράνκο είχε παρακαλέσει τον Αδόλφο Χίτλερ για το χτύπημα αυτό. 


Επικεφαλής της Λεγεώνας Κόνδωρ ήταν  ο αντισμήναρχος της Luftwaffe, Wolfram von Richthofen, ξάδελφος του  Manfred von Richthofen, του ήρωα των αιθέρων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του  γνωστού ως «κόκκινου βαρόνου».
Ο βομβαρδισμός έγινε με βόμβες υψηλής εκρηκτικότητας των 250 κιλών και με εμπρηστικές βόμβες των 50 κιλών. Το κάθε ένα από τα 24 βομβαρδιστικά  μετέφερε 22 τόνους πυρομαχικά, τα οποία άδειαζε επάνω από την πόλη.
Η επιχείρηση είχε το όνομα «Επίπληξη» και συμμετείχαν και 3 ιταλικά, τα οποία αποτελούσαν τμήμα του ιταλικού εθελοντικού σώματος, που είχε στείλει ο Μουσολίνι  για την υποστήριξη του Φράνκο.
Ισοπεδώθηκε το 70% της κωμόπολης. Οι φωτιές  από τον βομβαρδισμό θα έσβηναν έπειτα από πέντε ημέρες όταν πλέον όλα είχαν καεί. Οι νεκροί έφτασαν τους 1.650. Όλοι άμαχοι. 





Θρασύτατα ο Φράνκο απέδωσε την καταστροφή στους δημοκρατικούς λέγοντας πως «Η Γκερνίκα πυρπολήθηκε εκ προθέσεως από τους κομμουνιστές»
Υπάρχει η εικασία πως οι Γερμανοί υπερέβησαν τις οδηγίες των Ισπανών και εκδήλωσαν την επίθεση με περισσή ένταση, ως αντίποινα για το λιντσάρισμα από τους Δημοκρατικούς, ενός γερμανού πιλότου, το αεροπλάνο του οποίου είχε πέσει κοντά στο Μπιλμπάο, λίγες ημέρες νωρίτερα.
Η Λεγεώνα Κόνδωρ είχε ενεργό συμμετοχή στον πόλεμο που ακολούθησε. Ισοπέδωσε τη Βαρσοβία, βομβάρδισε τα Χανιά, το Ηράκλειο και το Στάλινγκραντ. Εκεί βρήκε τη Νέμεσή της. 
Ο Πικάσο ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι και ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στον εορτασμό της επετείου της Γαλλικής Επανάστασης με ένα μεγάλο έργο του με θέμα τον Μινώταυρο, που θα έμπαινε φόντο στο θεατρικό έργο του Ρομέν Ρολάν «14 Ιουλίου»
Λίγους μήνες μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου τον Νοέμβριο 1936 ο Φράνκο βομβάρδιζε την Μαδρίτη, με κίνδυνο να καταστραφούν τα έργα του Μουσείου Πράντο. Ο Πικάσο θέλοντας να καταδικάσει δημόσια αυτήν την ενέργεια, αποδέχεται την τιμητική θέση του επίτιμου προέδρου του Πράντο και το 1937 δημιουργεί μια σειρά με σκίτσα που γελοιοποιούν τον Φράνκο με τίτλο «το όνειρο και το ψέμα του Φράνκο» με σκοπό να κυκλοφορήσουν ως καρτ ποστάλ.



Η Ισπανική κυβέρνηση του είχε παραγγείλει μια τοιχογραφία για το Ισπανικό Περίπτερο, στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.
Διαβάζοντας στις εφημερίδες για τον βομβαρδισμό και ιδίως το ρεπορτάζ του αυτόπτη δημοσιογράφου  Τζόρτζ Στίρ στους Times και τους New York Times, που αναδημοσιεύτηκε την επομένη  στην LHumanite, αμέσως συνέλαβε στο μυαλό του και άρχισε να ζωγραφίζει την Γκέρνικα στον τεράστιο καμβά της 3,54x7,82μ.
Στην αρχή ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο, το μαύρο και το γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Χρησιμοποίησε επίσης ένα ειδικό ματ υλικό για να αποφύγει οποιαδήποτε λάμψη.
Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από σκίτσα προετοιμασίας του Πικάσο με διαφορετικές θέσεις στον πίνακα στις διάφορες φιγούρες.



Στην Γκέρνικα δεν απεικόνισε αεροπλάνα, βόμβες ή ερείπια, αλλά μαζί με τα δύο ισπανικά σύμβολα, το άλογο και τον ταύρο απεικόνισε τον ανθρώπινο πόνο με γυναίκες που ουρλιάζουν, μια μάνα με το  νεκρό παιδί της, και ένα νεκρό και διαμελισμένο στρατιώτη κάτω από το άλογο με σπασμένο σπαθί στο χέρι από το οποίο φυτρώνει ένα λουλούδι. Οι γλώσσες του αλόγου, του ταύρου και της γυναίκας έχουν αντικατασταθεί από μαχαίρια.


Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και συγκέντρωσε το γενικό ενδιαφέρον με θετικά αλλά και αρνητικά σχόλια.. Στη συνέχεια, περιόδευσε σε μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για την προάσπιση της Δημοκρατίας στην Ισπανία. Τελικά κατέληξε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ).
Στη διάρκεια της κατοχής ο Γερμανὸς πρέσβης στο Παρίσι, Όττο Άμπετζ επισκέφτηκε  τον Πικάσο στο εργαστήρι του όπου είδε την φωτογραφία του πίνακα, Εσείς το κάνατε αυτό, ρώτησε το ζωγράφο. Και εκείνος του απάντησε χωρίς περιστροφές: «Όχι, εσείς!».
Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα στην Ισπανία, μόλις αποκατασταθεί η Δημοκρατία, απαντώντας στον Φράνκο:
«Μου ζητάς να επιτρέψω να εκτεθεί στην Ισπανία ο πίνακάς μου. Μου ζητάς να δώσω εντολή στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης να στείλουν την “Γκέρνικα” εκεί. Φυσικά και θα τη δώσω. Φυσικά και ο πίνακας θα επιστρέψει στην Ισπανία όπου ανήκει. Όταν όμως εσύ θα είσαι νεκρός και θα μας έχεις απαλλάξει από την άθλια ύπαρξή σου.  Πάμπλο Πικάσο».
Το 1973 πέθανε ο Πικάσο και το 1975 ο Φράνκο.
Το 1981 η «Γκέρνικα» επέστρεψε στην Ισπανία  και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης. Από το 1992 βρίσκεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Βασίλισσα Σοφία της Μαδρίτης.



Στην 60η επέτειο του βομβαρδισμού της Γκέρνικα το 1997, ο γερμανός πρόεδρος Ρόμαν Χέρτζοχ, με επιστολή τους προς του επιζώντες, τους «έτεινε χείρα φιλίας και συμφιλίωσης, εξ ονόματος του γερμανικού λαού». Το 1998 η γερμανική Βουλή με απόφασή της αφαίρεσε όλα τα ονόματα των μελών της Λεγεώνας Κόνδωρ, που είχαν δοθεί σε γερμανικά στρατόπεδα.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΟ -ΑΤΕΛΙΕ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ- ΤΟΥ ΚΟΥΡΜΠΕ




Πριν από 5 χρόνια είχα γράψει για ένα κλασσικό πίνακα  του άγγλου ζωγράφου Holbein του νεώτερου  (ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΥΤΕΣ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΕΡΓΟ ΤΟΥ HOLBEIN) και τους διάφορους συμβολισμούς που περιέχει και οι οποίοι δεν είναι εύκολα αντιληπτοί από τον ανύποπτο θεατή του.


Το ίδιο συμβαίνει και με το έργο του Gustave Courbet που έχει τον μακροσκελή τίτλο: το Ατελιέ  του ζωγράφου. Μια πραγματική αλληγορία που συνοψίζει επτά χρόνια της καλλιτεχνικής και ηθικής ζωής μου.
Το τεράστιο αυτό έργο του 1855, διαστάσεων 361 × 598 cm βρίσκεται στο Μουσείο d'Orsay.
Στον πίνακα αυτόν ο Courbet ήθελε να απεικονίσει αλληγορικά τις διάφορες επιδράσεις που είχε στην καλλιτεχνική ζωή του.
Στο κέντρο του πίνακα έχει τον εαυτό του να ζωγραφίζει ένα τοπίο. Μέχρι σήμερα, πολύ λίγοι ζωγράφοι τοποθετούν τον εαυτό τους στο επίκεντρο της δουλειάς τους. Το τοπίο που ζωγραφίζει είναι η κοιλάδα του ποταμού Loue. Αυτή η κοιλάδα βρίσκεται στην περιφέρεια Franche-Comté της Γαλλίας και είναι ένα αφιέρωμα στην πατρίδα του Courbet την Ornans. Η αλληγορική  αυτή απεικόνιση ενός γνήσια επαρχιακού τοπίου είναι σαφής πρόκληση στην κοινωνία των θεατών και συλλεκτών στην καρδιά του Παρισιού.


Ο Julien Vallou de Villeneuve (1795 -1866) ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την φωτογράφηση γυμνών μοντέλων. Από φωτογραφία του φίλου του Vallou φαίνεται ότι εμπνεύστηκε ο Courbet την γυμνή γυναίκα πίσω του που τον παρακολουθεί και φαίνεται ότι συμβολίζει την Ακαδημαϊκή τέχνη που εμπνεόταν από την Γαλλική Ακαδημία Καλών Τεχνών ή συμβολίζει την Μούσα του ζωγράφου για ρεαλισμό.
Στα πόδια του Courbet είναι μια λευκή γάτα. Μπροστά από τον καμβά, ένας μικρός ξυπόλυτος βοσκός με ανακατεμένα  μαλλιά κοιτάει τον καμβά. Είναι το σύμβολο της αθωότητας, της ελευθερίας και της ζωής.


Στην δεξιά μεριά του πίνακα απεικονίζονται φίλοι του και πρόσωπα της παρισινής ελίτ. Μεταξύ αυτών ο Alfred Bruyas φίλος του και συλλέκτης, καθισμένος στο σκαμνί, ο Champfleury κριτικός τέχνης και συγγραφέας από τους πρώτους που ανέδειξαν το έργο του Courbet το 1848, με τα γυαλιά ο Pierre-Josep Proudhon, πολιτικός και ιδρυτής του μουτουαλισμού (αμοιβαιότητα) και από τους πρώτους θεωρητικούς του αναρχισμού και ο ποιητής Charles Pierre Baudelaire.


Αριστερά της πόρτας φάνηκε, μετά από 50 χρόνια, η Jeanne Duval, η ερωμένη του Baudelaire, που είχε αποκρυφτεί μετά από αίτημα του ιδίου.
Μπροστά από τον Baudelaire ένα αστικό ζευγάρι στο οποίο ορισμένοι αναγνωρίζουν το ζευγάρι Sabatier, συλλέκτες του Μονπελιέ και από τους αγωνιστές του ουτοπικού σοσιαλισμού. Στα πόδια τους, το παιδί τους που διαβάζει, συμβολίζει την  νηφάλια παιδική ηλικία. Στη μέση της ομάδας ένα ζευγάρι που φιλιέται αντιπροσωπεύσει την ελεύθερη αγάπη.Στο βάθος είναι οι παιδικοί του φίλοι Alphonse Promayet μουσικός, ο ποιητής Max Buchon και ο Urbain Cuenot.


Ο Courbet ζωγράφισε τον πίνακα στην πατρίδα του Ornans και τα διάφορα πρόσωπα τα ζωγράφισε από προηγούμενους πίνακες που τους είχε κάνει ή από φωτογραφίες τους. Ο Baudelaire που διαβάζει στην άκρη δεξιά του πίνακα είναι σχεδόν πλήρης αντιγραφή του πίνακα που του είχε κάνει το 1847.
Στην αριστερή πλευρά του πίνακα, απεικόνισε όπως έγραψε στον  Champfleury «τον άλλο κόσμο της ασήμαντης ζωής, του λαού, της μιζέριας, της φτώχειας, του πλούτου, των εκμεταλλευόμενων και των εκμεταλλευτών, οι άνθρωποι που ζουν από το θάνατο»
 Τις μορφές του Εβραίου και του Ιρλανδού τις είχε δει  ο Courbet σε ένα ταξίδι του  στο Λονδίνο το 1848, και τις είχε περιγράψει σε μια επιστολή του που είχε γράψει  στον Champfleury.
Η γαλλίδα  ιστορικός τέχνης Hélène Toussaint αναγνωρίζει  στον Εβραίο με το   τουρμπάνι τον Υπουργό Οικονομικών Achille Fould , στον καπετάνιο τον Lajos Kossuth κυβερνήτη της  Ουγγαρίας, στον ιερομόναχο τον καθολικό δημοσιογράφο  Louis Veuillot, , στον ιεροκήρυκα που φορά μια λευκή μπλούζα και ένα καστανό κασκόλ τον στρατηγό Γκαριμπαλντί, στον παλιατζή που προσφέρει ένα παλιό χαλί και κουρέλια τον Victor de Persigny, υπουργό Εσωτερικών του Ναπολέοντα ΙΙΙ,  ενώ ένας κτηνοτρόφος είναι εκπρόσωπος του αγροτικού κόσμου και ένας εργαζόμενος είναι εκπρόσωπος του εργατικού κόσμου και  ίσως συμβολίζουν τα έθνη που βρίσκονταν σε επαναστατικό αγώνα για την ανεξαρτησία τους (Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία), στον εργολάβο τον Émile de Girardin, ιδρυτή λαϊκών αγωνιστικών εφημερίδων. Επίσης  υπάρχει ένας Κινέζος, ένας φτωχός γέρος παλιός δημοκράτης από το 1793 με την μορφή του επιστήμονα και  πολιτικού Lazare Carnot και τελικά ένα κυνηγός που μοιάζει με τον Ναπολέοντα ΙΙΙ. Οι ακτινογραφίες δείχνουν ότι ο κυνηγός έχει ζωγραφιστεί αργότερα, αλλά ο ρόλος του στον πίνακα είναι σημαντικός: πρόκειται για αλληγορία του τότε γάλλου αυτοκράτορα Ναπολέοντα ΙΙΙ, που αναγνωρίστηκε από τα περίφημα κυνηγόσκυλα του και το μουστάκι με το γένι του. Με το να τον τοποθετεί στα αριστερά, ο Courbet δηλώνει δημοσίως την περιφρόνησή του για τον αυτοκράτορα και τον απεικονίζει ως εγκληματία, υποδηλώνοντας ότι η «ιδιοκτησία» του στη Γαλλία είναι παράνομη.
Πίσω από τον πίνακα υπάρχει σαν εσταυρωμένος ή σαν Άγιος Σεβαστιανός μια κούκλα-μανεκέν που σύμφωνα με ιστορικούς τέχνης συμβολίζει τον θάνατο της τέχνης στην Βασιλική Ακαδημία Τέχνης της Γαλλίας.
Το ίδιο συμβολίζει και το κρανίο που βρίσκεται πάνω στην εφημερίδα Journal des débats σαν απάντηση στις εναντίον του επιθέσεις από αυτήν.
Καθισμένη στο πάτωμα είναι μια πόρνη.
Το σύμπλεγμα των αντικειμένων που βρίσκονται στα πόδια  του κυνηγού η κιθάρα, το στιλέτο, το καπέλο με το φτερό, είναι σύμβολα του θανάτου του ρομαντικού κινήματος στην τέχνη, λόγω της αυξανόμενης δημοτικότητας του ρεαλισμού.
Το έργο  δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της εμπλοκής του Courbet με τον ρεαλισμό στην τέχνη στα μέσα του 1800. Λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που ο Courbet είχε να ζωγραφίσει, είχε πολλά αρχικώς σχέδια για το έργο αυτό αλλά αναγκάστηκε τελικά να τα απορρίψει. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι στο φόντο του έργου. Στον πίσω τοίχο του στούντιο της ζωγραφικής, ο Courbet σχεδίαζε να ζωγραφίζει αντίγραφα άλλων έργων του. Έπεσε έξω χρονικά για να τα ζωγραφίσει στο σύνολό τους, οπότε τα κάλυψε με ένα κόκκινο-καφέ χρώμα προετοιμασίας, αφήνοντας τα μερικώς τελειωμένα έργα ζωγραφικής ακόμα σχετικά ορατά.



Το 1855 έγινε στο Παρίσι η Παγκόσμια Έκθεση στην οποία έγιναν δεκτά 11 έργα του Courbet αλλά όχι το Ατελιέ του ζωγράφου που το προόριζε για αυτήν την έκθεση.
Για τον λόγο αυτό ο Courbet, με τη βοήθεια του Alfred Bruyas, άνοιξε τη δική του έκθεση (Pavillon du Réalisme), με 40 έργα του, κοντά στην επίσημη έκθεση. Αυτή ήταν ο πρόδρομος των διαφόρων Salon des Refusés δηλαδή εκθέσεις με έργα που έχουν αποκλειστεί από τις επίσημες εκθέσεις.
Ο Eugène Delacroix ήταν ένας από τους λίγους ζωγράφους που υποστήριξαν το έργο, γιατί οι επικριτές της εποχής ονόμαζαν το έργο "χυδαίο".  Η προσέλευση δυστυχώς του κοινού στην έκθεση του και οι πωλήσεις του ήταν απογοητευτικές, αλλά ο Courbet θεωρήθηκε ως ηγέτης της γαλλικής πρωτοπορίας. Θαυμάστηκε όμως από τον Αμερικανό James Abbott McNeill Whistler και έγινε έμπνευση για τη νεότερη γενιά Γάλλων καλλιτεχνών όπως ο Édouard Manet και οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι.
Ο Courbet δήλωσε ότι το Ατελιέ του Ζωγράφου «αντιπροσωπεύει την κοινωνία στο καλύτερο, το χειρότερο και το μέσο όρο της»
Είχε δε γράψει σε μια επιστολή του: Πάντα έχω ζήσει με ελευθερία : επιτρέψτε μου να τελειώσω τη ζωή μου ελεύθερος. Όταν θα είμαι νεκρός ας ειπωθεί  για μένα: "Δεν ανήκε σε καμία  σχολή, σε καμία εκκλησία, σε κανένα θεσμό, σε καμία ακαδημία, τελικά σε κανένα καθεστώς εκτός από το καθεστώς της ελευθερίας.



Το πιο γνωστό παγκοσμίως έργο του Courbet είναι το L΄origine du monde ,που λόγω του προκλητικού του θέματος εκτέθηκε δημόσια στην Γαλλία μετά την 10ετια του 1990.
Σε σχόλιο μου στο ποστ  Γυναίκες Α TO ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΙΣΧΥΡΟ ΦΥΛΟ γράφω σχετικά για το έργο αυτό και το μοντέλο του ζωγράφου, αν και πρόσφατα υπάρχουν νεώτερα σχετικά με αυτό.