Με την πάροδο των ετών στο συλλογικό υποσυνείδητο, ακόμα και όσων ζούσαμε τότε, τα χρόνια της χούντας έχουν μείνει στην μνήμη μας ως τα χρόνια που η δικτατορία ανέκοψε την πνευματική άνοδο που υπήρχε την 10ετία του 60 με την λογοκρισία που επέβαλε στα πάντα.
Το βιβλίο όμως αυτό καταρρίπτει αυτή την ψευδαίσθηση, με τα εκατοντάδες αποσπάσματα που παραθέτει από διάφορες πηγές και μας φέρνει στην μνήμη ότι σε αυτά τα 4 χρόνια εκδίδονται σπουδαία βιβλία, πολλαπλασιάζονται τα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι, ηχογραφούνται διαχρονικής αξίας δίσκοι, γυρίζονται ρηξικέλευθες ταινίες, ανεβαίνουν πρωτοποριακές θεατρικές παραστάσεις και πραγματοποιούνται εντυπωσιακές εικαστικές εκθέσεις. Έτσι η εκτεταμένη βιβλιογραφία του βιβλίου καταλαμβάνει 18 σελίδες. Σε 44 σελίδες επίσης αναγράφεται η ενδεικτική εργογραφία στην πεζογραφία, στις θεατρικές παραστάσεις, τις ταινίες, τους δίσκους και τις εκθέσεις.
Χάρις στην φοβερή δουλειά που έχουν κάνει οι συγγραφείς του βιβλίου, όταν το διαβάζει κάποιος που έζησε εκείνη την εποχή, δύσκολα το αφήνει από τα χέρια του πριν να ολοκληρώσει το σχετικό κεφάλαιο, καθώς στην μνήμη του επανέρχονται ξεχασμένα γεγονότα από εκείνα τα χρόνια, με όλη την συναισθηματική φόρτιση που του είχαν δημιουργήσει τότε αυτά.
Έχουν γραφτεί αρκετά άρθρα για το βιβλίο, τα περισσότερα εγκωμιαστικά, και μόνο από ορισμένους διατυπώθηκε η άποψη ότι η παρουσίαση της πολιτιστικής κίνησης εκείνης της περιόδου ως «άνθησης» κινδυνεύει να ωθήσει σε μια «εξωραϊστική» ανάγνωση της Χούντας, υποβαθμίζοντας την καταπίεση και τη λογοκρισία που επικρατούσε. Όσοι το έχουν διαβάσει έχουν διαπιστώσει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Τέλος παρά τον τεράστιο όγκο του βιβλίου δεν έχουν αναφερθεί λάθη σε αυτό, πλην μιας λανθασμένης αναγραφής ότι ο Μάριος Χάκκας αυτοκτόνησε, αντί του ότι πέθανε από καρκίνο.
Το λάθος το επεσήμανε ένας ανιψιός του Χάκκα στον Καλυβά, αυτός τον ευχαρίστησε , του απάντησε πως λυπάται για το λάθος, του ζητήσαν συγγνώμη και ο εκδοτικός οίκος ανέλαβε να διορθώσει το σφάλμα τόσο στα υπό διάθεση βιβλία με ένα σημείωμα, όσο και τυπογραφικά στην επόμενη έκδοση.
Ο εκδότης της Αγρας Πετσόπουλος, που εκδίδει τα βιβλία του Χάκκα μίλησε, με κάπως έντονο τρόπο για “σοβαρό ατόπημα” και “προσβολή στη μνήμη του δημιουργού και στην ιστορική αλήθεια”, ο Καλυβάς ξεσπάθωσε και έγραψε για βαθιά εμπάθεια, και θυμήθηκε την χυδαιότητα και τον τραμπουκισμό της αλήστου μνήμης Αυριανής!
Και όπως γράφει η Πέπη Ραγκούση:
Ένα δοκίμιο του Νόρμαν Μέιλερ για το φεμινιστικό κίνημα προκάλεσε την αρνητική κριτική του Γκορ Βιντάλ και όταν, το 1971, οι δύο άντρες συναντήθηκαν σε τηλεοπτική εκπομπή, ο Μέιλερ πρώτα χαστούκισε και μετά κουτούλησε τον Βιντάλ.
«Στήσανε κι έναν Βούδα ανάμεσά τους, ποιητή με τον νου παρά με την καρδιά, και κριτικό, συχνότατα ευρηματικό και κάποτες οξύτατο, αξιόλογο σε πολλά, μα όχι βέβαια και για αποθέωση και τον θυμιατίζουν με τρακόσα εξήντα πέντε άρθρα ο καθένας τον χρόνο» έγραψε, τον Ιούλιο του 1947 ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος για τον Σεφέρη. Και η κόντρα, στην οποία συμμετείχαν, με αλλεπάλληλα άρθρα, ο Καραντώνης, ο Κατσίμπαλης, ο Αλκης Θρύλος και ο πάντα αψίκορος Μ. Καραγάτσης, κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς.
Από την άλλη, ο Σεφέρης έχει αποδώσει στον Αγγελο Σικελιανό «…λυρισμό γορίλλα που θέλει να τα καταβροχθίσει όλα».
Η δε διαμάχη μεταξύ του Δημήτρη Μαρωνίτη και του Γιώργου Ιωάννου έγινε βιβλίο από τον Ξενοφώντα Κόκκαλη (εκδόσεις Ινδικτος).
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έλεγε για τον Γιάννη Ψυχάρη ότι «…η δημοτική του δεν ήταν λαϊκή γλώσσα, ήταν πλαστή», ενώ ο Ψυχάρης δήλωνε ότι «…ο Καβάφης δεν είναι ποιητής, είναι τζουτζές».
Η Βιρτζίνια Γουλφ είχε χαρακτηρίσει τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, ως «Το έργο ενός νοσηρού προπτυχιακού φοιτητή που ξύνει διαρκώς τα σπυριά του».
Και ο Φόκνερ έγραφε για τον Μαρκ Τουέιν ότι «Βρήκε κάτι ξεχασμένους λογοτεχνικούς σκελετούς, τους έντυσε με τοπικό χρώμα και κατάφερε να συγκινήσει τους επιφανειακούς και τους τεμπέληδες».
Ενώ ο Τρούμαν Καπότε έλεγε ότι ο Τζακ Κέρουακ δεν γράφει, δαχτυλογραφεί.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου