Σε ένα σχόλιο που άφησε στο προηγούμενο ποστ μου ο gerasimos θεωρεί ότι η χούντα πάτησε κυρίως πάνω στην αδράνεια των Ελλήνων.Απαντώντας είπα πως ότι η χούντα διάλεξε και την κατάλληλη ψυχολογική στιγμή για να κάνει την δικτατορία.
Η εκλογή, με μεγάλη πλειοψηφία της Ένωσης Κέντρου, που είχε απαλλαγεί πλέον από όλη την σαβούρα που είχε η οποία είχε πια προσχωρήσει στους αποστάτες, ήταν σίγουρη και μαζί θα ήταν ένα μάθημα και για το παλάτι, που περιφρονώντας την λαϊκή ετυμηγορία του 53% έφτασε μέσα σε 14 μήνες να έχει ορκίσει 4 κυβερνήσεις και η 5η που θα έκανε και τις εκλογές να προέρχεται τελικά από κόμμα της μειοψηφίας.
Το μόνο που φαινόταν θετικό στην όλη κατάσταση ήταν ότι ο έντονα συζητούμενος τότε φόβος για δικτατορία έδειχνε να απομακρύνεται γιατί θα ήταν παράλογο η δεξιά να κάνει δικτατορία στην δεξιά!

Όμως, ας μην κρυβόμαστε γι΄ αυτό, υπήρξε και αποδοχή της χούντας, όταν έγινε, από ένα σημαντικό τμήμα του ελληνικού λαού. Τα αίτια της αποδοχής, κατά την γνώμη μου είναι βαθύτερα και διαχρονικότερα .
Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ότι το 1/3 περίπου του ελληνικού λαού υποστηρίζει παραδοσιακά μια άκρως συντηρητική και οπισθοδρομική δεξιά .
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την ανικανότητα του Κωνσταντίνου να αντισταθεί στους στρατιωτικούς που τον ξευτέλισαν προλαβαίνοντας την δικτατορία των στρατηγών του , όσο και με την εν συνεχεία γελοιοποίηση του με το οπερετικό του κίνημα, μετά τέλος μια εθνική καταστροφή, όπως η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και την επακόλουθη αυτοδιάλυση της χούντας, βρέθηκαν 30.62% των Ελλήνων να θέλουν ακόμα το 1974, Βασιλευόμενη Δημοκρατία !
Υπήρξαν δε περιοχές της χώρας ,όπως η Ροδόπη και η Λακωνία που το ποσοστό αυτό έφτασε στο 50,54% και 59,52% αντίστοιχα!
Το ποσοστό αυτό που εκφράζει τα πιο οπισθοδρομικά στρώματα της κοινωνίας είχε στην ουσία παραμείνει αναλλοίωτο από το 1924 !
Στο δημοψήφισμα τότε, πάλι μετά από μια εθνική καταστροφή στην Μικρά Ασία, που σε ένα μεγάλο μέρος ήταν υπεύθυνη η δεξιά και ο άλλος τότε Κωνσταντίνος, ψήφισε πάλι υπέρ της βασιλείας το 30,05% !
Το 1935 μετά από μια βδομάδα που είχε αρθεί ο στρατιωτικός νόμος του Κονδύλη χωρίς να μετέχουν οι βενιζελικοί και οι κομμουνιστές, «ψήφισε» το 105% των πολιτών !! με υπέρ της βασιλείας το 97,88% !
Το 1946 τα πράγματα έγιναν πιο κομψά.
Υπήρχαν 3 ψηφοδέλτια.
Το ένα έγραφε Βασιλεύς Γεώργιος, το άλλο ήσαν τα Λευκά (κατά της επανόδου του βασιλιά) και το τρίτο «Δημοκρατία»,αλλά αυτά στάλθηκαν στα κόμματα του Κέντρου κι όχι στα εκλογικά τμήματα!
Το αποτέλεσμα ήταν προφανές. 68,4% υπέρ του Γεωργίου !
Βλέπουμε λοιπόν ότι διαχρονικά υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό δεξιάς που ακόμα και σε εποχές που οι δημοκρατικές δυνάμεις φαίνεται να κυριαρχούν παραμένει αρραγές .
Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου στις εκλογές του 1964 πήρε το 52,72% , η ΕΡΕ με το κόμμα του Μαρκεζίνη διατήρησε το 35,26%.
Μπορεί το ποσοστό αυτό να είναι μόνο το 1/3 του πληθυσμού, όμως όπως είναι γνωστό κατείχε από την απελευθέρωση,τις θέσεις κλειδιά στον πολιτικό και στρατιωτικό μηχανισμό του κράτους.
Γράφει ο Βίκτωρ Νέτας ,από το άρθρο του οποίου είναι τα παρακάτω αποσπάσματα, με δικές μου τις υπογραμμίσεις : (ολόκληρο το άρθρο του εδώ)
Είχα θέσει το ερώτημα (γιατί οι πολιτικοί δεν κατάφεραν να προστατεύσουν την δημοκρατία) στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τελευταίο αρχηγό της ΕΡΕ και πρωθυπουργό της κυβέρνησης που ανέτρεψε η χούντα. Μου απάντησε με ειλικρίνεια: «Εγώ επέμενα να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές το ταχύτερο δυνατό. Σ' αυτήν τη θέση, όμως, ήμουν τραγικά μόνος. Κανείς στο κόμμα δεν ήθελε τις εκλογές. Άλλωστε δεν ήλεγχα το κόμμα. Κορυφαία στελέχη πηγαινοέρχονταν στο Παρίσι και συζητούσαν με τον Κων. Καραμανλή».
Σε συνέντευξή του στον Θ. Γεωργακόπουλο για το περιοδικό «Esquire» (Φεβρουάριος 2003) ο Δημητρακόπουλος είπε: ο Καραμανλής συνάντησε τον Λόρις Νόρσταντ, ο οποίος επί 7 χρόνια ήταν αρχιστράτηγος των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Ο Καραμανλής τού πρότεινε να εισηγηθεί μια στρατιωτική λύση του ελληνικού προβλήματος, υπό την ηγεσία του ίδιου. Αυτή η πρόταση είχε πολλές συνέπειες, γιατί αφαίρεσε από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ τον τελευταίο ηθικό ενδοιασμό που μπορεί να είχε για χούντα στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο Καραμανλής, ο αρχηγός της ελληνικής Δεξιάς, τους έλεγε να κάνουν δικτατορία».
Επίσης:
Σε μακρά επιστολή του προς τον Κων. Τσάτσο, ο Κων. Καραμανλής έγραψε στις 10 Μαΐου 1966: «….θα συνεβούλευα εις γενικάς γραμμάς: Να σχηματισθεί κυβέρνησις από ικανά και κατάλληλα διά την περίπτωσιν πρόσωπα, η οποία να εξουσιοδοτηθεί από την Βουλήν ή, της Βουλής αρνουμένης, από τον βασιλέα, όπως ασκούσα εκτάκτους εξουσίας και εντός ευλόγου χρόνου: 1) Προβεί εις τολμηράν αναθεώρησιν του Συντάγματος (...)».
Απαντώντας στην επιστολή αυτή ο Κων. Τσάτσος σημείωνε («Αρχείο», τόμος 6ος, σελ. 219 και επόμ.): «Πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε μερικά πράγματα: Πρώτον, για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, εισηγούμεθα -(λέω ..."γούμεθα", διότι ασπάζομαι -μαζί με μυριάδες άλλους- ανεπιφύλακτα τις σκέψεις σου). Εισηγούμεθα, λοιπόν, παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μίαν προσωρινήν δικτατορίαν -ίσως ενός έτους. Προς αυτήν την κατεύθυνσιν πρέπει να δουλευθεί από εκείνους που θα επωμιστούν την παρεκτροπήν και θα την κυρώσουν δι' ενός δημοψηφίσματος. Δικτατορίες χωρίς ονοματισμένο δικτάτορα δεν κουβεντιάζονται».
Απαντώντας δε ο Καραμανλής στην επιστολή αυτή και για το ενδεχόμενο επανόδου του, σημείωνε: «Η πείρα μου με έπεισε ότι δεν είναι δυνατόν να κυβερνηθεί δημοκρατικά ο τόπος μας, αν δεν γίνουν βαθειές αλλαγές στην εθνική μας ζωή. Αν γυρίσω χωρίς αυτές ή θα φύγω και πάλι ή θα καταλήξω σε δικτατορία».
Το θέμα της εκτροπής το έθεσε ο Κων. Καραμανλής και στον Δημ. Μπίτσιο, διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος τον επισκέφθηκε στο Παρίσι στα μέσα Αυγούστου του 1966. Διεμήνυσε στον Κωνσταντίνο ο Καραμανλής, ότι αν υπάρξουν εγγυήσεις ότι ο Παπανδρέου θα πολιτευθεί νομιμοφρόνως μετά τας εκλογάς «να προχωρήσετε προς εκλογάς», αλλά «εάν τούτο αποκλείεται, τότε θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ίσως η λύσις της εκτροπής». Ο Κων. Καραμανλής, ωστόσο, απέκρουσε πρόταση του Κωνσταντίνου να επιστρέψει στην Ελλάδα και να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες, δηλαδή την ευθύνη εκτροπής. Σε ερώτηση του Δ. Μπίτσιου, ο οποίος τον επισκέφθηκε και πάλι στις 10 Μαρτίου 1967, ποιος «θα ηδύνατο να αναλάβει μίαν τοιαύτην αποστολήν», απάντησε: «Προχείρως θα μπορούσα να υποδείξω τον συνδυασμόν Μαρκεζίνης - Τσακαλώτος, εφ' όσον θα μας έπειθαν ότι είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας παρομοίαν αποστολήν».
Όταν λοιπόν στα ηγετικά στρώματα της δεξιάς υπήρχαν αυτές οι απόψεις, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι σε σημαντικό μέρος της λαϊκής βάσης η ιδέα της δικτατορίας δεν ήταν απεχθής.
Εκτός των άλλων ο Μητσοτάκης ο πρωταίτιος της αποστασίας μαζί με τα ανάκτορα, προκάλεσαν τον εξευτελισμό ενός μέρους του πολιτικού κόσμου με τις άθλιες κυβερνήσεις των γελοίων αποστατών και δημιούργησαν στα πιο απολιτικά τμήματα του πληθυσμού την ελπίδα ότι οι στρατιωτικοί πιθανώς να ξεκαθαρίσουν την όζουσα πολιτική κατάσταση ενώ ταυτόχρονα θα έσωζαν την χώρα από τον φόβο του κομμουνιστικού κινδύνου που για χρόνια του τον είχαν καλλιεργήσει.
Όλα αυτός λοιπόν ο κόσμος όχι μόνο ανέχτηκε την χούντα αλλά και την στήριξε γιατί ιδεολογικά ήταν στην ίδια συχνότητα και αισθανόταν τους στρατιωτικούς ότι προέρχονται μέσα από τα σπλάχνα τους.
Πολλοί ήσαν δε αυτοί που έχοντας ένα ακόμα και μικρόβαθμο αξιωματικό στο οικογενειακό τους περιβάλλον αισθανόντουσαν ότι έχουν πλέον πρόσβαση στην εξουσία και μπορούν να εξυπηρετήσουν τα διάφορα μικροσυμφέροντα τους και ρουσφέτια τους πολύ καλύτερα από ότι πριν με τον πολλές φορές δυσπρόσιτο βουλευτή.
Το μέρος δε της δεξιάς που αντιτάχτηκε στην χούντα ήταν κυρίως όσοι είδαν ότι η εξουσία δεν ήταν πλέον στα δικά τους χέρια, όπως παραδοσιακά ήταν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά σε λαϊκότερα και μη ελεγχόμενα από αυτούς στρώματα.
Οι γελοιογραφίες του Κώστα Μητρόπουλου είναι από το άλμπουμ του «Ποτέ πια» που κυκλοφόρησε το 1965 από τις εκδόσεις Ταχυδρόμου και περιλαμβάνει 88 σκίτσα του ,δημοσιευμένα στο Βήμα και στον Ταχυδρόμο την περίοδο Ιουνίου – Οκτωβρίου 1965 και υπάρχουν εδώ.






















