Το ρητορικό αυτό ερώτημα τέθηκε όταν ο Ευάγγελος
Βενιζέλος είπε σε συνέντευξη του ότι :Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι
ότι η χώρα έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη» και το επανέλαβε στην
εκδήλωση του Κύκλου ιδεών υπό τον τίτλο «Το αδιέξοδο της χώρας που αποτυπώνουν
οι δημοσκοπήσεις», ότι “υπάρχει το
φαινόμενο της μη διακυβερνήσιμης χώρας”
Χθες τέλος (28/12/25), σε συνέντευξη
του στην Δήμητρα Κρουστάλλη στο ΒΗΜΑ επανέλαβε ότι: Το ζήτημα της
διακυβερνησιμότητας προηγείται όλων των θεσμικών ζητημάτων. Η χώρα είναι μη
διακυβερνήσιμη όχι γιατί δεν έχει νόμιμη κυβέρνηση ή γιατί δεν μπορεί να
αποκτήσει μετά τις εκλογές μια άλλη νόμιμη κυβέρνηση, που όλα δείχνουν ότι δεν
θα είναι μονοκομματική αλλά συνεργασίας.Η χώρα είναι μη
διακυβερνήσιμη γιατί το πολιτικό σύστημα, η κοινωνία των πολιτών, οι
παραγωγικές δυνάμεις, οι διανοούμενοι αδυνατούν να οργανώσουν έναν εθνικό
διάλογο που θα οδηγήσει σε επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής και σε
ανασύσταση του κοινωνικού συμβολαίου που διερράγη την περίοδο της κρίσης και
δεν ανανεώθηκε μετά τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα.

Η Κατερίνα
Παναγοπούλου θεωρεί ότι οι λόγοι
που έχουν δημιουργήσει αυτό το ερωτημα είναι γιατί :
Το τελευταίο διάστημα, ένα
νέο μέτωπο έχει αρχίσει να γιγαντώνεται. Το απαρτίζουν και πάλι άτομα με
διαφορετικές κομματικές αφετηρίες, όμως έχει στόχο προσωποκεντρικό: «να πέσει ο
Μητσοτάκης». Πολιτικοί που δεν ήθελαν ούτε να αντικρίσουν ο ένας τον άλλον,
συναγελάζονται σε κοινές εκδηλώσεις, συνδιαλέγονται στο πλαίσιο δημόσιων
συζητήσεων, συντάσσονται στις απόψεις τους ακόμα κι αν λίγα χρόνια πριν ήθελε ο
ένας να βάλει τον άλλον φυλακή.
Συνομολογούν ότι
επί Μητσοτάκη η δημοκρατία στην Ελλάδα βρίσκεται σε θεσμική κρίση,
ότι απειλείται το κράτος δικαίου, ότι «η χώρα έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη».
«Ευαίσθητοι» καλλιτέχνες, συγγενής θύματος των Τεμπών, πρώην πρωθυπουργοί,
απογοητευμένοι πολιτευτές, πρώην αρχηγοί κομμάτων, φιλόδοξοι επόμενοι
εμφανίζονται συνασπισμένοι σε ενιαίο μέτωπο που έχει έναν συγκεκριμένο στόχο:
να πέσει ο Μητσοτάκης. Δύο ίσως είναι όμως τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν.
Κατ’ αρχάς, ποιος θα ηγηθεί της προσπάθειας, διότι ο κατακερματισμός είναι
αδύνατον να δημιουργήσει πολιτικούς συσχετισμούς ικανούς ώστε πράγματι «να
πέσει ο Μητσοτάκης».
Και το δεύτερο, ποιο είναι
το πολιτικό διακύβευμα. «Να πέσει ο Μητσοτάκης» για να γίνει τι; Σε αυτό κανείς
προς το παρόν δεν δίνει απάντηση και ίσως γι’ αυτό παρά την όλο και πιο ηχηρή
παρουσία του αντιμητσοτακικού μετώπου, ο Μητσοτάκης δείχνει να προηγείται στην
εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος με 14-17 μονάδες, παρά την κυβερνητική κόπωση,
τα λάθη, τις ολιγωρίες, τις υποθέσεις σκανδάλων. Στην πράξη το νεοσυσταθέν
μέτωπο δείχνει μάλλον να ενδυναμώνει τον Μητσοτάκη, υπενθυμίζοντας ποια είναι η
εναλλακτική.

Η Σώτη Τριανταφύλλου αναρωτιέται το ίδιο στο άρθρο
της «Είμαστε μη κυβερνήσιμοι;» στο οποίο και επισημαίνει:
Είμαστε μια μικρή χώρα, σχετικά ομοιογενής,
μέλος μιας καλής λέσχης μεσαίων δυνάμεων, με ενάρετη εξωτερική πολιτική και
δημοκρατική νομοθεσία. Και παρ’ όλ’ αυτά, δίνουμε λανθασμένη εντύπωση μη
κυβερνησιμότητας.
Τι φταίει; Κατ’ αρχάς, η
παράδοση του λαϊκισμού που ξεκίνησε το 1974 – ο «λαϊκισμός» του πρότερου
αυταρχικού πελατειακού κράτους και των στρατιωτικών δικτατοριών δεν μετράει·
ήταν διαφορετικής φύσεως. Επί μισόν αιώνα οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα διαπαιδαγωγούν
έναν λαό που αρνείται πεισματικά να τηρήσει τους νόμους· μάλιστα, καθώς οι
ίδιοι οι κυβερνώντες τούς παραβιάζουν ή τους παρακάμπτουν, η ανομία λειτουργεί
ως πρόσχημα και ως παράδειγμα για τους πολίτες, που δεν είναι «πολίτες».
Η λαϊκιστική και οκνηρή
τακτική των κυβερνήσεων έχει διαμορφώσει και στη συνέχεια ανεχθεί συστηματικούς
καιροσκόπους, λουφαδόρους, φοροφυγάδες, εχθρούς του ίδιου τους του κράτους, της
ίδιας τους της χώρας· βανδάλους και ασυνείδητους εκ των οποίων ένα μέρος
αποσκοπεί στην ανατροπή του καθεστώτος («αντιστέκονται», «ξεσηκώνονται») και
ένα άλλο μέρος βολεύεται με την ιδιότητα του λαμόγιου – μεταξύ αυτών των δύο
παραλλαγών υπάρχει ώσμωση.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ως θεσμική, υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε για την τήρηση
των νόμων σε όλους τους τομείς. Αυτό περίμεναν πολλοί από τους ψηφοφόρους της –
όχι όλοι· όπως όλα τα κόμματα, η ΝΔ έχει το μερίδιό της από απατεώνες. Πάντως,
ο άθλος της νομιμότητας απεδείχθη υπεράνω των δυνάμεών της. Έτσι, πολλά
κυβερνητικά στελέχη δείχνουν στοργή στους παραβάτες (ιδιαίτερα όταν πρόκειται
για δήθεν «ευάλωτες ομάδες»), φοβία έναντι του «οργισμένου λαού» και ασέβεια
προς τους νόμους. Μολονότι η εγκληματικότητα, το τέντωμα των ορίων της
νομιμότητας σε σημείο θραύσεως, χαρακτηρίζει πλείστες μαζικές και ατομικές
εκδηλώσεις, λίγοι από τους εκλεγμένους επιδεικνύουν θάρρος. Η κυβέρνηση
Μητσοτάκη έχει επιλέξει να διοικεί με βελούδινα γάντια, πασχίζοντας να
κατευνάζει τα μονίμως εξημμένα πνεύματα.
Η αποτυχία της δεν
εδράζεται σε επιμέρους τομείς – όπου έχει επιτύχει πολλά, ελαφρώς αφανή – αλλά
στο γενικότερο ύφος της εξουσίας: είναι λαϊκιστική υπό την έννοια ότι θωπεύει
τις συντεχνίες, αποφεύγει τις συγκρούσεις, παραβλέπει τους νόμους ώστε να μη δυσαρεστήσει
κανέναν και συνεχίζει κουτσά – στραβά με παλιούς μηχανισμούς διαβρωμένους από
φαύλες συνήθειες. Παραλλήλως, κολακεύει τους Έλληνες για τη δήθεν λαϊκή τους
σοφία, για τους «αγώνες» και για τις «αγωνίες» τους.
Κάθε στιγμή, στην Ελλάδα
παρανομούν πλήθος δημοσίων προσώπων και λειτουργών. Πολλές από τις ασχημίες που
συμβαίνουν στη Βουλή, στον
στρατό, στα σχολεία, στα ΑΕΙ, στον συνδικαλισμό, στους δρόμους, είναι παράνομες
– αλλά ουδείς επικαλείται τον νόμο: για παράδειγμα, τα μπλόκα των αγροτών δεν
εντάσσονται στο δικαίωμα συνάθροισης· παραβιάζουν τα άρθρο 292 και 189 του
Ποινικού Κώδικα και άλλες διατάξεις (Ν. 4703/2020, ΚΟΚ: Ν. 2696/1999). Αλλά, θα
συμφωνήσουμε όλοι (εκτός από τους αριστερούς που πιστεύουν στη λογοδοσία
αποκλειστικά και μόνο των «καπιταλιστών» και των «δεξιών»), ότι στη χώρα μας
επικρατεί «ατιμωρησία»· η λέξη έχει καταντήσει μπανάλ. Δεν έχουμε γνώση των
νόμων, ούτε διδασκόμαστε νομιμοφροσύνη: στο σχολείο οι συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ
μαθαίνουν τα παιδιά να περιφρονούν τη δημοκρατία και το νομικό σύστημα· στην
οικογένεια ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Όχι μόνον εξαιτίας της πεποίθησης
ότι κανείς δεν θα τιμωρηθεί αλλά και διότι η παραβίαση των νόμων ισοδυναμεί με
μαγκιά.
Οι κακοί πολίτες
συνδυάζονται με τους ευθυνόφοβους κυβερνώντες, που δεν καταφέρνουν να λύσουν
ούτε το πρόβλημα της βραδύτητας της Δικαιοσύνης, το οποίο επιδεινώνει την ήδη
αντιπολιτική συμπεριφορά και παράγει ατιμωρησία μέσω παραγραφών αδικημάτων και
γενικευμένης καταπόνησης. Ένας άριστος υπουργός Δικαιοσύνης (με τον οποίον
έρχομαι να συμφωνήσω περί της κυβερνησιμότητας της χώρας μας) δεν αρκεί για να
μαζέψει περιφερόμενους δολοφόνους και δράστες θανατηφόρων τροχαίων,
βαρυποινίτες και ισοβίτες που αποφυλακίζονται μέσα σε λίγα χρόνια (το 40% των
οποίων υποτροπιάζουν)· όσο για τους αναρχοφασιστομπαχαλάκηδες, τους
καταστροφείς δημόσιας περιουσίας και τους μικροτρομοκράτες, κανείς δεν τους
αγγίζει υπό τον φόβο ότι η μαμά τους θα οργανώσει συλλαλητήριο. Εξάλλου,
γίνεται τέτοια κατάχρηση ποινών με αναστολή ώστε η δικαστική διαδικασία
ακυρώνεται.
Εκτός του ότι έχουμε
μπλέξει με ποικίλες μαφίες – μπροστά στις οποίες το υπουργείο Προστασίας του
Πολίτη φαίνεται πελαγωμένο – ο συνδικαλισμός έχει εισχωρήσει ακόμα και στον
στρατό με αποτέλεσμα ευτράπελη στρατιωτική αριστεροσύνη.
Η παρανομία είναι τόσο
διαδεδομένη – το δείχνει η δυσλειτουργία των σιδηροδρόμων, το πάρτι των
αγροτικών επιδοτήσεων και οι άνθρωποι των σπηλαίων με τις Πόρσε – ώστε το
κυνήγι των ενόχων χάνεται σ’ έναν κυκεώνα. Έχουμε πεισθεί ότι δεν υπάρχει
ατομική ευθύνη, άρα, είτε φταίμε όλοι, είτε κανείς. Το πιο καθησυχαστικό είναι
βεβαίως το «κανείς», οπότε επιρρίπτουμε τις ευθύνες σε κάποιο φάντασμα που
ονομάζουμε Σύστημα. Εξυπακούεται ότι στον λαϊκισμό και στον αντισυστημισμό συμμετέχουν
τα ΜΜΕ, που δίνουν βήμα σε ασυνάρτητα άτομα και ενισχύουν προκαταλήψεις,
ανορθολογισμό και φανατισμό· η επονομαζόμενη κοινή λογική σπανίως ακούγεται.
Τέλος ο Στέφανος Κασιμάτης στο άρθρο του «Ένας
σύγχρονος Σίσυφος» (ΒΗΜΑ 21/12/25) θεωρεί ότι οι απόψεις περί «μη κυβερνησιμότητας του Ευάγγελου
Βενιζέλου σχετίζονται με την αυτοπρόταση του για πρωθυπουργός, στην
περίπτωση που δεν θα υπάρχει αυτοδυναμία μετά από αλλεπάλληλες εκλογές.
Και καταλήγει:
Ένα πράγμα μόνο φοβάμαι
ότι ενδέχεται να έχει διαφύγει από τους υπολογισμούς του κυρίου Βενιζέλου. Η
ανάλυσή του περί μη κυβερνησιμότητας δυστυχώς είναι βάσιμη και, πράγματι, είναι
πολύ πιθανό η αυτοδυναμία να αποτελεί παρελθόν και οι κυβερνήσεις συνεργασίας
να αποδειχθούν μονόδρομος .Στην περίπτωση αυτή όμως, για να μην αυταπατώμεθα,
γνώμη για την καταλληλότητα του προσώπου που θα αναλάβει την πρωθυπουργία θα
έχουν και οι Βρυξέλλες. Θα προτιμήσουν, λοιπόν, ένα πρόσωπο από το παρελθόν.,
που έχει τον καημό να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με την Ιστορία, ή ένα
νέο πρόσωπο, με όλα τα προσόντα για ευρωπαϊκό ρόλο και απαλλαγμένο από τα βάρη
του παρελθόντος; Τον Κυριάκο Πιερρακάκη, ας πούμε, που εξελέγη πρόεδρος του Εurogroup.
Τα
σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.