Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ !




Το Σαββατοκύριακο 20-21 Αυγούστου στα ΝΕΑ ο ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΗΣ συμμετείχε στον εορτασμό του δεκαπενταύγουστου με ένα απολαυστικό κείμενο του με τον τίτλο Μες του Αιγαίου τα νησιά.
Το παραθέτω ολόκληρο, με κατάνυξη,  χωρίς περιττά σχόλια. 


Δεκαπενταύγουστου αργία η Δευτέρα και χάζευα μια τον ουρανό και μία την τηλεόραση.Νόμιζα πως έπαιζε κάτι σε ανταπόκριση από την Τήνο γιατί είχε προηγηθεί ένας πηχυαίος τίτλος τίγκα στα κεφαλαία, "Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ"
Και τότε, τι θέλανε αυτά τα τετράποδα στο βάθος του πλάνου που σερνόντανε με άτσαλο βαρύ βηματισμό σαν απειλητικές σκιές;
Μήπως το γύρισε η ρεπόρτερ σε ντοκιμαντέρ στην άγρια ζούγκλα του Αμαζονίου ή στα σκοτεινά παρθένα δάση της μαύρης Αφρικής;
Μηδέ του Αμαζονίου ήτανε
Μηδέ της Αφρικής
Μηδε΄και της Ινδίας
Μον΄ ήτανε Προσκυνητές
Εικόνας Παναγίας.
Είχα ξεχάσει είναι η αλήθεια το λεπταίσθητο εκείνο έθιμο των ορθοδόξων Ελλήνων που έχουν κάνει τάμα να το πάνε στην εκκλησία γονατιστοί.
Θυμάμαι βέβαια ένα καλοκαίρι, θα΄ναι και δέκα χρόνια. Διέκοπτα την ζωή μου στα Υστέρνια, .ένα πανέμορφο χωριουδάκι στην αγκαλιά της θάλασσας. Δεν το κούναγα ρούπι για την χώρα. Με στένευε αυτό το ακαθόριστο τοπίο στο λιμάνι.Ούτε χωριό ούτε πόλις. Ούτε νησί ούτε βουνό.Ένα πράγμα που έλεγε και η Έλενα, σαν Μπραχάμι με θάλασσα. Εκεί το πρωτοείδα δια ζώσης.
Μια κυρία καθως πρέπει φαινόταν, αν και μπρουμουτιασμένη στα γόνατα, μπουσούλαγε να φτάσει στην Παναγία.
Είχε μπαντάρει τα γόνατα με κάτι βάτες, τυλιγμένες σε μεταξωτό μαντίλι, και δίπλα της μια φίλη για παρέα ως φαίνεται για να της δίνει κουράγιο.
-Έλα Τιτίκα, λίγο έμεινε ακόμα, κάνε υπομονή χρυσό μου.
Το χρυσό της έβγαζε κάτι μυκηθμούς που εναλλάσσονταν με εκ βαθέων μουγκρητό.
-Αγρρργκ, αγρρργκ.
Ως που ξαφνικά έκοψε την μέρα, σαν το μαχαίρι το πεπόνι, ένας ήχος στριγκός  εντελώς εκτός τόπου και χρόνου.
-Μπλουμπλουμπλιμπλόμ, μπλουμπλουμπιμπλόν.
Ένα κινητό! Η μουγκρίζουσα κυρία πανικοβλήθη σφόδρα.
-Το κινητό. το κινητό μου.
-Που τόβαλες χριστιανή μου, κυριολεκτούσε η συνοδός.
-Στο μπροστινό τσεπάκι.
Το φερμουάρ με σβαρόφσκι άνοιξε. Η συνοδός το βρίσκει επιτέλους.
-Εμπρός, α εσύ είσαι Νώντα, ναι εδώ την έχω δίπλα μου εκτελεί το τάμα.
-Δως το, δώσ΄το μου Τιτίκα.
Η Τιτίκα, φίλη με κατανόηση, της το δίνει αλλά πως να το κρατήσει  η γονυπετής κυρία, πως να περπατήσει στα τέσσερα χωρίς το ένα χέρι. Οπότε συνέβη ένα άλλο θαύμα της Χριστιανοσύνης που με αξίωσε ο Θεός, αλλά και η Παναγία δεν μπορώ να πω, να δώ με τα ίδια μου τα μάτια. Μια κυρία να μπουσουλάει και να μιλάει στον Νώντα της, ενώ της κρατούσε το ακουστικό περπατώντας αργά δίπλα της η στοργική της φίλη.
Δεν ήταν μόνο αυτό όμως που με βοήθησε να αισθανθώ θρησκευτικό ρίγος.



Με αποτελείωσε μια άλλη γυνή λαϊκής καταγωγής, αυτή την φορά. Σ΄ένα από αυτά τα αναρίθμητα μαγαζάκια που πουλάνε εικονίτσες, σταυρουδάκια και άλλα χριστιανικά αξεσουάρ η εν λόγω λαϊκή ύπαρξις, βλέποντας μια αυτοσχέδια ταμπέλα να γράφει ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ρώτησε πόσο κάνει.
- Πέντε ευρώ το μπουκαλάκι μαντάμ.
Και της έδειξε ένα πλαστικό κατασκεύασμα σαν λιλιπούτεια νταμιτζάνα, με ανάγλυφη πλέξη που κατέληγε στην μία μεριά σε σταυρό και στην άλλη σε Παναγίτσα, και μάλιστα βρεφοκρατούσα.
-Πέντε ευρώ το νταμιτζανάκι; αναρωτήθηκε η μαντάμ. Χύμα δεν έχετε;
Δεν άντεχα άλλη κατάνυξη. Έπεσα με τα ρούχα στην θάλασσα και...
Και χρόνια πολλά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου