Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΑΝ ΔΥΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ



Όλοι μας κάποτε έχουμε τραγουδήσει το πασίγνωστο τραγούδι του Σαββόπουλου Συννεφούλα . Σε τηλεοπτική του συνέντευξη το 2020 στο Mega ο ίδιος είχε μιλήσει για τη «Συννεφούλα» χωρίς να αποκαλύψει το όνομά της.
Ανέφερε μόνο πως πήρε την έμπνευση για το κομμάτι κάνοντας μια βόλτα στο παρελθόν του, όταν ήταν έφηβος. Τότε, μια ταινία του Τρυφώ στην οποία έπαιζε ένα βαλς, αλλά και «μια τσαπερδόνα που τον ταλαιπωρούσε εκείνο τον καιρό», υπήρξαν η αφορμή για να σκαρφιστεί για πρώτη φορά τα στιχάκια της «Συννεφούλας».
«Κράτησα την ιδέα, και αργότερα έβαλα άλλη μουσική πιο ταιριαστή σε αυτούς τους ευτυχο - δυστυχισμένους στίχους και έγινε το εξής τραγουδάκι», είπε πριν αρχίσει να παίζει την αγαπημένη «Συννεφούλα».
Όταν το 2023 πέθανε η  Μαριάννα Δήτσα ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης,  «πρόδωσε» ότι αυτή ήταν η «Συννεφούλα» του Διονύση Σαββόπουλου γράφοντας στον αποχαιρετισμό της :
«Μας αποχαιρέτησε σήμερα το πρωί η εκλεκτή φίλη Μαριάννα Δήτσα, η Μιμίκα μας, η ‘Συννεφούλα’ των εποχών που γεννούσαν τολμηρούς ποιητές, η Θεσσαλονικιά αρχόντισσα που άναβε φωτιές στο διάβα της, πανεπιστημιακός, νεοελληνίστρια, σύντροφος για χρόνια του κορυφαίου διανοούμενου της Αριστεράς Άγγελου Ελεφάντη, ιδρυτή και διευθυντή του εμβληματικού περιοδικού κοινωνικοπολιτικού στοχασμού της μεταπολίτευσης ‘O Πολίτης’, γενναία γυναίκα, μποέμισσα κι αριστοκράτισσα φίνα. Αντίο, καλή μου φίλη! Ένα ποτήρι ακόμη ξέχειλο θα στήνω στα γλέντια μου, Μαριάννα μου, για να σε θυμάμαι, στα τσιμπούσια μας και στα μεγαλεία σου, τον καιρό της εκθαμβωτικής σου γοητείας, όταν, φοιτητής σε πρωτογνώρισα!» 


H Μαριάννα Δήτσα, καθηγήτρια Ιταλικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ και ερευνήτρια, ως συγγραφέας άφησε πίσω της ένα σημαντικό έργο, όπως τα βιβλία: Στο διάμεσο του κλασικισμού και ρομαντισμού – Τρεις αναφορές στα γνωστά, άγνωστα του ελλαδικού 19ου αιώνα Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Η παλαιότερη πεζογραφία μας – Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο: 1830-1880, Νεολογία και κριτική στον 19ο αιώνα – Νεόπλαστοι λογοτεχνικοί όροι από τη Συναγωγή του Σ. Α. Κουμανούδη, ενώ είχε επιμελήθηκε την επανέκδοση του κλασικού αφηγήματος του Αλέξανδρου Βικέλα «Λουκής Λάρας».
 
Όπως γράφω  εδώ μετά από 2 μέρες από την ιστορική συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα,  στις 19-4-1967 ( δύο πάλι μέρες πριν την χούντα), γίνεται μια τελείως διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική συναυλία, που την παρακολουθώ όρθιος σε ένα φίσκα από φοιτητές ΚΕΝΤΡΙΚΟ ,όπου η Φαραντούρη τραγουδά τα ακυκλοφόρητα μέχρι τότε Νέγρικα του Λοϊζου, και για πρώτη φορά ακούω κατάπληκτος ένα άγνωστο μου μέχρι εκείνη την μέρα Σαββόπουλο, να τραγουδά μεταξύ των άλλων, την θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη, τραγούδι ποταμό, έξω τελείως από τα μέχρι τότε συνήθη ακούσματα μας και αισθάνομαι ότι αυτός ο τραγουδοποιός θα με συνοδεύει για πάντα στην υπόλοιπη ζωή μου, όπως και έγινε .
 

Είναι γνωστό ότι ο Σαββόπουλος πολλές φορές αλλάζει τους στίχους από τα τραγούδια του και ίσως αυτή η σπάνια εκτέλεση να είναι πιο κοντά σε αυτήν που άκουσα στο ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ από την επίσημη. Στο τέλος στην ΠΡΟΣΘΗΚΗ αναφέρω τις διαφορές που έχει κάνει στους στίχους. Επίσης παλιότερα  είχα γράψει  ποστ για τον στίχο που ακούγεται στο τραγούδι  .. ..οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία.1

 


Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νικόλαου Αρσλάνογλου (1931-1996), είναι σημαντικός μεταπολεμικός Έλληνας ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1952 με το πολυγραφημένο ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός (β' έκδοση 1991, εκδ. Ύψιλον), ενώ συνεργαζόταν ήδη με περιοδικά της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη ποιητική συλλογή του, Ο δύσκολος θάνατος, τυπώθηκε το 1954 στη Θεσσαλονίκη.
Ο Σαββόπουλος στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Γιατί τα χρόνια φεύγουν χύμα (Πατάκης) γράφει πως  γνώρισε τον Ασλάνογλου περίπου όταν  τελείωνε το σχολείο (δηλ. το 1961-62) όταν  εκείνος ήταν  γύρω στα 30. Του τον γνώρισε η Συννεφούλα, που έγραφε και εκείνη ποιήματα μικρή. Αφιερώνει σε αυτόν σχεδόν 10 σελίδες στο βιβλίο του.
Έκαναν παρέα μέχρι που ο ποιητής έφυγε για την Γαλλία και όπως γράφει: γύρισε  μετά από καιρό κάπως αλλαγμένος Μερικές φορές ήταν ακατάληπτος. Μετά άρχισε να βαριέται την παρέα μας.
Γράφει επίσης: Τον βρήκα ένα βράδυ να περπατάει στην Τσιμισκή και πήγα να το κουβεντιάσουμε. Μου μίλησε με τη μύτη ψηλά λοξοκοιτώντας με:
—Έχεις κάτι συγκεκριμένο να μου πεις;
—Να κουβεντιάσουμε λιγάκι…
—Δυστυχώς δεν έχω καιρό, είπε και απομακρύνθηκε.
Αλλού γράφει για όταν  ζήτησε και πήρε αυτόγραφο από τον Θεοδωράκη κι ο Ασλάνογλου του «έκανε μούτρα»:
«
Δεν με πείραζαν οι ιδιοτροπίες του, έτσι ήταν ο Αλέξης. Εκτιμούσα που ποτέ δεν μου σύστησε να διαβάσω κάτι ούτε επιχείρησε να με κατευθύνει. Απλώς μιλούσε, κι ό,τι έπιασες έπιασες.»


Το 1972 στο οπισθόφυλλο του δίσκου του Βρώμικο ψωμί στην φωτογραφία υπάρχει ένα ηλικιωμένο πρόσωπο, που δεν καλοφαίνεται γιατί έχει γράμματα επάνω του, και ο Ασλάνογλου πίστευε ότι είναι αυτός και πως του είχαν κλέψει μια φωτογραφία και την μοντάρανε!
Όταν κυκλοφόρησε η «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» του κακοφάνηκε μάλλον. Έλεγε δεξιά και αριστερά κουνώντας τους ώμους του περιφρονητικά:
-Και που ξέρει αυτός ότι νιώθω θανάσιμη μοναξιά..
Πάντως ο Σαββόπουλος γράφει πως: Ότι έμαθα από ποίηση το χρωστάω σ΄αυτόν. Γράφει επίσης ότι: μαζί με έναν καθηγητή του στο Γυμνάσιο, ο Ασλάνογλου και ο Μάνος Χατζηδάκις είναι αυτοί που στα εφηβικά μου χρόνια άγγιξαν την ψυχή μου μιλώντας της κατευθείαν.                          
Έχει γράψει σχετικά για τον Ασλάνογλου ο Θανάσης Λάλας:
Συνάντησα πολλούς ανθρώπους ενδιαφέροντες και ακόμη περισσότερους αδιάφορους… Μια στάση στη ζωή μου ήταν ο Λάμπης ο Ταγματάρχης… Μεταξύ των άλλων του άρεσε ο ποιητής Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου… Βιβλία του είχα δει στη μικρή βιβλιοθήκη του σπιτιού του σ’ έναν ημιώροφο στην Καλλιθέα. Τον έψαχνε και αυτός να τον βρει… Ο Ασλάνογλου είχε κατέβει για πάντα στην Αθήνα, εκινείτο σε απόσταση αναπνοής από εμάς, αλλά εμείς δεν τον διακρίναμε… Ο Λάμπης αποφάσισε να του γράψει ένα γράμμα… Μέσα στο γράμμα είχε το τηλέφωνό του, αν ήθελε ο ποιητής θα μπορούσε να του τηλεφωνήσει… Και ήθελε ο ποιητής και του τηλεφώνησε και κλείστηκε το ραντεβού και ζήσαμε και οι δύο τρεις ώρες με τον ποιητή μιλώντας για όλα… Η συνέντευξη αυτή, που του είχαμε πάρει τότε, αρχές του ’91, προοριζόταν για το περιοδικό «Περιοδικό» και για την εκπομπή «Τα κακά παιδιά»… Δεν θυμάμαι τι  έγινε και δεν έλαβε τη θέση που της αναλογούσε τότε…
Αυτή ήταν η τελευταία συνέντευξη που έχει δώσει ο ποιητής . Την ξαναθυμήθηκε όταν, όπως λέει:
Διαβάζαμε για ενημέρωση τις εφημερίδες… Στα μικρά μια είδηση… «Στις 9 Αυγούστου βρέθηκε σε κατάσταση αποσύνθεσης στο σπίτι του νεκρός ο ποιητής Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου…».  και έτσι την δημοσίευσε το 2008 στο ΒΗΜΑ .
Μεταφέρω εδώ τα όσα είπε ο Ασλάνογλου για τον Σαββόπουλο.
-Πείτε μου μερικά ονόματα που σήμερα, για σας, είναι άξιο να έχουν τον τίτλο του ποιητή.
«Από τους ζώντες ποιητές, αξιόλογους θα ανέφερα από τη Θεσσαλονίκη τέσσερις… Είναι η Καρέλη, ο Πετζίκης, ο Βαφόπουλος και ο Αναγνωστάκης… Αυτοί οι τέσσερις έχουν δώσει εκδοτικά ένα έργο επιπέδου…».
 -Βλέπω ότι στους τέσσερις αυτούς αξιόλογους ποιητές της Θεσσαλονίκης δεν περιλαμβάνετε τον κ. Χριστιανόπουλο…
«Οχι… δεν τον περιλαμβάνω».
 -Θέλετε να μου εξηγήσετε πώς αυτή η μεγάλη φιλία με τον κ. Χριστιανόπουλο μετατράπηκε σε έχθρα; Τι συνέβη μεταξύ σας;
«Θα προτιμούσα το όνομα αυτό να μην υπάρχει καθόλου στην κουβέντα μας…».
 -Τα ίδια αισθήματα έχετε και για τον κ. Σαββόπουλο; Λένε ότι είστε θυμωμένος μαζί του γιατί σας είχε υποκλέψει κάποιους στίχους…
«Δεν είναι αλήθεια… Βασικά είχε…».
-… απλώς επηρεαστεί;
«Οχι, όχι… ούτε αυτό. Ο Σαββόπουλος δεν έχει τίποτε από μένα να πάρει άλλωστε. Ούτε καλό ούτε κακό… Τίποτε…».
 -Μιλάτε σαν να είσθε ολίγον πικαρισμένος μαζί του…
«Απλώς έχει κάνει ένα μικρό μοντάζ στίχων μου σε ένα-δυο τραγούδια του… που δεν είναι και τα καλύτερά του…».
-Υπάρχει ένα τραγούδι του αφιερωμένο σ’ εσάς… Νομίζω ότι σας τιμά ως ποιητή ο κ. Σαββόπουλος…
«Ισως… δεν τιμά όμως εμένα ως ποιητή να με τιμά ο κ. Σαββόπουλος… «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» είναι πράγματι ένα τραγούδι αφιερωμένο σ’ εμένα. Δεν έχει στίχους δικούς μου τόσο… πού και πού χρησιμοποιούνται μερικοί στίχοι μου, σε ένα μοντάζ στίχων… Ο Σαββόπουλος δεν χρησιμοποιεί στίχους άλλων… γράφει μόνος τους στίχους των τραγουδιών του…».
-Τον έχετε γνωρίσει;
«Πώς! Από τότε που ήταν μαθητής… Είναι Ασβεστοχωρίτης…».
- Τον εκτιμάτε ως συνθέτη;
«Εχει γράψει 10-15 τραγούδια πάρα πολύ καλά… Αλλά με βλέπετε να αντιδρώ μαζί του λίγο γιατί δεν συμπίπτουμε ιδεολογικά… Αυτά που λέει στις συνεντεύξεις του κατά τη γνώμη μου είναι απαράδεκτα, άσχετα, έχουν έναν εμπορικό χαρακτήρα… Εμπορευματικά, ιδεολογικά, δεν συμπίπτουμε… Ούτε έχουμε καμία σχέση στον τρόπο ζωής… Απλώς αναγνωρίζω ότι έχει γράψει μερικά πολύ καλά τραγούδια, αλλά δεν ξέρω αν η συμβολή του στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι είναι τόσο σημαντική όσο λέγεται… Πιστεύω ότι ο χαρακτήρας των τραγουδιών του είναι διανοουμενίστικος και ο ίδιος διανοουμενίζει, αλλά δεν είναι αληθινά διανοούμενος!».

ΠΡΟΣΘΗΚΗ
Στην συναυλία που τον πρωτάκουσα, όπως και σε ένα πρόγραμμα που είχε μοιραστεί τότε εκεί, αντί – Του μπάρμπα Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει- έλεγε του  Μπρένταν Μπήαν, καθώς ήταν σε όλους γνωστή τότε η παράσταση του έργου του Ένας Όμηρος από τον Λεωνίδα Τριβιζά και μουσική Μίκη Θεοδωράκη και απ΄ όπου είναι και το Γελαστό Παιδί που συνδέθηκε με την δολοφονία του Λαμπράκη.
Επίσης αντί του –  ο Τσιτσάνης μ’ ένα γιάλα με προγκάρει- έλεγε ο Ντύλαν
Στις παρενθέσεις είναι τα λόγια όπως ακούγονται στον δίσκο «10 χρόνια κομμάτια»
κρύο και παλιό (στενό)
νικημένοι φύγαν (τρομαγμένοι φεύγουν) 
Μην κυττάς τους στρατιώτες
που μοιράζουν καραμέλες στα παιδιά
(στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί)
μου θυμίζουνε εικόνες (επεμβάσεις)
μου θυμίζουνε σκηνές απ’ το Βιενάμ (δυσκολίες Ι.Χ.).
η ομορφούλα (συννεφούλα) 
το λεπίδι (ψαλίδι)
με κάνουν πιο πολύ αριστερό
(μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό).
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.