Ήταν ταβέρνες, καφενεία αλλά και ιδιωτικοί χώροι και συχνά γίνονταν σε αυτά λεηλασίες και συλλήψεις καθώς η ομοφυλοφιλία διωκόταν ποινικά μέχρι το 1861. Στην γκραβούρα του 1725 είναι η περιοχή Covent Garden στην οποία υπήρχαν εκείνη την εποχή molly houses .
Η λέξη molly είναι μια συνηθισμένη μορφή του γυναικείου ονόματος Mary και είχε δύο κύριες συνδηλώσεις στα αγγλικά του 18ου αιώνα. Η πρώτη είναι κοντά στη λέξη moll, προσδιορίζοντας ένα κορίτσι ή γυναίκα κατώτερης τάξης, περιστασιακά μια πόρνη. Η δεύτερη ταξινομείται ως αργκό, προσδιορίζοντας έναν θηλυπρεπή, συνήθως ομοφυλόφιλο, άνδρα.
Όπως γράφει η Αγγελική Κορρέ: Γνωρίζουμε την ύπαρξή τους επειδή η εξουσία τα φοβήθηκε αρκετά ώστε να τα καταγράψει. Αυτοί οι χώροι εστίασης αποτελούσαν μέρη όπου άνδρες που επιθυμούσαν άλλους άντρες- ή που κατοικούσαν σε έμφυλες αμφισημίες ακατανόητες για την εποχή τους- μπορούσαν να συναντηθούν υπό τη σκιά της παρανομίας. Ωστόσο, μια περιγραφή τους ως απλών μυστικών χώρων συνάντησης ομοφυλοφίλων θα ήταν όχι μόνο περιοριστική, αλλά και αναχρονιστική. Ένα Molly house δεν υπήρξε απλώς πρόδρομος του σύγχρονου gay bar. Yπήρξε μάλλον ένα θέατρο εύθραυστης κοινωνικής επινόησης. Ο όρος “molly”, προερχόμενος από το υποκοριστικό του γυναικείου ονόματος Mary λειτουργούσε συγχρόνως προσβολή, παρατσούκλι και στοιχείο ενοχής. Ένα “molly” μπορούσε να αναφέρεται σε έναν άνδρα θηλυπρεπή ύποπτο για ερωτικές σχέσεις με άλλους άντρες ή επιτελούντα κάποια εκλεπτυσμένη μορφή θηλυκότητας. Αυτή η λεξιλογική αστάθεια είναι κρίσιμη, διότι το Λονδίνο τότε δεν διέθετε κάποια σύγχρονη κατηγορία αντίστοιχη με το με τον όρο «ομοφυλοφιλική ταυτότητα». Τα Molly Houses ανθούσαν τα τέλη του 17ου έως τα μέσα του 18ου αιώνα, τάχα ως καφενεία ταβέρνες ή πανδοχεία. Ξεχωρίζει το σπίτι της Μother Clap στην περιοχή του Χόλμπορν, ίσως το πλέον διαβόητο, γνωστό λιγότερο για τη φιλοξενία του και περισσότερο για τις αστυνομικές επιδρομές που το κατέστρεψαν. Η Μαργκαρετ Κλαπ ( η λεγόμενη Μother Clap ) φέρεται να διατηρούσε ένα χώρο όπου άνδρες συγκεντρώνονταν όχι μόνο για ερωτικές περιπτύξεις, αλλά και για περίτεχνες μορφές κοινωνικότητας. Εκεί, σύμφωνα με νομικές μαρτυρίες, οι θαμώνες χόρευαν, φλέρταραν, χρησιμοποιούσαν γυναικεία ονόματα και περιστασιακά οργάνωναν ψευδογάμους. Υπάρχουν ακόμη αναφορές για «τελετές τοκετού», όπου ένας άντρας προσομοίωνε θεατρικά τη γέννα, ενώ οι σύντροφοί του τον κανάκευαν σαν λεχώνα.
Κάτι αντίστοιχο είναι Το «Πρωινό Γλέντι, ή η Μεταστοιχείωση των Φύλων», ένα σατιρικό έργο του 18ου αιώνα. Απεικονίζει μια σκηνή γλεντιού και αλλαγής φύλου
Τον δέκατο όγδοο αιώνα, σύμφωνα με τα Πρακτικά του Old Bailey (το κεντρικό Δικαστήριο Αγγλίας και Ουαλίας), μόνο δύο άτομα συνελήφθησαν επίσημα για τη διατήρηση ενός οίκου ανοχής: η Margaret Clap και ο Julius Cesar Taylor, αλλά υπήρξαν και αρκετοί κατηγορούμενοι για σοδομιστικές πρακτικές ή φαίνεται να αναφέρονται και ως ιδιοκτήτες οίκου ανοχής.
Στις 9 Μαΐου 1726, τρεις άνδρες (ο Gabriel Lawrence 43 ετών γαλατάς,, ο William Griffin 43 χρονών ταπετσέρης και ο Thomas Wright οικιακός βοηθός ) απαγχονίστηκαν στο Tyburn για ασέλγεια μετά από μια επιδρομή στο οίκο ανοχής της Margaret Clap. Οι δίκες τους παρέχουν σημαντικές λεπτομέρειες για τις περιγραφές του περιβάλλοντος της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Βάσει του Buggery Act του 1533, το σεξ μεταξύ ανδρών το τιμωρούσαν με θάνατο.
Στις 12 Απριλίου 1727, ο Charles Hitchin
καταδικάστηκε για σοδομισμό και τον έβαλαν σε ένα pillory, εκείνο το ξύλινο
όργανο με τρύπες για το κεφάλι και τα χέρια σαν αυτό που φαίνεται στην
γκραβούρα του 1809 στο Charing Cross.
Η τελευταία εκτέλεση για σοδομισμό στην Αγγλία πραγματοποιήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1835.Αυτοί που εκτελέστηκαν ήταν ο James Pratt (30 ετών) και ο John Smith (40). Απαγχονίστηκαν μαζί έξω από τις φυλακές Newgate του Λονδίνου, αφού συνελήφθησαν τον Αύγουστο του 1835. Είχαν παραδοθεί από έναν ιδιοκτήτη που τους είδε να κάνουν συναινετικό σεξ μέσα από μια κλειδαρότρυπα σε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο στο Southwark του Λονδίνου.
Παρά την έκκληση για επιείκεια που έκανε ο δικαστής που τους εξέτασε αρχικά - ο οποίος υποστήριξε ότι ο νόμος ήταν βαθιά άδικος επειδή τιμωρούσε μόνο φτωχούς άνδρες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να έχουν ιδιωτικούς χώρους - ο Υπουργός Εσωτερικών, Λόρδος John Russell, αρνήθηκε να μετατρέψει τις ποινές τους.








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου