Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Δεν πάει έτσι, ρε κουμπάρε… του Πάνου Κολιόπουλου.




Ο Πάνος Κολιόπουλος έχει γράψει πολλά βιβλία με ιδιαίτερο χιούμορ, τα οποία διαθέτει δωρεάν στο ιντερνετ εδώ.
Όπως γράφει ο ίδιος, γεννήθηκε το 1949 στη Λάρισα και σπούδασε ζωγραφική και Ιστορία στη Γενεύη και στο Παρίσι. Εργάστηκε ως γραφίστας και επιμελητής εκδόσεων επί σειρά ετών. Στις αρχές της δεκαετίας του '80 επιχειρεί να λειτουργήσει μια αίθουσα τέχνης στην Κέρκυρα, εγχείρημα που στέφεται από θεαματική αποτυχία. Την ίδια εποχή και στον ίδιο τόπο εκδίδει, με μια συντροφιά φίλων, το σατιρικό underground περιοδικό ΜΕΙΟΝ, προσπάθεια αξιέπαινη - πλην θνησιγενής. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται κυρίως με το γράψιμο και τα ηλεκτρονικά πολυμέσα.
Πριν μερικά χρόνια μου είχαν στείλει στο e-mail το βιβλίο του Μωρή Σούλα, τι γινήκανε οι άντρηδοι,μωρή; από το οποίο και είχα δημοσιεύσει ένα απολαυστικό κείμενο του.
Τώρα διάβασα το Δεν πάει έτσι, ρε κουμπάρε... το οποίο μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ  Download PDF
Και αυτό το βιβλίο, με υπότιτλο  Μέγας Σεξουαλικός Ονειροκρίτης (Με παραδείγματα βγαλμένα απ’ τη ζωή) είναι γραμμένο με εξαιρετικό χιούμορ και όπως γράφει ο ίδιος στην αρχή: .. έχουμε εδώ μια σειρά από αληθινές ιστορίες, με φανταστικά πρόσωπα, που διαδραματίζονται σε μια υποθετική χώρα, με πραγματικές καταστάσεις.
Μια από αυτές, που προσωπικά την διάβασα γελώντας συνεχώς, είναι και αυτή που μετέφερα ολόκληρη εδώ, μαζί με τα σκίτσα που την συνοδεύουν, που τα έχει σχεδιάσει ο ίδιος.


                                                                                                υπό: Σταυρούλας Καρεκλά

                                                                                               οικοκυράς              

Με τον Μένιο μόλις κλείσαμε εικοσιδύο χρόνια έγγαμου βίου. Μην κοιτάς που μικροδείχνω, μπήκα στα βάσανα μικρή. Λόγω ανωτέρας βίας, που λένε. Ήμουν βλέπεις σ’ ενδιαφέρουσα, στα δίδυμα, και δεν γινόταν να το τραινάρουμε το πράγμα, γιατί τι θα ‘λεγε ο κόσμος και κυρίως οι συγγενείς. Οπότε, τι να κάνει κι ο Μένιος, ήθελε δεν ήθελε, με κουκουλώθηκε και νά που πριν να το καταλάβουμε, πέρασε ο καιρός και τα παιδιά –ζωή να ‘χουν– σπουδάζουν και τα δυο πολιτικοί μηχανικοί στη Σαλονίκη. Δόξα τω Θεώ, παράπονο δεν έχω.

Ο Μένιος είναι εργολάβος κι αναλαμβάνει μεγάλα έργα, κρατικά, όπου, όπως λέει ο ίδιος, γίνεται το έλα να δεις κι όρεξη και μυαλό να ‘χει κανείς, να τρώει από εκατό μεριές και με χρυσά κουτάλια. Κι όχι που να το παινευτώ, αλλά ο Μένιος μου και όρεξη έχει –110 κιλά έφτασε το καμάρι μου... όσο ύψος και πλάτος, που λέει ο λόγος– κι όσο για μυαλό... ξουράφι! Είπαμε, παράπονο δεν έχω... Δηλαδή όχι ακριβώς...

Θα μου πεις... ποιο αντρόγυνο δεν έχει τα προβλήματά του; Και θα συμφωνήσω. Πλην όμως, ρε φιλενάδα, υπάρχουν προβλήματα και προβλήματα. Και το δικό μου, για να πω την αμαρτία μου, όλα αυτά τα χρόνια δεν το είχα πάρει είδηση. Κάτι η έγνοια των παιδιών, κάτι το νοικοκυριό... τι να μαγειρέψω πάλι σήμερα;... οι κοινωνικές υποχρεώσεις... ε, δεν είχα και πολύ καιρό να σκέφτομαι. Τώρα όμως που φύγαν τα μανάρια μου και μείναμε οι δυο μας κούτσουρα στο σπίτι διαπίστωσα ότι κάποια πράγματα δεν είναι όπως θα ‘πρεπε να ήταν, πανάθεμά τα!

Καλά το κατάλαβες, περί το σεξουαλικό μιλάω.

Εντάξει... δεν μπορώ να πω ότι ο Μένιος μου –ο Θεός να τον έχει καλά τον άνθρωπο, να μας φροντίζει– ήταν ποτέ κανένα φαινόμενο στον τομέα αυτό, να τον κάνουμε ταινία για μεταμεσονύκτιες προβολές. Μάλλον αδιάφορο θα τον έλεγες, αλλά δικαιολογημένα... Είχε τις σκοτούρες του, ο κουβαλητής μας, τη δουλειά, τις υποχρεώσεις του, τον καθημερινό αγώνα της βιοπάλης... Πού μυαλό για διασκέδαση! Κι όταν καμιά φορά του θυμόταν να επιτελέσει τα συζυγικά του καθήκοντα... μη νομίζεις... τσακ-μπαμ και καληνύχτα σας, ένεκα που είχε να πάει την άλλη μέρα, αξημέρωτα, στα εργοτάξια.

 Να πω την αμαρτία μου εμένα αυτό με βόλευε. Είχα κι εγώ τις σκοτούρες μου, η γυναίκα. Τα παιδιά, το νοικοκυριό, το μαγείρεμα, τα ψώνια, πλύσιμο, σιδέρωμα... πού καιρός για πολυτέλειες και με τι μυαλό, που νύχτωνε κι έλεγα πότε να περάσει η ώρα, να πάω να ξεραθώ, να ξαποστάσουν τα κοκαλάκια μου. Για περιβουτήγματα ήμασταν τώρα, σοβαροί ανθρώποι; Σε παρακαλώ! Άσε που με τα παιδιά στο σπίτι αυτού του είδους τα καμώματα δεν έχουν θέση. Έτσι και σου ξεφύγει ένα «αχ! αχ!» πάνω στη εμπλοκή, άντε να εξηγείς μετά ότι ήταν ο πονόδοντος –χόρτα τρώνε τα διαόλια;

 Όταν όμως το σπίτι άδειασε και κατά συνέπεια ο φόρτος εργασίας της μάνας μειώθηκε, τότε βρέθηκα με κάμποσο χρόνο ελεύθερο και λίγο αυτό, λίγο οι ορμόνες, ε... άρχισα κι εγώ να σκέφτομαι κάπως διαφορετικά. Δηλαδή τι... αυτό είναι η ζωή; Φασίνα, φαγητό, τηλεόραση και ύπνος; Κι εντάξει να ήμασταν τίποτα ερείπια στη σύνταξη και να περιμένουμε τον Βαρκάρη να μας περάσει απέναντι, αλλά δεν ήμασταν... εγώ τουλάχιστον, γιατί ο Μένιος μου, σιδερένιος να ‘ναι... ε, τα χρονάκια του τα ‘χει... Δέκα χρόνια διαφορά είναι λογαριασμός στη φάση αυτή. Αλλά και πάλι... για απόσυρση δεν είναι ο πασάς μου. Εδώ άλλοι πολύ μεγαλύτεροί του κάνουν σημεία και τέρατα!... λίγα βλέπουμε στην τηλεόραση;

 Και τώρα κοίτα να δεις πώς δουλεύει ο άτιμος ο οργανισμός! Άμα σου μπει η ιδέα, μετά αρχίζει και το κορμί να διαμαρτύρε ται και να απαιτεί δικαιώματα που δεν είναι ακριβώς «ψωμί- -παιδεία-ελευθερία» κι «έξω οι βάσεις του θανάτου». Έρχεται ο διάολος (Θε μου ‘σχώρα με) και σου κατσικώνεται στον σβέρκο και ψου-ψου-ψού και μου-μου-μού στο αυτί... αρχίζεις και τρελαίνεσαι.

 Τώρα, κάτι νύξεις απέξω-απέξω που έκανα στον Μένιο μου έμειναν χωρίς ανταπόκριση. «Κάνε πιο πέρα, μωρή, και κάνει ζέστη... δεν δουλεύει καλά και το κλιματιστικό... να θυμηθείς να πάρεις τον μάστορα αύριο» μου ‘λεγε και το ‘ριχνε στον ύπνο και το ροχαλητό.

 Δεν λέω... κουράζεται ο άνθρωπος να κουμαντάρει τις δουλειές του όλη μέρα, αλλά κι εγώ, ως γυναίκα, ψυχή δεν έχω; Σε ρωτάω ευθέως, ρε φιλενάδα.

Η Σία –βαφτισμένη Αθανασία– είναι η κολλητή μου. Εξαπανέκαθεν, που λένε και τα πιτσιρίκια. Απ’ το σχολείο, στις καλόγριες, ακόμα. Ένας ύπνος μας χώριζε, που λέει ο λόγος, κι αυτό όχι πάντα. Που θα πει ότι μυστικά συναμετάξυ μας δεν είχαμε. Η Σία, σε αντίθεση με μένα, που σκλαβώθηκα νωρίς, έκανε τη ζωή της και είναι περπατημένη γυναίκα, φίνα και ντερμπεντέρισσα, όχι καμιά απόμαχη της ζωής –όπως καληώρα (γαμώτη μου!). Οι φαρμακόγλωσσες τη λένε «τεκνατζού», αλλά σάματι χρωστάει καλό ο κόσμος;... δεν τον ξέρουμε;

Τέλος πάντων, πήγα να δω τη Σία κι αυτή αμέσως, με τη μεγάλη της εμπειρία, αποφάνθηκε:

—Έχει γκόμενα!

—Αποκλείεται, της λέω. Ο Μένιος δεν είναι τέτοιος τύπος.

 —Το κινητό του το ‘ψαξες; με ρωτάει η έμπειρη.

—Ε, μέχρι εκεί μου κόβει, βρε φιλενάδα, της κάνω. Το ξετίναξα κανονικά. Τίποτα! Όλες οι κλήσεις και τα μηνύματα για δουλειά είναι. Τα μόνα συνθηματικά ονόματα που βρήκα είναι για υπουργούς και υψηλόβαθμους, για να μη γίνει καμιά στραβή. Μου τα ‘χει πει ο ίδιος αυτά και ξέρω ποιος είναι ποιος. Δεν υπάρχει τίποτα σου λέω.

—Μήπως είναι θέμα υγείας τότε, μου λέει η Σία. Ζωή να ‘χει το καμάρι σου... είναι και ενός κάποιου όγκου... Αν είχε και ύψος θα τον έλεγες και ντουλάπα.

—Ε, πώς... Ένα εβδομήντα... ψηλό τον λες, τον υπερασπίστηκα εγώ αυθορμήτως.

—Ναι, αυτός κι ο Κούγιας, μουρμούρισε η Σία. Τέλος πάντων, το θέμα μας είναι που δεν του κάνει κούκου.

—Α, δεν είπα εγώ αυτό! διαμαρτυρήθηκα. Μια χαρά κούκου του κάνει του ανθρώπου... το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει συνέχεια. Η Σία το σκέφτηκε.

—Τότε το θέμα μας είναι ψυχολογικό, αποφάνθηκε στο τέλος. Πρέπει να δεις έναν ειδικό.

—Τι ειδικό; απόρησα εγώ.

—Θα σε στείλω σε μια δικιά μου ψυχολόγα. Ψυχίατρος-σεξολόγος. Εξαιρετική επιστήμων! Όλα τα βρίσκει. Καλύτερα κι από καφετζού μην σου πω! Εμένα μ’ έσωσε.

Η ψυχίατρος-σεξολόγος δεν ήταν και κανένα τζόβενο... την εξηνταρού πατημένη την είχε, αλλά με τα μπότοξ και τα τραβήγματα ούτε πενηνταπέντε δεν έδειχνε.

Της εξήγησα το πρόβλημα κι αυτή κρατούσε σημειώσεις. Μετά άρχισε να με ρωτάει διάφορα, τόσο για τον Μένιο όσο και για μένα, που θα αποσιωπήσω εδώ, γιατί υπάγονται στον τομέα των προσωπικών δεδομένων –ίσως να εμπίπτουν και στον νόμο περί ασέμνων, δεν ξέρω... —Πρέπει να δω και τον σύζυγο, μου λέει μετά.

—Αυτό αποκλείεται, της το ξεκόβω εγώ. Με τι μούτρα θα τον φέρω εδώ; Θα με διαολοστείλει ο άνθρωπος –και με το δίκιο του.

—Χμμ..., κάνει η επιστήμων. Και μου λέτε ότι σίγουρα το πρόβλημα δεν είναι οργανικό... —Σίγουρα, της λέω μετά βεβαιότητος.

—Τότε πρέπει να είναι ψυχολογικό.

Αυτή είναι η επιστήμη! Δια της εις άτοπον απαγωγής βγάζει σοφά συμπεράσματα.

—Παρατηρώ, συνεχίζει η επιστήμων, ότι έχετε αρκετά παραμελήσει τον εαυτό σας. Θα ξεκινήσουμε μ’ αυτό. Φροντίστε να σουλουπωθείτε και βλέποντας και κάνοντας. Ο Θεός είναι μεγάλος. Εκεί συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ενδεχομένως πιο σοβαρό απ’ όσο νόμιζα. Διότι όταν ακούς την επιστήμη να επικαλείται τον Θεό, φασκελοκουκούλωτα. Φρόντισα βεβαίως πάραυτα να εξωραϊστώ. Έβαψα το μαλλί κίτρινο Σκανδιναβί –σωστή Δανέζα η δική σου!– έφτιαξα νύχια, έκανα αποτρίχωση, φρύδια, τα πάντα όλα και βγήκα σωστό φιγουρίνι.

Περίμενα κάποια αντίδραση από τον Μένιο μου, αλλά... μπα!

—Για κοίτα με, του λέω στο τέλος απηυδισμένη. Δεν βλέπεις τίποτα το διαφορετικό; Με κοίταξε ο Μένιος...

—Τώρα που το λες... κάνα-δυο κιλά τα έχεις πάρει, μου κάνει. Να τρώμε το βράδυ πιο ελαφρά, ρε γυναίκα. Πρέπει να προσέχουμε στην ηλικία που είμαστε.

Πίσω στη σεξολόγα.

—Χμμ..., έκανε αυτή σημειώνοντας στο μπλοκάκι. Για να δούμε... Μήπως αν προχωρούσαμε σε κάτι κάπως πιο προκλητικό;... Πώς κυκλοφορείτε στο σπίτι;

—Πώς να κυκλοφορώ; της λέω. Με ρόμπα και παντούφλες, όπως όλος ο κόσμος.

—Θα κυκλοφορείτε προκλητικά ενδεδυμένη εφεξής, με διατάζει η επιστήμων. Πρέπει να αφυπνίσουμε τη λίμπιντο του συντρόφου κι αυτό, σας το υπογράφω, δεν γίνεται με ρόμπα και παντούφλες. Ακολούθησα τις επιταγές της επιστήμης κατά γράμμα.

Κι ο Μένιος...

—Ρίξε κάτι πάνω σου, ρε μάνα μου, μου λέει. Θα πουντιάσεις και θα ‘χουμε τρεχάματα.

Η σεξολόγα κούνησε το σοφό της κεφάλι και μετά από κάμποσα «χμμ» απεφάνθη.

—Θα βάλουμε τα μεγάλα μέσα, δήλωσε.

Κι εδώ είναι που αρχίζει η περιπέτεια.

Από το πατάρι ξέθαψα τη σχολική ποδιά της μάνας μου (τότε φορούσαν ακόμα ποδιές με άσπρο γιακαδάκι) καθώς και τη σάκα μου από την Τετάρτη Δημοτικού, που είχα φυλάξει γιατί ήταν από καλό δέρμα και υπολόγιζα κάποτε να την κάνω τσάντα.

Η ποδιά ήταν βέβαια τρία νούμερα και βάλε πιο στενή και ιλιγγιωδώς κοντή, αλλά μήπως αυτό δεν θέλαμε; Οπότε την άνοιξα λίγο στα πλάγια, που είχε περιθώριο, και την άφησα έτσι. Βρήκα και κάτι σοσόνια λευκά στο συρτάρι και ήμουν κομπλέ.

Έτσι, το βράδυ μετά το φαγητό, αφού έπλυνα τα πιάτα, κοτσάρισα τη στενοφήκαρη αρχαία ποδιά, τα σοσόνια, ελβιέλες, μια κορδέλα με φιόγκο στο μαλλί, πήρα και τη σάκα αγκαλιά και πήγα να παρουσιαστώ στον Μένιο που παρακολουθούσε με προσήλωση στην τηλεόραση το CSI.

Να με δει αυτός να ξεπροβάλλω έτσι μεταμφιεσμένη κόντεψε να του ‘ρθει νταμπλάς. Κοκκίνισε, γούρλωσε τα μάτια και με κοίταζε εντελώς έκθαμβος.

Πίστευα ότι θα με πρόγκαγε, ως συνήθως, όταν έκανα κάτι που του χαλούσε την ησυχία, αλλά διαψεύστηκα.

—Πού πας εσύ μανάρι μου; μου λέει με την τρεμάμενη φωνή του πορνοβοσκού.

Βλέπεις, ο Μένιος, λόγω ηλικίας, είχε προλάβει τις ποδιές, οπότε το φετίχ δούλεψε στο φουλ.

—Πού να πάω, καλέ κύριε, σχολείο πάω, του απαντάω με το νάζι το τσακίρικο της μαθητριούλας, που το τραβούσε ο οργανισμός της.

—Και δεν φοβάσαι μην σε πειράξουν τίποτις αλήτες στο δρόμο; μου λέει ο Μένιος, αφήνοντας τον καναπέ και το CSI και πλησιάζοντας σαν καλοθρεμμένος αίλουρος.

—Φοβάμαι, πώς δεν φοβάμια, του λέω εγώ. Αλλά τι να κάνω; Να μην πάω σχολείο;

—Να πας, μανάρι μου, είπα εγώ να μην πας; λέει ο όψιμος σάτυρος απλώνοντας κιόλας χερούκλες. Εγώ θα σε πάω... μην σε πειράξουν τα αλητόπαιδα...

Και όντως με πήγε και μια χαρά φτάσαμε στον προορισμό μας, επιτέλους, μετά από τόσο και τόσο καιρό! Η επιστήμη, για μια ακόμη φορά, θριάμβευσε!

Κατενθουσιασμένη επικοινώνησα με την κυρία Κική (έτσι έλεγαν την ειδικό) και της διηγήθηκα τα συμβάντα, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.

—Όπως το υπέθεσα, μου λέει. Έχουμε να κάνουμε με πεσμένη λίμπιντο η οποία τεχνηέντως, στη φάση αυτή τουλάχιστον, δύναται ν’ ανορθωθεί. Καλά, συνεχίστε έτσι κι αναλόγως των αποτελεσμάτων θα καταστρώσουμε το πλάνο θεραπείας.

—Μα τι θεραπεία μου λέτε; διαμαρτύρομαι εγώ. Δεν είπαμε ότι είχαμε ριζική ανόρθωση των πάντων; Πάει, θεραπεύτηκε ο άνθρωπος.

—Μην αυταπατάσθε, κυρία Σταυρούλα μου, ήρθε η κοφτή απάντηση της επιστήμονος. Μια μάχη κερδίσαμε μόνο, όχι τον πόλεμο. Συνεχίστε εσείς με αμείωτο ζήλον και βλέπουμε. Οπότε, τι να ‘κανα η γυναίκα, ακολούθησα τις συμβουλές της επιστήμης κι επανέλαβα το πείραμα. Και τη δεύτερη φορά είχαμε αξιοσημείωτη επιτυχία, την τρίτη όμως...

—Άσε με, μανάρι μου, που βλέπω CSI, μου λέει ο Μένιος, χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του από την τηλεόραση. Εσύ πήγαινε να κάνεις τα μαθήματά σου, μη σε σηκώσει ο δάσκαλος αύριο και δεν ξέρεις.

Άντε πάλι από την αρχή στην κυρία Κική. Και να μου ‘χουν πέσει και τα μούτρα!

—Εμ σας το είπα, δεν σας το είπα, κυρία Σταυρούλα μου; θριαμβολόγησε εκείνη. Απλώς ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση κάναμε. Η οριστική επιτυχία βρίσκεται ακόμη, φοβούμαι, παρασάγγας μακράν.

—Μα τι άλλο να κάνω, η έρμη; αναφώνησα εγώ άπελπις. Έτσι και μου ξαναπεί να πάω να κάνω τα μαθήματά μου θα του κοπανήσω τη σάκα στο κεφάλι.

Η κυρία Κική φάνηκε να το σκέφτεται, σημειώνοντας διάφορα στο μπλοκάκι της κι αφήνοντας διάφορα περισπούδαστα «χμμμ...».

—Πείτε μου, λέει μετά. Ο σύζυγός σας είναι άτομο θρησκευόμενο;

—Εντάξει... δεν έχει και στασίδι ρεζερβέ στην εκκλησία, της λέω. Μια φορά τον σταυρό του τον κάνει.

—Υπέροχα, μου λέει. Θα απευθυνθούμε λοιπόν στα θρησκευτικά του απωθημένα. Να έχετε υπόψη σας πως η θρησκεία, στην επιστήμη μας, αποτελεί μία σχεδόν ανεξάντλητη περιοχή άντλησης φετίχ.

—Δηλαδή; απορώ εγώ.

—Η αίσθηση της αμαρτίας είναι ένα από τα ισχυρότερα αφροδισιακά, μου εξηγεί η επιστήμων. Ετοιμαστείτε να ασπασθείτε τον μοναστικό βίο. Μου πήρε αρκετό κόπο και ψάξιμο, αλλά στο τέλος και ράσα βρήκα και κεφαλομάντηλο και σταυρούς και κομποσκοίνια κι απ’ όλα. Μια μικρή επέμβαση στο ντεκολτέ (που όχι να το περηφανευτώ, αλλά είναι το μεγάλο μου προσόν) και ήμουν έτοιμη να λάβω την ευλογία του Αγίου Πρεβέζης –εάν ενθυμείστε.

Να με δει ο Μένιος να παρουσιάζομαι οσία Πουλχερία βάρεσε συναγερμό –πλήρη, με έπαρση σημαίας.

—Αγία Ηγουμένη! αναφώνησε. Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει στο φτωχικό μας;

—Έχω προς πώληση –δια την ανέγερση του τέμπλου της οσίας Ευλαμπίας, μεγάλη η χάρη της– αγιασμένα εικονίσματα και κομποσκοίνια, τέκνον μου, του λέω εγώ –Παξινού κανονική πια.

—Ω, μα ενδιαφέρομαι προσωπικώς, με διαβεβαίωσε ο Μένιος επιτελώντας τις γνωστές κυκλωτικές του κινήσεις. Περάστε από την κρεβατοκάμαρη να μου τα δείξετε

Και βέβαια έγινε ευλογητός ο Κύριος, σε σεπτή ολονυχτία. Όπως θα ‘λεγε κι ο χύδην όχλος: είπα τον Δεσπότη Παναγιώτη και είδαμε τον Χριστό φαντάρο, κανονικά, με παλάσκες και άρβυλα. Η παράσταση επαναλήφθηκε άλλες δυο φορές και μετά ο Μένιος σταυροκοπήθηκε, είπε «βοήθειά μας» κι επέστρεψε στην τηλεόρασή του.

Η κυρία Κική είχε βγάλει όμως κάποια επιστημονικά συμπεράσματα.

—Χμμ..., είπε κατά το συνήθειό της. Φαίνεται ότι η ενδυνάμωση ή καλύτερα θα έλεγα η επαναφορά της λίμπιντο του υποκειμένου που μας απασχολεί είναι μικράς διαρκείας. Πεπερασμένης θα πρόσθετα. Με την ικανοποίηση της φαντασίωσης το ενδιαφέρον φθίνει και φθίνει τάχιστα, δυστυχώς. Που σημαίνει ότι το ενδιαφέρον πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς με νέες παραστάσεις και προτάσεις.

—Δηλαδή, γιατρέ μου;...

—Δηλαδή, κυρία Σταυρούλα μου, να σου το θέσω αλλιώς. Όταν μια θεατρική παράσταση παύει να προσελκύει κόσμο, τι κάνει ο θιασάρχης; Την αλλάζει. Ανεβάζει καινούργια παράσταση, το ταχύτερο δυνατόν.

—Παναπεί ότι εγώ, η έρμη, θα υποδύομαι συνεχώς ρόλους; ρώτησα κάπως ανήσυχη.

—Μέχρις ότου το κοινό μας –στην προκειμένη περίπτωση ο σύζυγος– πάψει να απαιτεί ποικιλία εναλλασσόμενη αενάως και εκτιμήσει τον θίασο –εσάς δηλαδή, κυρία Σταυρούλα μου– όχι για την ικανότητα εναλλαγής των ρόλων, αλλά για την αξία της υποκριτικής –με τη θεατρική έννοια το εννοώ– ανεξαρτήτως ρεπερτορίου. Θέλουμε δηλαδή να τον πιάσουμε πελάτη, που θα προσέρχεται ακόμα κι αν ανεβάζουμε πατάτες. Κάτι σαν το κοινό του Κουν δηλαδή.

—Ο Μένιος στου Κουν!... να ζήσω να το δω κι αυτό! μουρμούρισα. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση εγώ, το τίποτα, να αμφισβητήσω ολόκληρη επιστήμη, και μάλιστα όταν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η θεωρία ήταν σωστή.

Κι έτσι ξεκίνησε ένας μαραθώνιος παραστάσεων που ούτε το πλέον δραχμοσυντήρητο θεατρικό μπουλούκι δεν είχε ποτέ βιώσει. Έπαιξα διαδοχικά τη δασκάλα, την εφοριακό, την αστυνομικίνα, τη στριπτητζού σε σκυλάδικο, την καμπαρετζού, την κυρία του κόσμου, την αεροσυνοδό (εδώ ο Μένιος απαίτησε να τον φωνάζω «Ανδρέα»), την παραδουλεύτρα, την Κοκκινοσκουφίτσα, τη Χιονάτη, τη Τζαίην (όπου έπρεπε να τον αποκαλώ «Ταρζάν»), την περιπτερού της γειτονιάς, τη φιλενάδα μου τη Σία (κατόπιν δικής του επιθυμίας –που μου έβαλε κάποιους ψύλλους στ’ αυτιά) κι ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νους του (μερακλή) ανθρώπου.

Δεν έχω παράπονο, κάθε φορά η ανταπόκριση του κοινού ήταν ενθουσιώδης κι εγώ ανακάλυψα σε μένα ένα ταλέντο που ούτε να το υποπτευθώ πριν.

—Κάποια στιγμή θα σταθεροποιηθούμε σ’ ένα ρόλο, με παρηγορούσε η επιστήμων Κική. Και μόλις συμβεί αυτό θα δείτε ότι η απαίτηση σύντομης αλλαγής έργου θα ατονήσει. Υπομονή.

Υπομονή έκανα, γιατί –εδώ που τα λέμε μεταξύ μας, φιλενάδα– το όλο σκηνικό καθόλου δεν με χάλαγε. Μια χαρά περνάγαμε. Γιατί ποιος είχε ιδιωτικές Απόκριες στο σπίτι του σχεδόν κάθε μέρα;

Και να δεις που για μια ακόμη φορά η επιστήμη είχε δίκιο. Η στροφή έγινε υπό την μορφή έκφρασης επιθυμίας από το ίδιο το φιλοθεάμον κοινό.

—Ξέρεις τι σκέφτομαι, ρε γυναίκα; μου λέει ένα βράδυ που είχαμε αργία ο Μένιος.

—Τι σκέφτεσαι, πασά μου; ενδιαφέρθηκα εγώ.

—Νά... σκεφτόμουν ότι την πολιτική την έχουμε αφήκει απόξω, μου λέει ο Μένιος.

—Μπα; του κάνω. Και τι σχέση έχει η πολιτική με τα σώβρακα –μετά συγχωρήσεως;

Γέλασε ο Μένιος, αφήνοντας να του ξεφύγουν και δυο πορδές –ένεκα που του είχα μαγειρέψει στιφάδο και τα κρεμμύδια του φέρνουν πάντα αέρια.

—Αμ, αν δεν έχει η πολιτική ποιος έχει; μου λέει. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Όπως ξέρεις, εγώ, ένεκα η δουλειά μου – ολόκληρη αυτοκρατορία, μιλάμε!– έχω πάρε-δώσε μ’ ένα σωρό πολιτικάτζες. Άνευ αυτοί δουλειά δεν γένεται. Αλλά, πάνε ρώτα όποιον θες... άπαξες και μπλέξεις με δαύτους θα σε κουτουπώσουν, δεν υπάρχει περίπτωση. Οπόταν, ρε μανάρι μου, καημό το έχω να βρεθώ κι εγώ μια φορά από πάνω. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις...

—Σε καταλαβαίνω, Μένιο μου, πώς δεν σε καταλαβαίνω, του λέω εγώ πρόθυμα. Από πού θες να ξεκινήσουμε;

—Απ’ τη δικιά μας, μου λέει ο Μένιος. Την Υπουργό Δημοσίων Έργων. —Μα αυτή, Μένιο μου, είναι ένα πατσούρι απερίγραπτο! διαμαρτύρομαι εγώ.

—Γιατί, οι άλλες τι είναι; γέλασε ο Μένιος. Αν εξαιρέσεις δυο-τρεις βουλευτίνες (που βγήκαν λόγω μόστρας) όλες τους είναι να κλαις τους άντρηδοί τους με μαύρο δάκρυ. Και να σε παρακαλάνε, που λέει ο λόγος, δεν τους κάθεσαι. Οπόταν, με σένα, κορμάρα μου εσύ ατελείωτη!... μου δίνεται η ευκαιρία να πάρω τουλάχιστον το αίμα μου πίσω και να το ‘φχαριστηθώ.

Η επιστήμων Κική να το ακούσει ενθουσιάστηκε.

—Ορίστε! αναφώνησε. Η ευκαιρία που περιμέναμε! Μέχρι να μας τελειώσουν όλες –ως και την Προεδρίνα της Δημοκρατίας υπολογίζω– θα περάσουν μήνες. Οπότε θα έχουμε καταφέρει να τον σταθεροποιήσουμε, παρέχοντας στη λίμπιντό του ομοιογενή ερεθίσματα. Όμως, για να έχουμε αποτελέσματα, θα πρέπει κι εσείς, κυρία Σταυρούλα μου, να είστε απταίστως πειστική στον ρόλο σας. Χρειάζεται μελέτη.

—Δεν έχω αφήσει βίντεο για βίντεο της Παξινού στο YouTube, τη διαβεβαίωσα.

—Χμμ..., μου κάνει η κυρία Κική. Σκεφτόμουν κάτι πιο αποτελεσματικό... Το Κανάλι της Βουλής ας πούμε.

                                            * * *

Βρισκόμαστε στον δεύτερο μήνα πλέον και δεν έχουμε φτάσει ούτε στα μισά της κυβερνητικής παράταξης. Ουδέποτε θυμάμαι τον Μένιο μου τόσο ενθουσιώδη. Αυτό το «Τι σου κάνω, υπουργάρα μου;» έχει γίνει πια το λάϊτ-μοτίβ της κάπως ιδιόμορφης ερωτικής ζωής μας. Παναπεί το σύστημα δουλεύει ρολόϊ. Τόσο που το σκέφτομαι σοβαρά στις επόμενες εκλογές να βάλω υποψηφιότητα. Με τις άκρες που έχει ο Μένιος μου βόλτα στο πάρκο θα είναι.


Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

ΔΥΟ ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ




Όσοι διαβάσουν αυτή την τρυφερή ιστορία θα καταλάβουν γιατί όταν την δημοσίευσα στις 20-10-2006 (8 σχόλια), την αφιέρωσα στην μνήμη της  Ιωάννας Μπουκουβάλα Αναγνώστου!


Σήκωσε με τρυφερότητα την φωτογραφία του από το σύνθετο και την ξεσκόνισε όπως έκανε κάθε μέρα. Σκέφτηκε ότι αυτά τα γαλανά μάτια που την κοίταζαν χαμογελαστά μέσα από την φωτογραφία ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε πάνω του όταν τον πρωτοείδε πριν 25 χρόνια. Είκοσι πέντε χρόνια που δεν κατάλαβε καλά καλά πως πέρασαν χωρίς ποτέ να ανταλλάξουν μια σκληρή κουβέντα όπως τόσα άλλα ζευγάρια που ήξερε. Βέβαια λόγω της δουλειάς του, περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος, κοντά τον μισό χρόνο της κοινής ζωής τους ήταν μακριά από το σπίτι, οπότε πίστευε ότι δεν είχαν τις μικροσυγκρούσεις που προκαλεί η καθημερινή συμβίωση. Το μόνο διάστημα που είχαν μείνει μαζί πάνω από ένα χρόνο ήταν πριν 20 χρόνια που έκαναν τις προσπάθειες για να κάνουν παιδί.
Ήταν μια περίοδος της ζωής της που πάντα προσπαθούσε να την σπρώξει έξω από τη μνήμη της ιδίως την ημέρα που ο γιατρός της ξεκαθάρισε ότι από μια σπάνια γενετική ανωμαλία δεν θα έμενε ποτέ έγκυος. Ήταν η μοναδική φορά που είδε αυτά τα χαμογελαστά γαλανά μάτια που τόσο αγαπούσε να σκοτεινιάζουν
Ήξερε καλά πόσο ήθελε ένα παιδί και παρά το ότι της έλεγε ότι δεν πειράζει ,ίσως να είναι καλύτερα να είναι μόνο οι δύο τους, έβλεπε πως χάιδευε και έπαιζε με τα παιδιά των φίλων και των συγγενών τους.
Παρά το ότι απωθούσε συνέχεια όλα αυτά από το μυαλό της δεν υπήρξε μέρα που οι σκέψεις αυτές να μην ερχόντουσαν απρόσκλητες στη μνήμη της μέχρι εκείνη τη μέρα.
Εκείνη τη μέρα που παρακολουθούσε στη τηλεόραση τα νέα για το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα όταν άρχισε ο εκφωνητής να λέει τα ονόματα των θυμάτων πήγαινε προς την κουζίνα, όταν ένα όνομα σαν μαχαίρι καρφώθηκε στο κεφάλι της.
Ήταν του άντρα της.


Από εκείνη τη στιγμή και μετά αυτά που κρατούσε η μνήμη της ήταν σαν σκορπισμένα κομμάτια από ένα παζλ που όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε αλλά και δεν ήθελε να το συναρμολογήσει.
Το μόνο που ήταν σαφές στη μνήμη της ήταν ότι δεν μπορούσε να κλάψει λες και όλα τα δάκρυα είχαν μαζευτεί μέσα της και πότιζαν τα σωθικά της.
Σήμερα, ένα χρόνο μετά διάσπαρτες αναμνήσεις την πλημμύριζαν καθώς κρατούσε την φωτογραφία.
Τότε κτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Όταν άνοιξε αντίκρισε ένα κοριτσόπουλο γύρω στα 20 που είχε την εντύπωση ότι κάπου το είχε ξαναδεί.
Το κορίτσι την ρώτησε το όνομα της και αφού της το είπε ζήτησε να περάσει μέσα για να μιλήσουν.
Αφού κάθισαν στο σαλόνι η κοπέλα την κοίταζε σιωπηλή και ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χωρίς αναφιλητά. Μην μπορώντας να καταλάβει τίποτα πήγε δίπλα της και συγκινημένη από το βουβό αυτό κλάμα την αγκάλιασε από τους ώμους.


Στις επίμονες ερωτήσεις της γιατί κλαίει, η κοπέλα δεν απαντούσε αλλά προσπαθούσε να σκουπίσει τα μάτια της μέχρι που ψέλλισε χαμηλόφωνα
–ήταν και η μάνα μου στο αεροπλάνο.

Την αγκάλιασε και όσα δάκρυα είχαν μαζευτεί εδώ και ένα χρόνο μέσα της έτρεξαν μεμιάς.

Αφού ηρέμησαν ρώτησε την κοπέλα πως από τόσους συγγενείς των θυμάτων βρήκε αυτήν.
Η απάντηση την άφησε άφωνη.
-Ο άντρας σας ήταν ο πατέρας μου και ταξίδευαν μαζί με την μητέρα μου.
Της εξήγησε ότι ο πατέρας της ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και έλλειπε για μεγάλα διαστήματα από το σπίτι αλλά όταν ήταν εκεί ήταν ο καλύτερος πατέρας του κόσμου.
Με την μητέρα της δεν είχαν παντρευτεί , αλλά όταν γεννήθηκε η κοπέλα την αναγνώρισε σαν γνήσιο παιδί του και είχε φροντίσει για το μέλλον της.
Μαζεύοντας μετά τον θάνατο των γονιών της τα πράγματα τους στο σπίτι για να μετακομίσει σε ένα μικρότερο βρήκε στο γραφείο του πατέρα της σε ένα κλειδωμένο συρτάρι ένα γράμμα που της έγραφε την πραγματικότητα.
Ζητούσε συγνώμη για τα ψέματα που είχε πει στις δύο γυναίκες της ζωής του, αλλά ο πρόσκαιρος δεσμός με την μητέρα της διατηρήθηκε όταν αυτή έμεινε έγκυος και του χάρισε ότι πιο πολύ επιθυμούσε στη ζωή του –ένα παιδί.
-Θεώρησα ότι έπρεπε να έρθω να σας πω όλη αυτή την ιστορία γιατί είστε ένα σημαντικό μέρος από την ζωή του πατέρα μου. Λέγοντας την αλήθεια θεωρώ ότι ξεκαθάρισα από το παρελθόν και από δω και πέρα θα πρέπει να κοιτάξω μόνη μου πλέον τι θα κάνω στη ζωή μου.

Σηκώθηκε να φύγει δίνοντας της το χέρι.
Εκείνη την αγκάλιασε και της είπε:
-Αγάπη μου δεν είσαι μόνη σου στη ζωή, από σήμερα έχεις μια νέα μητέρα!




Στη μνήμη της
Ιωάννας Μπουκουβάλα- Αναγνώστου.!

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ




Πρίν από ένα μήνα είχα γράψει το ποστ  Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ μετά  την αιφνίδια απώλεια του πολύτιμου αυτού φίλου μας.
Σε αυτό το ποστ παραπέμπω  και  σε κείμενα του που μου είχε στείλει και τα οποία έχω δημοσιεύσει στο μπλόγκ μου.
Σήμερα θα βάλω το τελευταίο κείμενο που μου είχε στείλει, με τον τίτλο που ο ίδιος είχε βάλει.
Είναι αφιερωμένο στην κόρη του  και  είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο, για τους λόγους που έχει γράψει  ο ίδιος στην αρχή και στο τέλος,  αλλά και γιατί το διήγημα αυτό περιέχει και προσωπικά του βιώματα από τα νιάτα του, όταν ζούσε και γνώρισε και την γυναίκα του στις περιοχές που περιγράφει, την εποχή που δούλευε ως προμηθευτής πλοίων.
Προσωπικά θεωρώ ότι αυτό το κείμενο αποδεικνύει με τον πιο περίτρανο τρόπο το ιδιαίτερο χάρισμα  που είχε στον γραπτό λόγο και το οποίο δυστυχώς δεν το καλλιέργησε περισσότερο.
Στον χάρτη με μπλέ είναι η διαδρομή  που περιγράφει από την Γάνδη μέχρι το Ρότερνταμ που έμενε και με κόκκινο οι διάφορες πόλεις   που αναφέρει στο κείμενο.
Στο τέλος έχω βάλει σύντομες  επεξηγήσεις μερικών λέξεων που πιθανόν μερικοί να μην γνωρίζουν.


Στις αρχές του Νοεμβρίου βρέθηκα μετά από συγκοπτικό επεισόδιο στο Ωνάσιο.
Την παραμονή της τριπλής επέμβασης βηματοδότη, απιονιστή  και
ηλεκτροφυσιολογικής αποκαταστάσεως, έγραψα ένα διήγημα
αφιερωμένο στην κόρη μου που τόσο πολύ μου συμπαραστάθηκε
και που μόνο σε λίγους μπορώ να το εμπιστευτώ.


Ο καπετάνιος καθισμένος αναπαυτικά στο γραφείο του συνέχιζε να διηγείται διάφορες χιλιοειπωμένες ιστορίες από τα ταξίδια του στους νυσταγμένους   ακροατές του, τον υποπλοίαρχο και τον υπάλληλο του προμηθευτή που είχε φέρει τους λογαριασμούς για υπογραφή και τον άκουγαν αναγκαστικά.
Το πλοίο του, ένα 25αρι σταράδικο1, με το accommodation  στην μέση,  κλασικό φορτηγό του 60 σχεδόν καινούργιο για τα standards της αρχής του 1970, ήταν σπατσαρισμένο2 από βραδύς, αλλά χάνοντας την μαρέα3 λόγω της ομίχλης, θα έπρεπε να περιμένει τον πιλότο αργά το πρωί που θα ξανανέβαιναν τα νερά για να λύσει κάβους για το Rosario4, ναυλωμένος voyage charter5  με επιστροφή πάλι στο Eurosilo6  στην Γάνδη.


- Ένα ουϊσκάκι ακόμα ;
Ο Clark έριξε μια ματιά στο ρολόι του, είδε ότι κόντευαν μεσάνυκτα, έβαλε στην τσάντα του τα δύο πακέτα Marlboro που του πρόσφεραν - το μόνο πράγμα που δεχόταν να πάρει από ένα καράβι - και χαιρέτισε επαγγελματικά :
-  Όχι καπετάνιε μου, ευχαριστώ. Με την ομίχλη θα κάνω δύο ώρες μέχρι το  Rotterdam και αύριο πολύ πρωί έχω να πάω σε βαπόρι στο Bremen.
   Καλό σας ταξίδι και θα τα ξαναπούμε στον γυρισμό..
Κατέβηκε από την ξύλινη σκάλα του σαλονιού  στον αλουέ του πληρώματος,  κοντοστάθηκε στην κλειστή πόρτα του Δοκίμου,  άκουσε σε σπαστά ελληνικά τα χαχανητά κάποιας γοργόνας του λιμανιού, και μετά με ένα πονηρό χαμόγελο προχώρησε ανοίγοντας την πλαϊνή πόρτα για το deck.
Ήξερε τι θα αντικρύσει στην κουβέρτα, όμως αυτό του έφερε τρόμο, όπως έλεγε ο ποιητής.7
Δεν είχε ξαναδεί σε πλοίο να μην διακρίνεται από το αμπάρι Νο3  μπροστά στον καθρέφτη το αμπάρι Νο2,  ούτε μπίγες8  κομμένες 8 ποδάρια πάνω από την κουβέρτα, πατρονιαρισμένες στο ίδιο  μπαμπακερό σταχτί σεντόνι που τύλιγε τα πάντα στην σιωπή του τάφου.
Αέρας νεκρός, υγρός, να μουσκεύει την νιτσεράδα στα τρία βήματα,, οι γνωστοί ήχοι του ντόκου θαμμένοι στο πούσι, και μόνο το κλάμα κάποιας σειρήνας να ηχεί απόκοσμα στην άκρη της κόλασης ή του λιμανιού.
Είδε τον βατσιμάνη9 να καπνίζει σκυμμένος στα ρέλια10 χαζεύοντας το τίποτα και του φώναξε να μαϊνάρει11 την σκάλα. Δεν τον άκουσε. Προχώρησε και τον άγγιξε απαλά στον ώμο και αυτός γύρισε κοιτάζοντας τον παράξενα σαν να ήθελε να του πει :  - Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό ;
Περπάτησε στην μέση της μεταλλικής γέφυρας για την αποβάθρα στο λιγοστό φιλτραρισμένο φως που έριχναν οι αντικριστοί φανοστάτες .
 Άλλες νυχτιές περπατούσε δίπλα στα ρέλια για να πιαστεί από αυτά σηκώνοντας ψηλά τα πόδια του όταν έκαναν ντου οι ορδές των αρουραίων που βρίθουν σε όλα τα σιλό του κόσμου, αλλά απόψε περπατούσε στην μέση ξέροντας ότι με την ομίχλη κρύβονται ακόμα και τα ποντίκια.
Βρήκε το πορτοκαλί του αυτοκίνητο βαμμένο μουσταρδί από τα κίτρινα φώτα του light tower δίπλα στην πύλη που μόλις διακρινόταν,  κούνησε το χέρι του σε ένα χαιρετισμό στον πορτιέρη στο φυλάκιο που διάβαζε αδιάφορα την φυλλάδα του, και έστριψε αριστερά στον λασπωμένο δρόμο που σε βγάζει από το λιμάνι ψάχνοντας την ταμπέλα για τον δρόμο της Αμβέρσας.


Σκοτάδι περίεργο για τέτοια γειτονιά. Από μια μοναχική γυναικεία φιγούρα που σουλατσάριζε στο δεξί πεζοδρόμιο κρατώντας μία πολύχρωμη ομπρέλα, κατάλαβε ότι προχωράει σωστά. Κάπου πιο κάτω πρέπει να είναι τα μπαρ και τα κόκκινα φανάρια που σήμερα αρχές Νοέμβρη του 1973 λούφαζαν στην ομίχλη με την απουσία του πληρωμένου έρωτα.
Γάνδη-Αμβέρσα χιλιόμετρα 50.  Η παλιά  εθνική οδός Ε-4 με 3 λουρίδες, μια να πηγαίνει, μία να έρχεται και η μεσαία για προσπέρασμα.
Μια καρμανιόλα στην λιακάδα και απόψε η τέλεια κρυψώνα για τον θάνατο να παραμονεύει στα 5 μέτρα μέσα στην νύκτα στην ευθεία,  με το πεινασμένο του χαμόγελο πίσω από τις γέρικες σημύδες .
Έριξε μια ματιά στο καντράν. Το ταχύμετρο στα 70. Το ρολόι να λέει 12.15  και το μοτόρι στις 2500 στροφές να δουλεύει αθόρυβα με τον ρόγχο του  πνιγμένο στο μπαμπάκι της ομίχλης.
- Γαμώτο, ψιθύρισε. Με τον κωλόκαιρο ούτε στις 2.30 δεν θα έχω φτάσει σπίτι.
Το ταχύμετρο στα 80
Το ταχύμετρο στα 90
- Φτάνει σκέφτηκε, το παράχεσες !
 Δρόμος αδειανός.  Οι στροφές στις 3500. Ταχύμετρο στα 100. Τα δάκτυλα να σφίγγουν το τσιγάρο στο τιμόνι. Τα κόκκινα φώτα του μανδύα του χάρου αναμμένα  ξαφνικά μπροστά του. Με 30 χιλιόμετρα πήγαινε ένας ατζαμής πατώντας την διαχωριστική της δεξιάς !
Φρενάρισμα πανικού, τιμόνι αριστερά, μπηχτή με δύο δάκτυλα κατέβασμα ταχύτητας, προσπέρασμα στην άκρη της μεσαίας, μάτια  τυφλωμένα. από τα φώτα του αγανακτισμένου φορτηγατζή στην προσπάθεια να τον γλυτώσει από την θανάσιμη αγκαλιά του τριαξωνικού του στο αντίθετο ρεύμα …..
Το ταχύμετρο πίσω στα 70.
-  Μπαγάσα, ξεφύσησε ανακουφισμένος, φτηνά την γλύτωσες πάλι !
   Δεν βαριέσαι, συνέχισε, πρώτη φορά είναι ; κάθε μέρα τα ίδια !
   Εσύ θα πεθάνεις από  το τσιγάρο και όχι από αυτοκίνητο !
Το πορτοκαλί προειδοποιητικό φανάρι στην διασταύρωση για το Mechelen πρόβαλε ξαφνικά στην ομίχλη, φέρνοντας στον νου του παλιές αναμνήσεις.
Δεν είχαν περάσει ούτε 5 χρόνια από την εποχή που τύχαινε γυρνώντας από κάποιο γαλλικό λιμάνι να βρίσκεται εκεί κοντά γύρω στις 9.00 και έπαιρνε τότε τον δρόμο του Mechelen,  περνώντας τα σύνορα της Γερμανίας στο Aachen για να φτάσει στο Gladbach12 πριν τις 10.30 που έπεφτε εκείνη στο κρεβάτι. 



Κορνάριζε, εκείνη έβγαινε στο παράθυρο πίσω από το τζάμι της σοφίτας και έμενε εκεί ανταλλάζοντας νοήματα, μέχρι να  τους πάρει χαμπάρι ο πατέρας της και να κλείσει τις κουρτίνες, προτού γίνει ρεζίλι στην γειτονιά με τα καμώματα της κόρης του.
Τώρα πια δεν χρειάζεται παράκαμψη 3 ωρών στο χιόνι,  στην βροχή ή την ομίχλη για να της γνέψει μια καληνύχτα.
Την βρίσκει γυρίζοντας τις νύκτες από  βαπόρι στο κρεβάτι τους να κοιμάται, με τα σεντόνια τους γεμάτα θρύψαλα παξιμαδιών που ροκάνιζε διαβάζοντας.


Μια υποψία αύρας πάνω από τον Schelde έκανε να φανούν αμυδρά τα κίτρινα φώτα της σουπιέρας του ring της Αμβέρσας.
Αμβέρσα – Brasschaat στα Ολλανδικά σύνορα, χιλιόμετρα 45.
Ένα highway με 6 λουρίδες ολοκαίνουργο, φωτισμένο, με όριο ταχύτητας 130, η ορατότητα στα 400 μέτρα αρκετά για προσγείωση αεροπλάνου, 180 στο κοντέρ και τον Νταλάρα να υπόσχεται ότι θα έρθει άσπρη μέρα και για εμάς…


 Εκεί κάτω οι φίλοι θα φεύγουνε τώρα με τα κορίτσια τους από την ταβέρνα και αν ήταν ωραίο το βράδυ αρχές Νοέμβρη, μπορεί να είχαν φάει έξω κάτω από το σκεπαστό με την κληματαριά, θα τραγουδάνε  Θεοδωράκη, ( με κλειστά  τζάμια στο αυτοκίνητο για τον φόβο των ρουφιάνων),  αγνοώντας ότι για αυτούς η άσπρη μέρα πλησιάζει, ενώ για εμάς στις χώρες των Λαιστρυγόνων όλες οι μέρες θα παραμένουν γκρίζες….
Το κόκκινο φανάρι της σηκωμένης μπάρας του συνοριακού σταθμού αναμμένο και οι τελωνοφύλακες με μισό μάτι ανοιχτό να χαζεύουν κάποιο τρελό που περνάει αυτή την ώρα και μ’ αυτόν τον καιρό τα σύνορα με 100 !
Brasschaat  μέχρι Breda 10 χιλιόμετρα και μέχρι το Rotterdam άλλα 45.
Αν το ρισκάρει τρέχοντας λίγο παραπάνω μπορεί να φτάσει μέχρι τις 2.00.



Αν φτάσει ένα τέταρτο αργότερα τι θα γίνει ;
Μόνο ο Δάντης μπορεί να δώσει την απάντηση ….
Ο αυτοκινητόδρομος παλιός με 4 λουρίδες χωρίς φωτισμό και  ψιλόβροχο, με το κοντέρ στα 150 να πακετάρει το αμάξι μέσα σε ένα γκριζωπό σεντόνι 10 μέτρα μπροστά του, με ένα δεύτερο πίσω να φεγγίζει στον καθρέφτη κόκκινο από το φωτάκι της ομίχλης, και τα δύο σεντόνια του Θησέα στα πλευρά.
Το στομάχι να διαμαρτύρεται για το «βρώμικο» στον πηγαιμό, τα μάτια βαριά από το 3ο ξενύχτι στην σειρά και τους ώμους πιασμένους.
Τσιγάρο μπηγμένο μέσα στην διχάλα που σχηματίζουν ο δείκτης με τον μεσαίο, η καύτρα  μισό πόντο από το δέρμα να προχωράει γοργά  να κάψει το κρέας, και τα κλειστά μάτια να ξυπνάνε κάθε μισό λεπτό από την ζέστη της .
Σπρώξιμο του φίλτρου με τον αντίχειρα να ανέβει η καύτρα μισό πόντο πιο ψηλά, τίναγμα στο τασάκι και πάλι ξεκούραση των ματιών για μισό λεπτό στην ευθεία μέχρι το νέο κάψιμο ή το δυστύχημα.
Νύστα, ο μεγαλύτερος εχθρός του επαγγελματία οδηγού.
Τσιγάρο, ο καλλίτερος φίλος του.
Τσιγάρο στην διχάλα των δακτύλων, ο μόνος τρόπος για να φτάσεις κάποτε στο σπίτι σου, αν φτάσεις …
Είκοσι λεπτά ακόμα. Δύο τσιγάρα δρόμος. Θα μπει πρώτα στο δωμάτιο του παιδιού που θα κοιμάται ανάσκελα στο κρεβατάκι του με τα χεράκια του ανοικτά πάνω από το καστανό του κεφαλάκι και τις χουφτίτσες του κλειστές.
Τότε θα της δώσει τους δείκτες των χεριών του που τους σφίγγει στον ύπνο της με εμπιστοσύνη μέχρι την αιωνιότητα που δεν θα έρθει ποτέ, όπως και  ο έρωτας πάνω στα θρύψαλα των παξιμαδιών στο κρεβάτι τους που τόσο πολύ του έλειψε.
Η κίνηση στην απέναντι πλευρά του δρόμου αυξάνει.
Το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο εγκαταλείπει την πόλη με τα φανάρια σβηστά.
Το απέναντι ρεύμα γέμισε. Μπήκαν και στο δικό του ρεύμα.
Όλοι φεύγουν και μόνο αυτός πάει ανάποδα με τα φανάρια αναμμένα οδηγώντας πάνω στην λουρίδα έκτακτης ανάγκης.


Η πόρτα από το γκαράζ της θύμησης ανοικτή. Παρκάρισε στην ίδια θέση την BMW εκεί που την έβαζε ,πριν την πουλήσει εδώ και 40 χρόνια και προχώρησε με κουρασμένα βήματα στον διάδρομο για τον πάνω όροφο με την σκέψη του στην μικρή φουχτίτσα που θα τον κρατά αύριο το πρωί από το δάκτυλο, ακολουθώντας τον μέχρι την πόρτα του χειρουργείου 


Ωνάσειο Κ.Κ.
4 Νοεμβρίου 2015
Θ.Φ.


ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
1-σταράδικο= πλοίο που μεταφέρει στάρι
2-σπατσαρισμένο= Από το ιταλικό spazzare. Ανήκει στο ιδίωμα των ναυτικών. Σημαίνει ξεμπερδεύω, τελειώνω δουλειά.
3-Μαρέα= η παλίρροια. Το τραγούδι Μαρέα σε ποίηση του Νίκου Καββαδία
4- Rosario= Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής.. Είναι εμπορικό κέντρο της βορειοανατολικής Αργεντινής, καθώς βρίσκεται πάνω στον ποταμό Παρανά, από όπου διέρχονται διάφορα εμπορεύματα.
5- voyage charter= η ναύλωση κατά ταξίδι .
6- Eurosilo= βρίσκεται στο λιμάνι της Γάνδης, το 3ο μεγαλύτερο του Βελγίου, στην περιοχή που υπάρχουν πολλά εργοστάσια επεξεργασίας σιτηρών και  ζωοτροφών.
7-Αναφέρεται στον στίχο:  Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο από το ποίημα του Νίκου Καββαδία  Ένα μαχαίρι
8- μπίγες= γερανοί πλοίου.
9- βατσιμάνης = Ναυτική μεταφορά από την  αγγλική λέξη watchman,   o φύλακας του πλοίου.
10- ρέλια στην ναυτική ορολογία είναι το εξελληνισμένο rail της αγγλικής γλώσσας. Στο ναυτικό δηλώνει τις κάθε είδους χειρολαβές ή συρματόσχοινα ασφαλείας (hand rails, life rails, safety rails κ.λπ.). Πολλές φορές, συνεκδοχικά, κάποιοι αποκαλούν ρέλια τα πλευρικά κιγκλιδώματα και την κουπαστή του πλοίου.
11- μαϊνάρω= (ναυτικός όρος) μαζεύω, κατεβάζω το πανί, την άγκυρα, τη σημαία, ή κάποιο άλλο αντικείμενο σε ένα πλοίο
12-Gladbach=  μια κεντρική περιοχή του Δήμου βόρεια στο Mönchengladbach στην Βεστφαλία, πατρίδα της γυναίκας του.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ- Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ





Η τρίτη ταινία από την οποία πληροφορήθηκα για την ύπαρξη μιας ακόμα σημαντικής γυναίκας,  της συγγραφέως  Ιρέν Νεμιρόβσκι, ήταν η Γαλλική σουίτα που βασίστηκε σε  ένα βιβλίο της που ανακαλύφτηκε 62 χρόνια μετά την συγγραφή του και έγινε αμέσως παγκόσμιο μπεστ σέλερ.


Οι δύο προηγούμενες ταινίες είναι η Battle For Sevastopol, στην οποία αναφέρεται το ποστ  LADY DEATH-Η ΠΙΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΣΚΟΠΕΥΤΕΣ και η ταινία  Effie Gray για την οποία έγραψα το ποστ EFFIE GRAY, Η ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ ΠΑΡΘΕΝΟΣ
Η ταινία Suite Française ( Γαλλική σουίτα ) του 2015  είναι μια Αγγλο-Γαλλο-Βελγική συμπαραγωγή και παίζουν οι Michelle Williams, Kristin Scott Thomas,  Matthias Schoenaerts, Sam Riley, Ruth Wilson, Lambert Wilson και Margot Robbie.
Η υπόθεση  της ταινίας διεξάγεται στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μετά την κατοχή της Γαλλάς από τους Γερμανούς και είναι το ρομάντζο μιας Γαλλίδας ,της οποίας ο άνδρας αγνοείται από το μέτωπο, με ένα Γερμανό που εγκαθίσταται στο σπίτι της που κατοικεί  με την πεθερά της.


Η Ιρέν Νεμιρόφσκι (Irene Nemirovsky) ήταν Ουκρανή, εβραϊκής καταγωγής που γεννήθηκε στο Κίεβο το 1903. Ο πατέρας της  ήταν  μεγαλοτραπεζίτης και λόγω του ότι οι μπολσεβίκοι τον είχαν επικηρύξει  πήρε την οικογένεια του και κατέφυγε αρχικά στην Μόσχα ,μετά στον Ελσίνκι και το 1919 τελικά στο Παρίσι.
Σπούδασε στην Σορβόννη  φιλολογία.



Παντρεύτηκε το 1926 ένα τραπεζίτη και απέκτησε δύο κόρες την Ντενίζ το 1929 και την Ελισάβετ το 1939.




 Το πρώτο της βιβλίο   David Golder, το έστειλε σε ένα εκδότη βάζοντας μια διεύθυνση ποστ ρεστάντ και γράφοντας μόνο  το επώνυμο της χωρίς διεύθυνση . Μόλις το διάβασαν στον εκδοτικό οίκο έψαξαν να βρουν τον/ή την συγγραφέα και έφτασαν να δημοσιεύσουν αγγελίες στις εφημερίδες λόγω του ότι αυτή τότε  ήταν απασχολημένη με το πρώτο παιδί της και δεν είχε πάει να πάρει την απάντηση τους. 
Το βιβλίο γραμμένο στα 26 χρόνια της είχε  αμέσως μεγάλη επιτυχία και γυρίστηκε ταινία από τον  Julien Duvivier το 1930, με τον μεγάλο τότε ηθοποιό  Harry Baur .


Τον επόμενο χρόνο επίσης το βιβλίο της   Le Bal γυρίστηκε και αυτό ταινία.
Παρά το ότι ήταν πλέον μια αναγνωρισμένη συγγραφέας, ακόμα και από αντισημίτες συγγραφείς όπως ο Robert Brasillach ,η γαλλική πολιτεία το 1938 της αρνήθηκε την γαλλική υπηκοότητα.


Το 1939 βαπτίστηκε Καθολική και έγραφε στα ακραία εθνικιστικά περιοδικά Candide και  Gringoire.  Προφανώς η οικογενειακή της ιστορία με την φυγή τους από την Ρωσία την είχε οδηγήσει σε δεξιές απόψεις.
Μετά την έναρξη του πολέμου το Gringoire συνέχισε να δημοσιεύει άρθρα της και έτσι κατάφερνε να εξασφαλίζει τα απολύτως αναγκαία έσοδα για την οικογένεια της, μιας και από το 1940 τα βιβλία της δεν μπορούσαν να εκδίδονται γιατί είχαν απαγορευτεί και ο άντρας της ως Εβραίος είχε απολυθεί από την τράπεζα που δούλευε.
Καθώς οι Γερμανοί πλησίαζαν στο Παρίσι αρχικά αυτή παρέμεινε στο σπίτι της, φορώντας το κίτρινο άστρο στο στήθος της και έστειλε  τα παιδιά της στην νταντά τους σε ένα χωριό στην Βουργουνδία  στο οποίο πήγε τελικά και αυτή. Σε αυτό την συνέλαβε η γαλλική αστυνομία του Βισύ και από ένα κέντρο μεταγωγών αρχικά στην Κεντρική Γαλλία, την έστειλαν με την αμαξοστοιχία "Πομπή 6", στοιβαγμένη σε ένα βαγόνι 40 ατόμων με άλλες 119 γυναίκες ,στο Άουσβιτς όπου και πέθανε από τύφο μετά από ένα μήνα, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αλλά από ότι φαίνεται στην πραγματικότητα εκτελέστηκε. Ο άντρας της στάλθηκε και αυτός στο ίδιο στρατόπεδο και οδηγήθηκε αμέσως στο θάλαμο αερίων. (ΣΤ΄ ΑΟΥΣΒΙΤΣ-ΜΠΙΡΚΕΝΑΟΥ- Η ΑΠΟΚΟΡΎΦΩΣΗ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ)
Τα παιδιά της τα είχε η νταντά τους Σεσίλ Μισό και αυτή τα εμπιστεύτικε στα χέρια της μητέρας της μαντάμ Μιτέν. Η αστυνομία όμως έψαχνε να βρει τα μικρά κορίτσια στο δημοτικό σχολείο όπου φοιτούσαν. Τα έκρυψε η δασκάλα και στη συνέχεια η μαντάμ Μιτέν ξήλωσε από τα ρούχα τους το κίτρινο άστρο του Δαβίδ και μαζί τους  διέσχισε τη μισή Γαλλία. Έφτασαν  στην περιοχή του Μπορντό, όπου και κρύφτηκαν  ως το τέλος του πολέμου.
Τα δύο κορίτσια  κουβαλούσαν μαζί τους στις μετακινήσεις τους μια βαλίτσα με οικογενειακά κειμήλια. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και ένα δερμάτινο σημειωματάριο  με πολύ μικρά γράμματα.
Τα δύο κορίτσια δεν το είχαν  διαβάσει γιατί  νόμιζαν  ότι ήταν το ημερολόγιο της μητέρας τους μετά την κατοχή και θεωρούσαν πως θα ήταν  πολύ επώδυνο γι΄ αυτές να το διαβάσουν.



Στα τέλη του 1990 έχοντας αποφασίσει να δωρίσουν  τα χαρτιά της μητέρας τους στο Institut Memoires de l'Edition Contemporaine  η Ντενίζ (στην φωτογραφία) προτού παραδώσει το χειρόγραφο αποφάσισε να το δακτυλογραφήσει.  Έτσι διάβασε προηγουμένως το σημειωματάριο  και διαπίστωσε ότι είναι δύο νουβέλες που αναφέρονται στην ζωή στην Γαλλία την περίοδο μεταξύ 4 Ιουνίου 1940, λίγο πριν την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και 1 Ιουλίου 1941.
Η πρώτη νουβέλα του βιβλίου, Καταιγίδα τον Ιούνιο, περιγράφει τις στιγμές της κατάρρευσης του μετώπου. Η δεύτερη, με ανατριχιαστική ηρεμία, μας δίνει το κλίμα της Κατοχής και την προσπάθεια των ανθρώπων να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τελειώνει με την αναχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων της περιοχής για το ρωσικό μέτωπο ως εξής: «Σε λίγο, στο δρόμο απ' όπου είχε περάσει το γερμανικό σύνταγμα δεν έμεινε παρά λίγη σκόνη».
Στις σημειώσεις της η Νεμιρόφσκι έγραφε πως σχεδίαζε να συνεχίσει, ανάλογα με την εξέλιξη του πολέμου, με άλλες 3 νουβέλες μέχρι το τέλος του, το οποίο :"Είναι πραγματικά στην αγκαλιά των θεών, δεδομένου ότι εξαρτάται από το τι θα συμβεί."
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2004 και έγινε μπέστ σέλερ , μεταφράστηκε δε σε 38 γλώσσες και μέχρι το 2008 είχε πουλήσει 2,5 εκατ. αντίτυπα.
Για πρώτη δε φορά το βραβείο   Renaudot απονεμήθηκε σε συγγραφέα που έχει πεθάνει.
«Το ωραιότερο βιβλίο της χρονιάς γράφτηκε εξήντα δύο χρόνια πριν» έγραψε ο «Nouvelle Observateur» στις 21 Οκτωβρίου 2004.
Τον Ιανουάριο 2006 η κόρη της Ντενίζ σε μια συνέντευξη στο BBC είπε:
«Για μένα, να ξέρετε η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ότι το βιβλίο διαβάζεται. Είναι  ένα εξαιρετικό  συναίσθημα να έχουν φέρει τη μητέρα μου πίσω στη ζωή. Αυτό δείχνει ότι οι Ναζί δεν κατάφεραν να την δολοφονήσουν. Δεν είναι εκδίκηση, αλλά είναι μια νίκη ».
Η προσχώρηση  της στον καθολικισμό, και η γενικά αρνητική απεικόνιση των Εβραίων στα γραπτά της,  έχουν οδηγήσει   μερικούς να την χαρακτηρίζουν  με τον όρο  self-hating Jew .
Η Ιρέν Νεμιρόφσκι, σε συνέντευξή της σε δημοσιογράφο σιωνιστικού εντύπου, στα 1929 είχε απαντήσει χαρακτηριστικά:
"Με κατηγορούν για αντισημιτισμό; Ελάτε τώρα, αυτό είναι παράλογο! Εγώ η ίδια είμαι Εβραία και το λέω σε όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει! Σε κάθε περίπτωση, στο βιβλίο μου έτσι τους είδα τους Εβραίους" 


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΙΡΕΝ ΝΕΜΙΡΟΒΣΚΙ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ο κύριος των ψυχών (μυθιστόρημα): Μετάφραση Εφη Κορομηλά Εκδόσεις Πατάκη, 2007
Ο χορός (μυθιστόρημα): Μετάφραση Εφη Κορομηλά Εκδόσεις Εξάντας, 1987
Το παιδί-θαύμα (νουβέλα): Μετάφραση Εφη Κορομηλά Εκδόσεις Πατάκη, 2006

Γαλλική σουίτα (μυθιστόρημα): Μετάφραση Εφη Κορομηλά Εκδόσεις Πατάκη, 2005