Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απώλειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ



Μετά από το  προηγούμενο στο οποίο έγραφα για τις σχέσεις που είχε ο Σαββόπουλος με τον Θεοδωράκη, σήμερα θα δούμε ποιες ήταν οι σχέσεις του με τον άλλο μεγάλο μας μουσικό, τον Χατζιδάκι, που και με αυτόν είχε την ίδια ηλικιακή διαφορά των 19 ετών.
Όταν ο Σαββόπουλος έκανε τα πρώτα του βήματα στην δεκαετία του 60 οι άλλοι δύο ήταν αναγνωρισμένοι και δημοφιλείς συνθέτες.
Στο προηγούμενο έχει πει ο ίδιος για το 1967 όταν τον είχαν στην Ασφάλεια ότι:
. Έρχονται, λέει, οι δύο μου δάσκαλοι, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, με παραλαμβάνουν, με σώζουν και με βγάζουν έξω από τη φυλακή. Επειδή  μάλιστα είχα υποστεί φάλαγγα και δεν μπορούσα να περπατήσω, με σήκωσαν στα χέρια σα να ήμουν το μικρό τους παιδί και με οδήγησαν στην ελευθερία…
Ο Λουκάς Καρνής σε άρθρο του μας υπενθυμίζει ότι:  Ο Μάνος Χατζιδάκις υπερασπίστηκε τον Διονύση Σαββόπουλο για το έργο του όχι μία, αλλά δύο φορές, υποστηρίζοντας την ελευθερία στη δημιουργία και επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση στο ταλέντο του
Η πρώτη φορά ήταν όταν κυκλοφόρησαν τα Δέκα χρόνια κομμάτια και στον δίσκο υπήρχε το τραγούδι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» το οποίο η λογοκρισία δεν επέτρεπε να παιχτεί αλλά ο Χατζιδάκις που είχε τότε αναλάβει το Γ΄Πρόγραμμα αψήφησε την απαγόρευση.
Την ίστορία αυτή την διηγείται ο ίδιος ο Σαββόπουλος με τον απαράμιλλο κα απολαυστικό του τρόπο:


Η δεύτερη φορά ήταν όταν το 1989 κυκλοφόρησε το Κούρεμα στο οποίο υπήρχε το τραγούδι Κωλοέλληνες. Ο δίσκος και το τραγούδι αυτό είχαν προκαλέσει μεγάλο αντίδραση αλλά ο Χατζιδάκις είχε πει ότι «ο δίσκος αυτός είναι εξαιρετικός.» και τον υπερασπίστηκε λέγοντας:
«Ο Σαββόπουλος έτυχε να γνωρίσει την πρώτη επιτυχία σε χαλεπούς καιρούς, στη δικτατορία. Εκεί ο επαναστατισμός του λειτούργησε διπλά και σαν πρωτοφανέρωτη λυρική και τολμηρή φωνή αλλά και σαν έκφραση μιας νεότητος εκείνου του καιρού, όμως η δικτατορία πέρασε, ήρθε η μεταπολίτευση και τέλος η αλλαγή. Μια αλλαγή κάλπικη και θλιβερά ύποπτη καπηλευόμενη όλες τις μεταπολεμικά στοιβαγμένες εθνικές επιθυμίες.
Οι νέοι του Σαββόπουλου βολευτήκανε οι περισσότεροι στη Μεταπολίτευση και οι άλλοι στην αλλαγή, αδιαφορώντας για ειλικρίνειες και αλήθειες. Για πραγματική αλλαγή ή για εγχώρια νεοελληνική κωμωδία. Βολευμένοι ο καθένας στο πόστο του και στη νοσταλγία τού ‘αχ καημένη νιότη που έδειχνες πως θα γινόμουν άλλος΄ είχαν τον τότε Σαββόπουλο σαν άλλοθι της προδομένης ζωής τους και αδιαφορούσαν στο ότι ο Σαββόπουλος ήταν αληθινός, ταλαντούχος, ζωντανός και ζούσε την περιπέτεια του βαθιά μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και όχι βολεμένος σε νεολαιίστικες φαντασιώσεις.
Κι έγινε η σύγκρουση. Ο Σαββόπουλος παρουσιάστηκε καταρχήν κουρεμένος, χωρίς γένια και μουστάκι. Απαρνήθηκε τη γραφικότητα του, την ερήμην της θελήσεώς του γραφικότητα του. Και παρουσίασε καινούργια τραγούδια, υπέροχα, αντάξια ενός αληθινού καλλιτέχνη.
Και τραγούδησε το Κωλοέλληνες και θύμωσαν οι ραγιάδες κι αδειάσανε το μέρος που λειτουργούσε. Αν είμασταν σε μια άλλη χώρα, οι πολίτες της χώρας θα συστήναν σε κάθε ξένο επισκέπτη να σπεύσει να δει και ν’ ακούσει το Σαββόπουλο στο Zoom. Και θα ‘πρεπε να υπάρχουν ουρές έξω από τον χώρο που λειτουργεί. Εύχομαι για όλους μας εγκαίρως να το αντιληφθείτε και να σπεύσετε.
Εγώ πήγα και θα ξαναπάω. Ακούγοντας τον ένιωσα συγκίνηση και πληρότητα».
Το 1986 ο Σαββόπουλος παρουσίασε στην τηλεόραση την εκπομπή Ζήτω το ελληνικό τραγούδι και χολωμένος από το ότι ο Χατζιδάκις του είχε ζητήσει να μην χρησιμοποιήσει σε αυτήν μουσική του, τον ειρωνεύτηκε για το ρο οπότε και ο Χατζιδάκις έγραψε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ:


«Αγαπητή Ελευθεροτυπία,
Συγχωρέστε με αν σας φανώ λίγο ανεπίκαιρος ως προς το θέμα που έρχομαι να σας απασχολήσω. Μεσολάβησαν οι δημοτικές εκλογές και φυσικά η σημασία τους υπήρξεν ισχυρότερη από τη έκπληξη που δοκίμασα παρακολουθώντας την εναρκτήρια εκπομπή του κ. Σαββόπουλου, όπου έλαμψε η αγωγή και το επίπεδό του.
Ο κ. Σαββόπουλος, θέλοντας να κοινοποιήσει δημοσίως, την όχι δημοσίως εκφρασθείσα επιθυμία μου, να μην μεταχειριστεί τη μουσική μου στις εκπομπές του, βρήκε την ευκαιρία να ειρωνευτεί την άρθρωσή μου με την κάπως ανορθόδοξη προφορά μου στο γράμμα Ρο.
Τόσα χρόνια μιλούσα από το Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου και κανείς δε βρέθηκε -φίλος κι εχθρός- να σταθεί στην ιδιοτυπία της προφοράς μου. Και μόνον ο κ. Σαββόπουλος την επισήμανε. Τί οξυδέρκεια! Πρέπει ακόμη να προσθέσω πως δεν μου διέφυγε η ισχυρή δόση ειρωνείας και αναίδειας που περιείχε ο ίδιος στη συνομιλία του με τον κ. Θεοδωράκη.
Κατόπιν αυτών, του απαγορεύω όχι μόνο τη χρήση της μουσικής μου, αλλά και την απλή αναφορά του ονόματός μου στις τόσον εγωπαθητικές εκπομπές του. Θα φροντίσω και νομικά να κατοχυρωθώ.
Είναι όμως θλιβερό, άτομα που κάποτε ξεκίνησαν με κάποιο ταλέντο, να καταλήγουν σε μια εξυπνάδικη χυδαιότητα για να καλύψουν έτσι τη ραθυμία τους και τη μουσική τους απραξία»



Ευτυχώς, για μας, αυτή ανόητη διένεξη σύντομα έληξε και έτσι από τις 17/1 έως 3/2/1988 ο Σαββόπουλος εμφανίζεται στον ΣΕΙΡΙΟ το  κέντρο του Χατζιδάκι και από αυτές τις εμφανίσεις προέκυψε ο δίσκος Ο κύριος Σαββόπουλος ευχαριστεί τον κύριο Χατζηδάκι και θάρθη οπωσδήποτε, στον οποίο πιάνο παίζει ο Χατζιδάκις.
Παρακολουθώντας τότε αυτή την παράσταση, χωρίς να ξέρω τι είχε προηγηθεί στις σχέσεις τους και έχοντας δει προηγουμένως και άλλες συναυλίες του Σαββόπουλου, είχα την αίσθηση ότι ήταν λίγο «μαγκωμένος» σαν μαθητής που θέλει την επιβράβευση του από τον καθηγητή που τον ακούει!
Το 1994 πέθανε ο Χατζιδάκις και το  2012 ο Διονύσης Σαββόπουλος έδωσε συνέντευξη  στον Αργύρη Παπαστάθη (ΒΗΜΑmagazino 21.9.2012) και μίλησε για τη σχέση Χατζιδάκι:
ΒΜ: Ισχύει ότι όταν γνωρίσατε τον Χατζιδάκι τού κάνατε επίθεση;
ΔΣ: Ημουν αγενής. Εν ονόματι της ανεξαρτησίας του πνεύματος και της νεότητος, το ’παιξα αφ’ υψηλού και “εναλλακτικός”, ενώ τον θαύμαζα και είχα μεθύσει από τη χαρά που το όνειρό μου να τον συναντήσω γινόταν πραγματικότης. Αντί να του δείξω αυτό, εκστόμιζα διάφορες “απόψεις” ότι π.χ. η καινούργια ενορχήστρωσή του των “Ορνίθων” ήταν χολιγουντιανή ή ότι η “Μυθολογία” ήταν σαν τσιμπιδάκι στα μαλλιά. Εν τω μεταξύ, πρόσεξα ότι είχε λυθεί το κορδόνι του παπουτσιού του και ενώ ποθούσα να σκύψω και να του το δέσω, συνέχισα αγέρωχος με διάφορες “απόψεις”. Το κακό είναι ότι όσο ζούσε δεν τόλμησα να του εκφράσω τα αληθινά μου αισθήματα για αυτόν. Του μιλούσα πάντα σαν ισότιμος ντε και καλά, ενώ ένιωθα κατώτερός του. Ωσπου πέθανε και έχασα την ευκαιρία για πάντα. Ομως με άκουγε πάντα με χαμόγελο και συγκατάβαση. Ισως είχε καταλάβει την “πόζα” μου, τον βαθύ σεβασμό μου για αυτόν. Αυτό ελπίζω.
…………………………………..
ΒΜ: Το 1989, όταν είχατε δεχθεί επιθέσεις για τον δίσκο «Το κούρεμα» και το τραγούδι «Κωλοέλληνες», και μεγάλο μέρος από το κοινό σας σάς γύριζε την πλάτη, ο Χατζιδάκις σας στήριξε λέγοντας ότι ο δίσκος είναι εξαιρετικός. Τον ευχαριστήσατε ποτέ;
ΔΣ: Τον ευχαρίστησα. Πήρα επίσης το μέρος του δημόσια, στις επιθέσεις της “Αυριανής” εναντίον του. Και νωρίτερα, όταν στη δεύτερη θητεία του Καραμανλή ήθελαν να τον κάνουν “ξου”. Θυμάμαι ότι όταν με κάλεσε για έναν μήνα στον “Σείριο” το 1988 έσπευσα αμισθί. Μου έκανε όμως δώρο μια κιθάρα. Ήταν πολύ γενναιόδωρος.
Ήταν πράγματι γενναιόδωρος  λέγοντας: 
«Είναι ορισμένοι δημιουργοί που φέρουν εξαρχής ένα σύμπαν κι έναν κόσμο δικό τους. Ο Σαββόπουλος είναι ένας από τους μείζονες τραγουδοποιούς του δυτικού κόσμου, που δεν έχει να ζηλέψει κάτι από τον Κοέν ή τον Ντίλαν: είναι τέτοιου μεγέθους. Δημιουργοί όπως αυτοί γεννιούνται έτοιμοι».


Τέλος αυτό είναι  το τελευταίο κείμενο που έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Μάνο  και δημοσιεύτηκε λίγο  πριν το θάνατό του. στην ειδική έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου συνθέτη (19/10/25)  
Τον λατρεύω τον Μάνο Χατζιδάκι. Με είχε μαγεμένο από παιδί. Δώδεκα χρονών θα ‘μουνα και επέστρεφα με τη μητέρα μου σιδηροδρομικώς από την Κωνσταντινούπολη και εκεί που περνούσαμε το σύνορο με το ποτάμι, άκουσα από τρανζιστοράκι του διπλανού μας κουπέ ένα τραγούδι που δεν έμοιαζε με τίποτε, μα με τίποτε από ό,τι μέχρι τότε είχα ακούσει «Μη τον ρωτάς τον ουρανό / Το σύννεφο και το φεγγάρι». Μα ποια ήταν αυτή η θεϊκή μελωδία, αυτή η αινιγματική φωνή, τόσο γλυκιά πονεμένη και ευτυχοδυστυχισμένη; Ένιωσα σαν να μας καλωσόριζε πάλι η χώρα μας, αλλά με ένα τραγούδι που θαρρείς ότι την ανακαίνιζε αυτή τη φορά.
Μετά άκουγα στο ραδιόφωνο τραγούδια όπως «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», ο «Ιλισός», «Το τραγούδι του Ορφέα», «Το πέλαγο είναι βαθύ» – μεταξύ πολλών άλλων. Ηχούσαν εντελώς παράταιρα και απόκοσμα μέσα στο ραδιοφωνικό τοπίο εκείνου του καιρού. Με είχαν κυριεύσει. Ανέβαζα την ένταση. Τα αναγνώριζα αμέσως. Ναι, είχαν το ίδιο DNA. Ήταν Μάνος Χατζιδάκις. Μια ιδιοφυΐα. Ένας αξιολάτρευτος μάγος που ήρθε και άλλαξε το αφτί μας. Μας φανέρωσε τη μυστική Ελλάδα του ρεμπέτικου και ότι η τέχνη του τραγουδιού ήταν πάντα ο κύριος μουσικός πολιτισμός εδώ σε εμάς. Ο Αρχίλοχος (680 π.Χ. – 630 π.Χ.) και ο Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972) έκαναν την ίδια δουλειά. Ήταν λυρικοί ποιητές.
Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, όπως κατά σύμπτωση και του Μίκη Θεοδωράκη. Το 1925 γεννήθηκαν και οι δυο. Ιούλιο ο ένας, Οκτώβριο ο άλλος. Μόνο τρεις μήνες διαφορά. Ήταν φίλοι, ήταν συμμαθητές, υπήρξαν και συναγωνιστές αλλά και αξιολάτρευτοι ανταγωνιστές ενός αγωνίσματος που κρατάει καιρό, είναι αλήθεια: υπάρχει πριν από αυτούς, πριν από τη γραφή και είθε να υπάρχει για πάντα. Είναι η προφορική, η λυρική μας ποίηση. Τη δόξασαν. Ναι, μπορεί και να ηχογραφείται βέβαια ή και να διαβάζεται. Η κορυφαία στιγμή της όμως παραμένει η ζωντανή μουσική εκτέλεση μπροστά στην κοινότητα, μέσα στη συναυλία, μέσα στην παρέα, μέσα στο live.
Με συγκινεί φέτος αυτή η επέτειος. Εκατό χρόνια μετά. Ζούνε μέσα μου από τότε που ήμουν παιδί. Λυπάμαι μόνο που για τον Μάνο είχαμε λιγότερες τιμητικές εκδηλώσεις.
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση. 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ



Η δική μου γενιά ευτύχησε να μεγαλώσει με τα μουσικά ακούσματα  από 3 μουσικούς με καθαρά προσωπικές  μουσικές  δημιουργίες που  όμως είχαν ένα κοινό στοιχείο, ήταν όλες αριστουργηματικές, ανεπανάληπτες και διαχρονικές με αποτέλεσμα τα τραγούδια τους να βρίσκονται πια στο DNA όσων μετέχουν στων «Ελλήνων τις κοινότητες»
Έχει πιστεύω ενδιαφέρον να δούμε ποιες ήταν οι σχέσεις που είχε ο πρόσφατα εκλιπών Διονύσης Σαββόπουλος, 19 χρόνια νεότερος από  τους άλλους δύο μεγάλους και καταξιωμένους ήδη συνθέτες  τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σαββόπουλου «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» (εκδ. Πατάκη) γράφει για την γνωριμία του με τον Μίκη τα χρόνια της δεκαετίας του 60:
«Είχα ζητήσει από τον Μίκη Θεοδωράκη να μου βρει, αν μπορεί, καμιά δουλειά. Τον είχα πλησιάσει δύο χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη. Κατέβαινε στην πλατεία Αριστοτέλους. Πήγα και του είπα με ύφος και θράσος: “Χαίρετε. Δεν ζητάω ποτέ μου αυτόγραφα, αλλά για εσάς θα κάνω μια εξαίρεση(!)”. Με κοίταξε με χαμόγελο απορίας και τρυφερότητας. Μου έγραψε μερικά ωραία λόγια και υπέγραψε. Το πήρα το αυτόγραφο, τον ευχαρίστησα και έφυγα αφήνοντάς τον με την απορία “τι είναι αυτός ο παλαβούτσικος;”.
Μια άλλη φορά που σκοτωνόμασταν οι Λαμπράκηδες για το ποια είναι η σωστή μορφή πάλης ενάντια στον καπιταλισμό και υπήρχε μέχρι και απειλή διάσπασης, ανέβηκε πάλι στη Θεσσαλονίκη ο Θεοδωράκης για να μας συνετίσει. Συμμετείχα σε μια από ’κείνες τις εξουθενωτικές συνεδριάσεις, που τελειωμό δεν έχουν. Βγήκαμε ύστερα στη λεωφόρο. Πήρα αγκαζέ το Θεοδωράκη και του είπα: “Ελάτε να προχωρήσουμε πλάι πλάι, για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει η Τσιμισκή(!)”. Με κοίταξε με το ίδιο υπομονετικό χαμόγελο. Βαδίσαμε για λίγο. Με ρώτησε ποιος είμαι, τι θέλω να κάνω. Άλλο που δεν ήθελα. Έβγαλα απ’ την τσέπη μου μια διπλωμένη παρτιτούρα, το “Μια θάλασσα μικρή”, και του την έδωσα να τη διαβάσει. Μου είπε δυο καλά λόγια και χαιρετηθήκαμε».
 
Αλλά και ο  Μίκης Θεοδωράκης θυμάται για την πρώτη συνάντησή του με το  Διονύση Σαββόπουλο σε μια άλλη συνέντευξη του του στον Παναγιώτη Κουνάδη, 8/2/2008
Πηγή: Αρχείο Κουνάδη, “Συνέντευξη Μίκη Θεοδωράκη”, 8/2/2008
https://vmrebetiko.aegean.gr/item?id=11253
Από την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη (Μ.Θ.) στον Παναγιώτη Κουνάδη (Π.Κ.)
Μ.Θ.: Λοιπόν, κι έτσι η ΣΦΕΜ… αργότερα ήρθε κι ο Σαββόπουλος, ο οποίος κι αυτός δεν έχει μνήμη. Διότι ο Σαββόπουλος έχει αντικρουόμενα αισθήματα για μένα. Ξέρω ότι μου ’χει μεγάλη αγάπη και εκτίμηση, αλλά παρ’ όλα αυτά κλωτσάει κάτι μέσα του. Γιατί έχουμε και αντίθετους χαρακτήρες κάπως. Και στη μουσική μας φαινόμαστε, κάπως έχει μία αντίρρηση κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά εγώ τον εκτιμώ πάρα πολύ και δεν νομίζω ότι άλλος νέος συνθέτης να έτυχε από ένα μεγαλύτερο συνθέτη να του γράψουν δύο εγκώμια. Έγραψα στην «Ελευθεροτυπία» δύο άρθρα εγκώμια για τον Σαββόπουλο και μ’ άρεσε πολύ και μ’ αρέσει. Και ο Σαββόπουλος ήτανε απ’ τα παιδιά της Θεσσαλονίκης, όπου αυτός έπαιζε κιθάρα τα τραγούδια του κ.λπ., κι όλοι λέγαμε ο Διονύσης, πρέπει ν’ ακούσεις τον Διονύση. Εγώ στη Θεσσαλονίκη είχα μια πολύ μεγάλη οργάνωση των «Λαμπράκηδων». Μιλάμε τώρα ’63-’64. Και μετά μια συνεδρίαση ήμαστε πάρα πολλοί και πήγαμε στην πλατεία την κεντρική και καθίσαμε να φάμε παγωτά κ.λπ. Και όπως καθόμαστε όλοι μαζί έρχεται ένα παιδί λεπτό εκεί και μου λέει «κύριε Θεοδωράκη, θέλω να σας μιλήσω». Λέω «κάτσε». Λέει «όχι, ιδιαιτέρως», μου λέει. Και τον κοίταζα καλά καλά, κοιτάζω και τους άλλος, μου κάναν έτσι, δηλαδή ότι είναι τύπος, λέει, ιδιόρρυθμος. Σηκώνομαι, λοιπόν. Δεν μου μιλούσε καθόλου. Μου λέει «μου επιτρέπεται να σας πιάσω», λέει, «αγκαζέ;» Λέω «βεβαίως». Λέω «τι θες;» Μου λέει «θέλω να σας πιάσω αγκαζέ γιατί απάνω κάθεται και η θεία μου και θέλω να με δει», λέει. Αυτός, δεν το λέγαμε, αφού το ξέρω, έτσι έγινε. Και αργότερα μου έχει πει ότι έχει ένα πρόβλημα και θέλει να κατεβεί στην Αθήνα κάτω κ.λπ. Και τότε εγώ είχα, από τη μεριά της ΕΔΑ είχα αναλάβει την εποπτεία της «Δημοκρατικής Αλλαγής» και εκεί φρόντισα να υπάρξει μία θέση ενός μουσικού κριτικού. Τον ειδοποιώ, λοιπόν, του λέω «θέλεις να γράφεις μουσική κριτική; Δεν είναι πολλά λεφτά, έχεις τόσα, αλλά κάπου θα βρεις να αυτό» κ.λπ. Είναι μια πρώτη». Και ήρθε ως μουσικός κριτικός. Και μετά πήγαινα εγώ εκεί στα γραφεία και μου λέει «κύριε Μίκη», μου λέει, «βαριέμαι», λέει. «Δεν είναι δουλειά δική μου αυτή». Μου λέει «μήπως μπορώ να έρθω στο κέντρο που είναι η Ντόρα η Γιαννακοπούλου να παίζω τα τραγούδια μου μήπως γίνει κάτι;» κ.λπ. Το λέω στη Ντόρα. Είχε ένα υπόγειο κάτω και είχαμε παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση τις «Μικρές Κυκλάδες». Η Ντόρα ήτανε τότε το νούμερο ένα τότε, θυμάσαι, στα νυχτερινά κέντρα, όχι κέντρα, μπουάτ που κάναμε τότε.
Π.Κ.: Στις μπουάτ.
Μ.Θ.: Μπουάτ. Και μου λέει «ναι, αλλά επειδή είναι και γεύμα κάποτε, μετά τις δώδεκα η ώρα να πιάνει αυτός την κιθάρα, που είναι παρέες» κ.λπ. Κι αφού πήγε εκεί ο Διονύσης, καθόταν κι έπαιζε μετά. Εγώ, γιατί θα σου πω και για τον Μίνω πώς έγινε, δεν ήθελα να είναι όλοι μαζί στην ίδια εταιρεία, να ήμαστε όλοι μαζί για να μονοπωλήσει η εταιρεία όλα αυτά. Ήθελα να είναι διασκορπισμένοι οι αυτοί κ.λπ. Και γι’ αυτό τον λόγο. μέχρι τότε ήξερα τον Λαμπρόπουλο, ας πούμε. Ήμαστε και παρέα μαζί, γιατί έλειπε η οικογένειά μου και κάναμε παρέα. Είχε ένα μεγάλο αμερικάνικο αυτοκίνητο και επειδή είχαμε τότε τον Μπιθικώτση να τραγουδάει τα τραγούδια μου, τον Καζαντζίδη τραγούδια μου πηγαίναμε από ταβέρνα σε ταβέρνα.
Π.Κ.: Πώς ήταν αυτός ο Τάκης ως χαρακτήρας;
Μ.Θ.: Πολύ ευγενικό παιδί, πολύ ανοιχτό παιδί. Λίγο σφιγμένος έτσι κ.λπ., είχε λίγο και το αριστοκρατικό επάνω του και λίγο το αυτό. Και είχε και λιγάκι… ήταν το αφεντικό. Δηλαδή είτε από ορμέμφυτο είτε γιατί το ’πανε τα ξαδέρφια του πρόσεξε με τους μουσικούς να μην είσαι πολύ… να ’σαι αυστηρός κ.λπ., μόλις έμπαινε μέσα, έβλεπες τον. όλους να σηκωθούνε όρθιοι. Να σηκωθεί όρθιος κι ο Τσιτσάνης κι ο Ζαμπέτας κι ο Χιώτης «χαίρετε, κύριε Τάκη». Ό,τι έλεγε ο κύριος Τάκης ήτανε νόμος. Είχε απόλυτο έτσι επιβολή σ’ αυτούς. Όλοι τον βλέπανε… «κύριε Τάκη, κύριε Τάκη». Εμένα ήταν άλλη, βέβαια, η σχέση μου. Κάναμε παρέα, καταλήγαμε το βράδυ, το πρωί μάλλον, σε Δασκαλόπουλο που έπαιζε ρεμπέτικα με μακαρονάδα, [Μιχάλη] Δασκαλάκη.
Π.Κ.: Δασκαλάκη, Δασκαλάκης.
Μ.Θ.: Στη Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, αφού γυρίζαμε όλη την Αθήνα κ.λπ. εκεί. Και τον πάω, που λες, στον Σαββόπουλο. Τον πάω στον Σαββόπουλο, «έχω ένα νέο παιδί», λέω, «να ακούσεις» κ.λπ. Τελειώσαμε κατά τη μία-μιάμιση ώρα, φύγαμε. Που ήταν και το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο και με το που μπαίνω στο αυτοκίνητο μέσα δεν μιλούσε καθόλου. Λέω «Τάκη, τι εντύπωση σου έκανε;» κ.λπ. Λέει «δεν μ’ ενδιαφέρει». Α, έτσι είσαι; Πάω κατευθείαν στον Πατσιφά.
Π.Κ.: Στον Πατσιφά.
Μ.Θ.:
Πατσιφά. Σε αυτά έκανε μεγάλα λάθη. Με το «δεν μ’ ενδιαφέρει» είδες τι έχασε με τον Σαββόπουλο. Δεν κατάλαβε τίποτα από τον Σαββόπουλο, παρότι ήτανε καλός στη δουλειά του κ.λπ. Αλλά αυτά είναι άλλα πράγματα. Ο Πατσιφάς είχε πολύ πιο πολύ αυτή τη μυρωδιά της καλής μουσικής, του καλού ταλέντου κ.λπ.


 Το 1998, σε εκδήλωση του «Ιανού» στη Θεσσαλονίκη γίνεται παρουσίαση βιβλίου του Μίκη Θεοδωράκη από  τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Μίμη Ανδρουλάκη και τον  Διονύση Σαββόπουλο ο οποίος είπε για τον Μίκη :
«Καταθέτω μεγάλο θαυμασμό στον Μίκη Θεοδωράκη, διότι δεν είναι απλώς μεγάλος. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο τελευταίος από τους μυθικούς Έλληνες που ζουν μαζί μας. Το ελληνικό τραγούδι μάς έδωσε μεγάλες στιγμές αλλά ο Μίκης μάς έδωσε κάτι που μόνο αυτός το έδωσε: Πώς να μην χάσουμε τον άλλον.»
Και συνέχισε:
Είναι ίσως αλήθεια πως ό,τι και να πεις για τον Μίκη Θεοδωράκη θα είναι ή θα μοιάζει αμήχανο. Ναι, αλλά είναι και οφειλόμενο. Θα έλεγα ότι είναι οφειλόμενο επί ποινή διασκορπισμού, διότι μπορεί ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης να μην παθαίνει κάτι όταν εμείς ξεχνάμε τα χρέη μας απέναντι του, αλλά εμείς σίγουρα εγκλωβιζόμεθα χειρότερα —ως ανερμάτιστοι— στην καθημερινή μας ασυναρτησία. Γι’ αυτό λοιπόν παίρνω τον λόγο, μετά από λαμπρούς φίλους, για να σας εξομολογηθώ ότι απέναντι στον Μίκη Θεοδωράκη στάθηκα χρεώστης τρεις φορές και άλλες τόσες αθέτησα την υπόσχεσή μου. Θα σας εξηγήσω και ελπίζω να βρείτε τις εξηγήσεις μου διασκεδαστικές και εμένα λιγότερο αγνώμονα από ό,τι υπήρξα στην πραγματικότητα.
Πρώτα πρώτα, του χρωστώ, εδώ και 36 ολόκληρα χρόνια, το «καλώς μας όρισες», τουλάχιστον ως Θεσσαλονικιός.
Καλοκαίρι του ’62 ήρθε στην πόλη μας να παίξει στο υπαίθριο θέατρο δίπλα στην Ηλεκτρική Εταιρεία. Όλος ο κόσμος έσπευσε να τον δει, να τον απολαύσει. Έσπευσα φυσικά κι εγώ, αφού τον θαύμαζα και τον αγαπούσα. Ήμουν όμως μαζί με τον φίλο Θεσσαλονικιό ποιητή , τον μακαρίτη πια, Αλέξη Ασλάνογλου, ο οποίος ήταν θιασώτης του Νίκι ΓιάκοΒλεφ και της Μαίρης Λω. Ολόκληρη διάλεξη είχε κάνει το ’58 στο «Λισέ» για τη Μαίρη Λω. Λοιπόν, σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας ήταν “ξυνός” ο Αλέξης. Τον ξέρετε τον Ασλάνογλου. Ένιωθε αμήχανα μέσα στις μαζικές εκδηλώσεις και πάντα υποψιαζόταν «εξωκαλλιτεχνικά», όπως έλεγε, «κίνητρα».
Εγώ ούτε να τον αλλάξω μπορούσα εκείνη τη στιγμή ούτε να τον «τσαντίσω» τον άνθρωπο. Από την άλλη μεριά όμως, δεν ήθελα να χάσω και τη χαιρετούρα με τον Μίκη Θεοδωράκη. Πώς και πώς περίμενα τη συναυλία.
Πήγα τελικά κοντά στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν και λίγο ζαλισμένος. Και αντί να του πω αυτό που είχα να του πω, ξεστόμισα το εξής ακατανόητο: Δεν έχω πάρει ποτέ αυτόγραφο στη ζωή μου, θα κάνω όμως σήμερα για σας μια εξαίρεση!
Ήμουν 17 χρονών. Ήμουν πολύ τρελός.
Ο Μίκης Θεοδωράκης με αντιμετώπισε με ένα χαμόγελο εγκαρτέρησης, το οποίο είδα κι άλλες φορές στο πρόσωπό του, απέναντι μου, αργότερα. Μου έγραψε δυο ευγενικά λόγια και έφυγα συγχυσμένος, διότι δεν είπα αυτά που ήθελα να πω. Κι επιπλέον τσαντίστηκε και ο Ασλάνογλου και μου ’κόψε και την καλημέρα.
Έτσι εχάθη η πρώτη ευκαιρία, διότι παρουσιάστηκε και η δεύτερη.
Το φθινόπωρο του ’63 ήταν εδώ αναστατωμένοι οι Λαμπράκηδες, διότι από τα κεντρικά γραφεία του κόμματος στην Αθήνα ήθελαν να μας ελέγξουν. Για να μην είμαστε “ρεμπέτ ασκέρι”. Νέα παιδιά εμείς, βάλαμε τις φωνές και —κατά τη γνώμη μου— καλά κάναμε, διότι υπήρχε τέλος πάντων και μια αυτονομία στο φοιτητικό κίνημα και στο νεανικό κίνημα εν γένει. Αυτονομία την οποία έκτοτε δεν ματαείδαμε.
«Τι κάνει η θεία σου;»
Ανέβηκε λοιπόν ο Μίκης Θεοδωράκης άρον άρον στη Θεσσαλονίκη, ως πρόσωπο αγαπητό στη νεολαία —άλλωστε, ιδρυτής των Λαμπράκηδων— να προλάβει τις παρεξηγήσεις, να νοικοκυρέψει τα πράγματα. Έγιναν συσκέψεις με ένταση και αντεγκλήσεις. Κάποια στιγμή, εν πάση περπιτώσει, μετά από όλα αυτά, βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε την κεντρική οδό της πόλης, την Τσιμισκή. Οπότε τον πλησιάζω και, με μια κίνηση, τον αποσπώ από την υπόλοιπα παρέα. Ήθελα πάλι να του πω: Καλώς ήρθες στη ζωή μας! Είμαι μαγεμένος μαζί σου!
Αντ’ αυτού όμως, παθαίνω τον γλωσσοδέτη του ανθρώπου που είναι και θυμωμένος πολιτικά και του ξεφουρνίζω το εξής:
Έλα να πιαστούμε αγκαζέ για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει και η Τσιμισκή!
Ο άνθρωπος χαμογέλασε με τη γνωστή εγκαρτέρηση, για δεύτερη φορά. Έχω την εντύπωσα ότι δεν άκουσε καλά εκείνο το «Τσιμισκή» και θα νόμιζε ότι μιλούσα για κάποια κυρία, ίσως κάποια θεία, διότι έκτοτε κάθε φορά που με βλέπει με ρωτάει «Τι κάνει η θεία σου;».
Θεοδωράκης: Θα παρέμβω λίγο εδώ, διότι έχω την εντύπωσα πως, παρότι έχω τα διπλάσια χρόνια από τον Διονύση, φαίνεται ότι έχω καλύτερη μνήμη. Θυμάμαι πολύ καλά ότι αυτό έγινε κάποτε άλλοτε. Θυμάμαι επίσης ότι η πρώτα μας συνάντηση ήταν σε ένα νυχτερινό κέντρο, όπου ήμασταν όλοι οι Λαμπράκηδες. Με πλησίασες και μου είπες «Θέλω κάτι να σας πω». Δεν σε ήξερα. Μ’ έπιασες αγκαζέ και παγαίναμε, παγαίναμε, μέχρι που σου είπα «ποιος είσαι;».
«Με συγχωρείτε, θέλω να μας δει η θεία μου από πάνω» μου απάντησες. Αυτά θυμάμαι.
Σαββόπουλος: Μίκη, δεν χωρά αμφιβολία ότι θυμάσαι καλύτερα…
Θεοδωράκης: «Τι κάνει η θεία σου;»
Σαββόπουλος: Δόξα τω Θεώ. Την Τσιμισκή είπα όμως. Ο Μίκης το άκουσε ως γυναικείο όνομα. Το γεγονός όμως είναι ότι ο άνθρωπος έζησε μια στιγμή… “ούφο”.
Λοιπόν, μετά έφυγα κι εγώ από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκα στην Αθήνα, όπου έγινα σχεδόν Αθηναίος.
Στην αρχή, για να επιβιώσω, έκανα τον μπογιατζή, έκανα το γκαρσόνι, έκανα το γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον Μίκη όμως δεν θέλησα να τον ενοχλήσω, διότι ντρεπόμουνα. Σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος θα με έχει πάρει για κάποιον τρελό, οπότε τι να πάω να του πω…
Όταν όμως είδα και απόειδα, το καλοκαίρι του ’64 πια, του χτύπησα την πόρτα, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος.
Του ζήτησα μια δουλειά ανάλογη με τα ενδιαφέροντά μου, και πράγματι ανταποκρίθηκε αμέσως και μου βρήκε μια πολύ καλή δουλειά. Είχε εμφανιστεί τότε μια νέα φυσιογνωμία της νυχτερινής διασκέδασης της Αθήνας, ο Γιάννης Ζουγανέλλης,ο οποίος είχε φτιάξει το πρώτο μπαρ της ζωής του στη Μύκονο και είχε για συνεργάτες του δύο κορίτσια που γνώριζε ο Μίκης από τους Λαμπράκηδες.
Σ’ αυτούς με έστειλε και έπιασα δουλειά ως κιθαρωδός. Έβγαλα λοιπόν το μεροκάματό μου, πράγμα πολύ σημαντικό, όχι τόσο για το μεροκάματο όσο διότι έμπαινε η ζωή μου σε μια σειρά. Αποκτούσα στα 19 μου ένα επάγγελμα, το οποίο μάλιστα κράτησα για όλη μου τη ζωή.
Κι μένα μι τρώει η αρκούδα
Το φθινόπωρο γύρισα στην Αθήνα. Ο καθένας θα σκεφτεί ότι θα έσπευσα να ευχαριστήσω τον Μίκη Θεοδωράκη, που χάρη σ’ αυτόν είχα τη δουλειά. Όχι, δεν τον ευχαρίστησα. Κανένα ευχαριστώ. Ούτε καν του τηλεφώνησα. Αντιθέτως, δέκα χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1974, συμπεριέλαβα στον δίσκο μου Δέκα χρόνια κομμάτια μια παλιότερή μου γκρίνια, μια μουσική μπηχτή «Χατζιδάκια μ’ Θοδωράκια μ’, ισίς τρώτι κι πίνιτι κι μένα μι τρώει η αρκούδα»…
Η ιστορία έχει ως εξής: Τον Σεπτέμβριο του 1967, για χούντα μιλάμε, βρέθηκα ριγμένος σε ένα τσιμέντο στα υπόγεια κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Δαρμένος και με πυρετό, βλέπω μέσα σε λήθαργο ένα γλυκό όνειρο. Έρχονται, λέει, οι δύο μου δάσκαλοι, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, με παραλαμβάνουν, με σώζουν και με βγάζουν έξω από τη φυλακή. Επειδή  μάλιστα είχα υποστεί φάλαγγα και δεν μπορούσα να περπατήσω, με σήκωσαν στα χέρια σα να ήμουν το μικρό τους παιδί και με οδήγησαν στην ελευθερία…
Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν νύχτα ή μέρα… Ένας λαμπτήρας υπήρχε όλος κι όλος στον διάδρομο. Ήταν η θλιβερή επάνοδος στην τσιμεντένια πραγματικότητα.
Απελπισμένος, σκέφτομαι ένα παραμυθάκι που μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός. Δεν το θυμάμαι σήμερα, αλλά τέλειωνε ως εξής: Τα μεγάλα ελάφια αφήνουν μόνο του ένα μικρό ελαφάκι, που εγκαταλελειμμένο πρέπει να αντιμετωπίσει την αρκούδα. Και το ελαφάκι φωνάζει «ζαρκαδάκια μου, ελαφάκια μου». Έτσι λοιπόν σκάρωσα τη μουσική μπηχτή που σας έλεγα.
Το αστείο είναι ότι, ενώ συνέβαιναν αυτά, σε κάποιο άλλο σημείο του λαβυρίνθου της Ασφάλειας, σε άλλον όροφο, σε μια άλλη γωνιά, ήταν έγκλειστος ο Μίκης Θεοδωράκης, που έκανε μάλιστα και απεργία πείνας. Στις συνθήκες απομόνωσης δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζουμε.
Θεοδωράκης: Γιατί σε είχαν πιάσει όμως; Ποια ήταν η κατηγορία;
Σαββόπουλος: Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τίποτα από όσα με ρωτούσαν. Ήταν δική τους δουλειά να βρουν τι ξέρω και τι δεν ξέρω, και ο μόνος τρόπος για να το μάθουν ήταν να συνεχίσουν να με δέρνουν. Όταν διαπίστωσαν ότι «δεν μπορεί να έχει τόσο μεγάλη αντοχή αυτό το παιδί», με άφησαν ήσυχο.
Θεοδωράκης: Είν’ αλήθεια ότι μια Κυριακή σε είδα να σε ανεβάζουν στην ταράτσα. Επικρατούσε μια γενική ραθυμία εκείνη τη μέρα. Ο αλφαμίτης ο Μόνος μου φάνηκε ότι βαριόταν να σε χτυπήσει εκείνη τη μέρα. Αυτό συμπέρανα. Εσύ του έλεγες: να, τώρα θα με δείρεις πάλι, και τελικά αυτός είπε «άντε, πάμε κάτω, δε βαριέσαι». Έτσι έγινε;
Σαββόπουλος: Έχω την εντύπωσα ότι όλοι θα βαριόντουσαν!
Θεοδωράκης: Εγώ κατάλαβα ότι ήταν ο Σαββόπουλος διότι σφύριζε τη «Συννεφούλα». Δεν μπορεί να ήταν άλλος. Και στον Ήλιο και τον χρόνο όλα τα ποιήματά μου είναι αφιερωμένα στους συγκρατούμενούς μου.
Ο θυμός είναι κάτι που πουλάει
Σαββόπουλος: Ενώ λοιπόν ήταν επάνω ο Μίκης, εγώ βημάτιζα και μουρμούριζα «Χατζιδάκια μ’ Θεοδωράκια μ’». Μη με βαθμολογήσετε άσχημα γι’ αυτή τη μουσική κουτσουλιά. Μέσα στη φυλακή έγραψα και άλλα, καλύτερα τραγούδια: «Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», η «Θεία Μάνου»…
Όταν τελείωσε κι αυτή η περιπέτεια, έγραψα σε ένα ιδιωτικό, ερασιτεχνικό μαγνητόφωνο αυτά τα δύο τραγούδια, συν το μουσικό “κουρελάκι” που λέμε. Να ηχογραφηθούν μέσα στο 1968 σε δίσκο καταλαβαίνετε πως ήταν αδύνατον. Αργότερα, το 1974, συμπεριέλαβα, όπως σας είπα, το μουσικό αυτό “κουρελάκι” —σαν ντοκουμέντο— στα Δέκα χρόνια κομμάτια. Όλος ο δίσκος είχε το ύφος του Ημερολογίου. Μου δίνει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, η οποία παρήλθε.
Η μεγάλη έκπληξη ήταν πως σ’ αυτό το μουσικό καλαμπουράκι στάθηκε πολύς κόσμος: Του πανεπιστημίου, της κουλτούρας κυρίως. Στάθηκαν μάλλον χαιρέκακα, πράγμα που με οδήγησε στο συμπέρασμα —γιατί ήμουν νέος ακόμα— ότι ο θυμός είναι κάτι που πουλάει. Ιδίως όταν έχει κάποιο στοιχείο “καταγγελιούλας”. Ιδίως όταν εκφέρεται από άνθρωπο νέο στην ηλικία, που έχει, ας πούμε, και κάποια στοιχεία θύματος. Είναι ο συνδυασμός που κάνει το σουξέ σίγουρο.
Γι’ αυτό λοιπόν, δικαιολογημένα, ο Μόνος Χατζιδάκις κάποια στιγμή μου τράβηξε το αυτί και μου είπε επί λέξει: «Πόσο άδικο ήταν να γράψεις αυτό το πράγμα». Είχε δίκιο, από την άποψη ότι ένας ολόκληρος κόσμος κανιβαλιζόταν μ’ αυτό το κομμάτι.
Τελικά, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου αυτός ο θόρυβος, δεν φρόντισα, τέλος πάντων σε μια συνέντευξη, σε μια συζήτηση, να εξηγήσω πώς και πότε γράφτηκε αυτό το κομμάτι. Δηλαδή, ο Μίκης Θεοδωράκης, αντί για ευχαριστώ, τα άκουσε κι από πάνω!
Ο Μίκης δεν αναφέρθηκε σ’ αυτό το θέμα. Μου έδωσε δηλαδή, χωρίς να το ξέρει, ένα ακόμη μάθημα. Ποιο ήταν; Να μην θυμώνουμε. Δεν πρέπει να στεκόμαστε στα μικρά πράγματα. Κι αν αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει ένας νέος 20 ή 22 ετών, ας το καταλάβει στα πενήντα ή στα πενήντα τρία του, όπως είμαι εγώ. Ας το προσπαθήσει, με ασυγχώρητη έστω καθυστέρηση. Μα θα το πει τραυλίζοντας, μα θα το πει με επιτηδευμένη ευφράδεια, θα το πει συλλαβιστά, θα το πει αμήχανα, θα το πει με αγχώδη ευρηματικότητα… Ας τα καταφέρει επιτέλους να πει:
Καλώς ήλθες στη ζωή μας, ακριβέ μας δάσκαλε.
 
Όταν στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 πέθανε ο Θεοδωράκης ο Σαββόπουλος έγραψε την παρακάτω επιστολή:
«Έφυγε σήμερα ο τελευταίος των μεγάλων. Των τελευταίων μεγάλων Ελλήνων. Είναι ημέρα πένθους, βαθιάς συγκίνησης αλλά και πνευματικής ανάτασης νομίζω, γιατί μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιώργου Σεφέρη, του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη, και όλων των άλλων πνευματικών ηγετών μας, έρχεται τώρα και η αναχώρηση του Μίκη Θεοδωράκη, στην 200ή επέτειο της Ανεξαρτησίας, σαν να μας λέει “κοιτάξτε τι έχει πραγματική αξία σε όλη αυτή την πορεία και αφήστε τα μικρά και τα ασήμαντα.
Ήταν παράφορος. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Ξεχείλιζε από μουσική, αιώνια νιάτα, πάθος και ρομαντισμό. Ήταν ένας μεγαλοφυής, ένας λεοντόκαρδος, ένας άνθρωπος αναγεννησιακός. Ένας οικουμενικός άνθρωπος. Θα ζει πάντα στη μνήμη της Αντίστασης, στην τραγική μνήμη του εμφυλίου και της εξορίας, στους αγώνες της δεκαετίας του ΄60, στη φυλακή του αντιδικτατορικού αγώνα. Μα πάνω από όλα θα ζει πάντα στο αιώνιο τραγούδι της ελληνικής λαλιάς με την συναρπαστική και θυελλώδη μουσική του.
O Captain, my Captain
Η δάφνη κερδήθηκε
Ποτέ δεν θα πεθάνεις».


Στην κηδεία του Μίκη στην Μητρόπολη ο Σαββόπουλος αφού υποκλίθηκε στον νεκρό σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε στρατιωτικά τον Μίκη Θεοδωράκη. Σαν πιστός στρατιώτης που χαιρετά τον στρατηγό.
Ο στρατιωτικός χαιρετισμός  και το «O Captain,my Captain» της επιστολής είναι συνδεδεμένα, ότι ήταν και τα δύο μέρος ενός αστείου που συνήθιζαν να κάνουν μεταξύ τους. Ότι ο Σαββόπουλος όποτε έβλεπε τον Θεοδωράκη τον χαιρετούσε στρατιωτικά για να γελάσουνε. 

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ

 

Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.
 

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

ΠΩΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΝΗΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ!



Ο William James Durant (1885 –1981) ήταν ιστορικός και φιλόσοφος  ιδιαίτερα γνωστός για τι 11τομο βιβλίο του  The Story of Civilization, που αναφέρεται στην ιστορία του πολιτισμού της Ανατολής και της Δύσης.
Το φθινόπωρο του 1930 ο Will Durant ήταν έξω από το σπίτι του στο Lake Hill της Νέας Υόρκης, και μάζευε  φύλλα που είχαν πέσει από τα δέντρα. Τον πλησίασε ένας καλοντυμένος άνδρας και του είπε με σιγανή φωνή  ότι επρόκειτο να αυτοκτονήσει εκτός αν ο φιλόσοφος μπορούσε να του δώσει έναν εύλογο λόγο να μην το κάνει. Ξαφνιασμένος ο Durant προσπάθησε να δώσει στον άνδρα λόγους για να συνεχίσει την ύπαρξή του. Στοιχειωμένος από τη συνάντηση με τον απελπισμένο άγνωστο, ο Durant επικοινώνησε με 100 προσωπικότητες της τέχνης , της πολιτικής, της θρησκείας και των  επιστημών, προκαλώντας τους να απαντήσουν όχι μόνο στο θεμελιώδες ερώτημα του νοήματος της ζωής (αφηρημένα) αλλά και να αναφέρουν πώς ο καθένας (συγκεκριμένα) βρήκε νόημα, σκοπό και εκπλήρωση στη ζωή του. Μεταξύ αυτών ήταν ο Mahatma Gandhi, ο Sinclair Lewis, ο George Bernard Shaw, ο Bertrand Russell, και ο  Will Rogers.  Ο Durant συγκέντρωσε όλες τις απαντήσεις στο On The Meaning of Life που κυκλοφόρησε το 1932.


Γράφει λοιπόν ο Μιχάλης Μητσός ότι:
Τροφή για το σημερινό σημείωμα έδωσε η δεκαετής αναζήτηση ενός βρετανού συγγραφέα, του Τζέιμς Μπέιλι. «
Τον Σεπτέμβριο του 2015», γράφει στην Guardian, «ήμουν άνεργος, καταστενοχωρημένος, ζούσα μόνος μου στο τροχόσπιτο του μακαρίτη του παππού μου και αναρωτιόμουν ποιο είναι το νόημα της ζωής, πού θα βρω χαρά, ή σκοπό, ή περιεχόμενο. Τότε, όπως κάθε millennial, κατέφυγα στην Google για απαντήσεις. Κι έπεσα πάνω στο βιβλίο του Ντυράν».


Ο Μπέιλι άρχισε λοιπόν να στέλνει κι αυτός επιστολές σε ενδιαφέροντες ανθρώπους της εποχής μας και να τους ρωτά ποιο είναι κατά τη γνώμη τους το νόημα ή ο σκοπός της ζωής.
Μεταξύ αυτών είναι η Dame Jane Goodall, η Dame Hilary Mantel, ο Yusuf/Cat Stevens, η Rupi Kaur, ο  Sir Alan Ayckbourn, ο  Sir John Major, ο Πρόεδρος Carter, ο καθηγητής  Lord Robert Winston, ο  Julian Fellowes, ο Oliver Burkeman, η  Roxie Nafousi, η  Bindi Irwin, η  Dr Sara Kuburic, και πολλοί
 άλλοι.



Πέρασαν πολλές εβδομάδες για να πάρει την πρώτη απάντηση. Κι ύστερα άρχισαν να πέφτουν βροχή οι επιστολές, που έγιναν – το μαντέψατε – κι αυτές βιβλίο («The meaning of life», εκδ. Robinson).


Η Χίλαρι Μαντέλ (1952-2022) το σκεφτόταν δεκαπέντε μέρες. Κι ύστερα αποφάσισε ότι το νόημα δεν είναι ίδιο με τον σκοπό. «Δεν είμαι σίγουρη ότι η ζωή έχει κάποιο νόημα», του έγραψε η ιρλανδή συγγραφέας. «Μπορεί όμως να έχει σκοπό, αν εσύ το αποφασίσεις, και η προσπάθεια εκπλήρωσης αυτού του σκοπού παρέχει και το νόημα. Είναι σαν την αλχημεία. Οι αλχημιστές, πιστεύουμε, βρίσκονταν σε μια αέναη αναζήτηση. Δεν υπήρχε μια φιλοσοφική λίθος και δεν μπορούσαν να παρασκευάσουν χρυσό. Αφού έκανε όμως υπομονή για πολλά χρόνια, ο αλχημιστής ανακάλυψε ότι είχε επιδείξει επιμονή, ελπίδα, ακρίβεια και είχε αναπτύξει ένα όραμα – μια σειρά από λεπτές αρετές. Είχε βρει τον πνευματικό χρυσό και είχε κατανοήσει υπό αυτό το πρίσμα τη ζωή του. Είχε ανακαλύψει λοιπόν το νόημα».

Η επιστολή του Μπέιλι απασχόλησε για μέρες και τον 64χρονο αμερικανό περιβαλλοντολόγο Μπιλ ΜακΚίμπεν. «Πιστεύω ότι το νόημα της ζωής είναι να συνεχιστεί το αξιοσημείωτο παιχνίδι της ανθρώπινης ύπαρξης», απάντησε. «Στο παρελθόν, αυτό σήμαινε πάνω απ’ όλα αναπαραγωγή. Σήμερα σημαίνει πάνω απ’ όλα προστασία της πλάκας πάνω στην οποία παίζουμε αυτό το παιχνίδι. Και καθώς τώρα βάζουμε φωτιά σ’ αυτή την πλάκα, η δουλειά μας είναι να σβήσουμε τη φωτιά».


Eνας άνθρωπος που κλείνει σήμερα τα 86 του χρόνια θα είχε θεωρητικά πολλά να πει για το νόημα της ζωής. Κι όμως, ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας Αλαν Εϊκμπορν λέει ότι θα απαντούσε εύκολα σε αυτό το ερώτημα πριν από εξήντα χρόνια, όταν αισθανόταν ότι είχε τον κόσμο στα πόδια του. Σήμερα, νιώθει τον κόσμο στην πλάτη του. «Δεν έχω ιδέα γιατί γράφω», λέει, «ούτε καν γιατί είμαι ακόμη ζωντανός. Το γράψιμο είναι μάλλον για μένα ένα αντανακλαστικό ανάλογο με την αναπνοή. Μόνο αυτό μπορώ να πω. Ζητώ συγγνώμη, με πιάσατε στη λάθος άκρη της ύπαρξής μου. Η σύντομη απάντησή μου: τι σημασία έχει;».

H απάντηση της 94χρονης Σούζαν Πόλακ, που πριν από ακριβώς ογδόντα χρόνια βγήκε ζωντανή από το στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, δεν ήταν τόσο σύντομη. Όταν οι βρετανικές δυνάμεις μπήκαν στο στρατόπεδο, στις 15 Απριλίου 1945, εκείνη είχε χάσει εντελώς την ανθρώπινη φύση της, ήταν τρομοκρατημένη και μόνη, μιλούσε μόνο ουγγρικά, δεν είχε λεφτά, δεν είχε κανένα σύστημα στήριξης και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ένας στρατιώτης τη σήκωσε από τη λάσπη και την απέθεσε απαλά σε ένα από τα μικρά ασθενοφόρα. Από εκείνη την ημέρα, νιώθει να την καθοδηγεί μια θαυματουργή καλή θέληση. Μεταφέρθηκε στη Σουηδία για να ανανήψει. Δεν θα ξεχάσει έναν από τους συντονιστές που της έβαζε να ακούει Μπετόβεν. Δεν θα ξεχάσει και τον γιατρό που την πήρε στην αγκαλιά του για να τη μάθει να περπατάει και της είπε ότι είχε μια κόρη σαν εκείνη. «Τα λόγια του αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου. Λατρεύω τα ευγενικά λόγια. Είναι η προωθητική δύναμη για τη συνέχιση του ταξιδιού».
 
Είναι ο πιο διαβόητος φυλακισμένος της Αγγλίας, αφού μπήκε για πρώτη φορά φυλακή για ένοπλη ληστεία το 1974. Έκτοτε έχει καταδικαστεί επανειλημμένα για ληστείες και διάφορες βίαιες πράξεις, περιλαμβανομένης της σύλληψης 11 ομήρων σε 9 διαφορετικά επεισόδια. Πρόσφατα απορρίφθηκε για άλλη μια φορά αίτημά του να αποφυλακιστεί, αφού το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να εγγυηθεί ότι δεν θα προσφύγει και πάλι στη βία. «Η ζωή είναι για μένα ένα δώρο», έγραψε στον Μπέιλι. «Πρέπει να το σέβεσαι. Να το εκτιμάς. Να κρατιέσαι απ’αυτό όσο το δυνατόν περισσότερο. Οι άνθρωποι που τα παρατάνε δεν το αξίζουν. Πέρασα σαράντα πέντε χρόνια της ζωής μου σε μια τρύπα, κι όμως τα απήλαυσα. Τα έκανα να αποκτήσουν νόημα για μένα. Γιατί βρήκα τον «εαυτό μου»». Στο πίσω μέρος της σελίδας πρόσθεσε: «Μην κατουράς ποτέ έναν κροταλία!»
 
 Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟ «ΜΑΖΙ ΤΑ ΦΑΓΑΜΕ» ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΣΩΒΡΑΚΟ ΤΟΥ!




Έγραψε αμέσως μετά τον θάνατο του Θόδωρου Πάγκαλου, ενός πολιτικού που πέθανε σε απόλυτη φτώχεια, ο Χρήστος Χωμενίδης στο ΦΒ:
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπήρξε ένας τους σημαντικότερους και χαρισματικότερους πολιτικούς της Μεταπολίτευσης. Διέθετε θαυμαστή οξυδέρκεια, τόλμη, παιδεία. Χιούμορ που έσπαγε κόκκαλα. Γενναιοδωρία και καλοσύνη ψυχής.
Όσα και αν τού έχουν καταλογίσει οι αντίπαλοί του, το όνομά του έχει συνδεθεί με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στάθηκε άξιος της πατρίδας. Την υπηρέτησε σε στιγμές κρίσης όσο καλύτερα μπορούσε, όσο καλύτερα ίσως γινόταν.
Καλλιτέχνης της ζωής, αληθινός μερακλής, αγαπούσε και κατείχε σε βάθος τις τέχνες. Την όπερα ιδίως και τη λογοτεχνία.
Με τίμησε με τη φιλία του. Μοιραστήκαμε αρκετές στιγμές. Τον αγαπούσα. Πολύ. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.
Καλό ταξίδι, υπέροχε μπίτνικ, άρχοντα Θόδωρε!-
Και η Άννα Διαμαντοπούλου: Μια κινούμενη ηφαιστειακή έκρηξη γνώσεων, ιδεών, ισχυρών απόψεων, δράσεων, συγκρούσεων και ανεξάντλητου και ιδιαίτερου χιούμορ.
Χαρακτηριστικό ίσως γνώρισμα του χιούμορ που διέθετε, είναι και το απολαυστικό διήγημα Ο κλουπιέρης που είχε γράψει!
Επίσης δεν είχε πρόβλημα να γράψει το 2009 στα ΝΕΑ, στο κείμενο του  «Σωφρονίζοντας τους χοντρούς» το αυτοσαρκαστικό «Αδύνατοι που τρώνε υπάρχουν, χοντροί που δεν τρώνε δεν υπάρχουν»!
Τον θεωρούσαν "απρόβλεπτο" αλλά, όπως γράφει ο Πέτρος Ευθυμίου, αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα της ειλικρίνειας και της αντισυμβατικότητας του, γιατί κανείς σώφρων "δελφίνος" δεν θα έλεγε σε ένα βουλευτή στο τέλος μιας ομιλίας του «κάτσε και διάβασε και μάθε το θέμα σου πριν μιλήσεις γιατί μας φλόμωσες στη μαλακία»!
Τον Πάγκαλο δεν τον είχα ποτέ μου γνωρίσει, αλλά ήταν από τους πολιτικούς που πάντα διάβαζα αυτά που έλεγε, γιατί ποτέ του δεν κατέφευγε στην ξύλινη κομματική γλώσσα την οποία δυστυχώς χρησιμοποιούν οι περισσότεροι.
 Πχ ο Ανδριανόπουλος, ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Μάνος και ο Πάγκαλος αν και ανήκαν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους αυτά που έλεγαν είχαν ενδιαφέρον και πρωτοτυπία άσχετα αν συμφωνείς ή διαφωνείς με τα λεγόμενα τους.


Ο Πάγκαλος είχε το θάρρος να πει το «μαζί τα φάγαμε» που σήκωσε θύελλα αντιδράσεων γιατί ή αλήθεια είναι ότι για την κατάντια του ελληνικού κράτους υπεύθυνοι δεν είναι μόνο οι πολιτικοί, αλλά και ο λαός. Αυτό ενόχλησε πολλούς που θεωρούν ότι ο λαός είναι άμωμος και αθώος για τα πάντα, με αποτέλεσμα να γίνει viral η ειδικά επιλεγμένη φωτογραφία του που τον δείχνει να τρώει, αλλά  και να συγκεντρώνει τα πυρά ακόμα και από οργανώσεις του κόμματος του!
Όπως έγραψε στο twitter ο Μάνος Βουλαρίνος: Ο Θεόδωρος Πάγκαλος με το «μαζί τα φάγαμε» δεν είπε απλώς μια θαρραλέα φράση που ήταν καταδικασμένη να μείνει ιστορική. Είπε μια φράση που θα μπορούσε να στολίζει την ελληνική σημαία ως η λεκτική συμπύκνωση του νεότερου ελληνισμού.



Το είπε από το Βήμα της Βουλής την 21 Σεπτεμβρίου του 2010 σε μια εποχή ταραγμένη για την Ελλάδα, η οποία είχε μπει στα μνημόνια, το ΔΝΤ ήταν εδώ, η οικονομική κατάσταση ήταν τραγική, ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους για τις περικοπές και τα κόμματα «σκοτώνονταν» για το ποιος είναι ο υπαίτιος της χρεοκοπίας της χώρας.
Αξίζει λοιπόν να διαβάσουμε τι είπε ακριβώς ο Πάγκαλος  ως  απάντηση εις την κατακραυγή που υπήρχε  εναντίον του πολιτικού προσωπικού της χώρας  που ρώταγε “πώς τα φάγατε τα λεφτά;” :
“Σας διορίσαμε. Τα φάγαμε όλοι μαζί. Μέσα στα πλαίσια μιας σχέσης πολιτικής πελατείας, διαφθοράς, εξαγοράς και εξευτελισμού της έννοιας της ίδιας της πολιτικής.»
Το 2012 στο e-book του, «Μαζί τα φάγαμε» αναλύει περαιτέρω το σκεπτικό του: «Η φράση «τα φάγαμε όλοι μαζί» σημαίνει ότι ένα μεγάλο τμήμα από εμάς -τον ελληνικό λαό- συμμετείχαμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε μη ορθολογικές πρακτικές και συμπεριφορές, στην πορεία του χρόνου, σε σχέση με τις δαπάνες και τα έσοδα του κράτους. Αυτό που λέμε «δημοσιονομική κρίση» είναι και δικό μας δημιούργημα… Οι πολίτες είτε με πράξεις, είτε με την εκπορευόμενη από την ενοχή απραξία τους, είτε απλά εκλέγοντας ακατάλληλα πολιτικά πρόσωπα για να διαχειριστούν τα κοινά, συμμετέχουν με συλλογικό τρόπο στη δημοκρατία και έχουν την ευθύνη των επιλογών τους…Φυσικά δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης, η ευθύνη ξεκινάει από πάνω προς τα κάτω». Συνεχίζει παρακάτω λέγοντας: «Η πλειοψηφία των βουλευτών της Αριστεράς όχι μόνο δεν πρότεινε και δεν βοήθησε στο πολιτικό και άρα κοινωνικό έργο αλλά αποτέλεσε φραγμό στις τεκμηριωμένες και σοβαρές προτάσεις των άλλων. Όλα αυτά τα χρόνια ουδέποτε εκπρόσωπος της Αριστεράς αντέδρασε σε προσλήψεις, σε αυξήσεις μισθών, σε θέσπιση επιδομάτων, σε αυξήσεις συντάξεων, σε κοινωνικοποιήσεις επιχειρήσεων, σε απεργιακές κινητοποιήσεις ή σε διαδηλώσεις…Αντίθετα, σε συζητήσεις και προτάσεις τους ήθελαν και άλλες, πιο πολλές ακόμα παροχές…»
Μπορεί να πέρασαν πάνω από 10 χρόνια που έγραψε τα παραπάνω αλλά δεν νομίζω να άλλαξε τίποτα στην πολιτική των κομμάτων της αριστεράς για όλα αυτά, τα οποία ακριβώς τα ίδια ακούμε και αυτές τις μέρες προεκλογικά από αυτά τα κόμματα.
Αν διαβάσει κανείς τα σχόλια που γίνονται σε συριζαϊκές ιστοσελίδες για τον θάνατο του Πάγκαλου διαπιστώνει κανείς την τοξικότητα που υπάρχει σε αυτόν τον χώρο για τον αποθανόντα πολιτικό τους αντίπαλο.
Ένα μικρό ποτ πουρί από σχόλια συριζαίων μετά την είδηση του θανάτου του.
-Με την γλοιώδη παρέα του τάφαγε και τους παρατρεχάμενους.
-Τυχερά τα σκουλήκια εκεί που θα τον χώσουν. Εξασφάλισαν το φαΐ της χρονιάς.
-Σιχαμένος αριβίστας ήτανε.
Γράφει ο Σωτήρος Χήνος σχετικά:
O Πάγκαλος, δια της γνωστής δήλωσής του, μπορούμε επιφανειακώς να πούμε ότι μετέφερε την ευθύνη στην κοινωνία. Για την ακρίβεια όμως, επί της ουσίας ανέδειξε και τις ευθύνες της κοινωνίας για το πάρτυ...
Ήταν υποχρεωμένος;;; Όχι. Μπορούσε να κάνει και κάτι άλλο;;; Προφανώς...
Θα μπορούσε να διαφοποιηθεί, να καταψηφίσει τα μνημόνια, το 2015 να ενταχθεί στο ΣΥΡΙΖΑ σαν τον Κοτσακά (δεξί χέρι του Τσοχατζόπουλου), τον Τζουμάκα, τον Ραγκούση και την Ξενογιαννακοπούλου (δεξί και αριστερό χέρι του ΓΑΠ) και τόσους και τόσους άλλους, και να μας λέει από τηλεοράσεως για τη γοητεία που του άσκησαν τα μάτια του Αλέξη...
Σήμερα, που έφυγε από τη ζωή, δεν θα έσπευδαν πολλοί ενσυναίσθητοι αλληλεγγύοι να ρίχνουν κατάρες λίγες ώρες πριν το κατευόδιό του...
Θα βγάζαν δακρύβρεχτους λόγους για τον αγωνιστή της δημοκρατίας που με το προσωπικό του παράδειγμα έγινε η ζωντανή αποτύπωση της 3ης του Σεπτέμβρη...και διάφορες άλλες παρλαπίπες για μικρόνοα δίποδα... 
Γιατί δεν το έκανε;;; Γιατί είχε την πολυτέλεια να πει "πάω σπίτι μου και σας γράφω όπου δεν πιάνει μελάνι"...
Και αυτή η πολυτέλεια, είναι ό,τι έχει τελικά αξία στη ζωή...
Αν μπορούσε να ακούσει τους υβριστές του ο Πάγκαλος μπορεί να τους έλεγε με την γνωστή αθυροστομία του αυτό που είπε σε γνωστό του δημοσιογράφο :Δε μου γα… σαι πρωί-πρωί;”


Και όπως εξήγησε ο ίδιος: «Τριάντα δύο χρόνια γίνεται να μην κάνεις ποτέ ένα λάθος; Εκεί έκανα λάθος. Κατ’ αρχάς, ήξερα τον δημοσιογράφο, ήταν άνθρωπος με τον οποίο είχα οικειότητα. Δεν θα το έλεγα σε κάποιον που δεν ήξερα ποτέ. Πήγαινα στις 8 το πρωί, είχε βρέξει, γλίστρησα στα σκαλοπάτια, πήγα να πέσω κάτω και την ώρα αυτή μου βάζει ένα μαρκούτσι μπροστά μου και μου λέει: “Τι γνώμη έχετε για τις δηλώσεις του κυρίου Σημίτη;”.
Αλλά ένα ακόμα από τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν ήταν η αίσθηση του χιούμορ που είχε!


Όπως είπε ο ίδιος: «Κάποτε στο Ράδιο Αρβύλα είχαν εμφανίσει ένα σώβρακο με δύο μέτρα περίπου φάρδος και έλεγαν ότι “αυτό είναι το σώβρακο του Πάγκαλου, ο οποίος το έχει κάνει ειδική παραγγελία”. Κατόπιν αυτού, τους έστειλα ένα σώβρακό μου, πλυμένο και καθαρό, μεταχειρισμένο όμως, και είπα: “Αυτό είναι το σώβρακό μου. Λυπάμαι που σας απογοητεύω, αλλά ό,τι διαθέτω μπορώ και το βάζω μέσα εδώ και δεν μου χρειάζεται αυτό που δείξατε”  Προς τιμήν τους, το δείξανε στην εκπομπή τους και μετά είπε ένας από αυτούς: “Αν είναι να μας κάνει τέτοιες πλάκες ο Πάγκαλος, θα παραιτηθούμε και να έρθει αυτός να αναλάβει την εκπομπή”».
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση. 

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Η ΤΑΡΑΧΩΔΗΣ ΖΩΗ ΤΟΥ JERRY LEE LEWIS




 Ακόμα και στον θάνατο του ήταν απρόβλεπτος. 
Δεν πρόλαβαν να  διαψεύσουν, την προηγούμενη μέρα, την αναγγελία του θανάτου του και την επομένη, 28 Οκτωβρίου, πέθανε σε ηλικία 87 ετών.
 Ο Jerry Lee Lewis βρίσκεται πια, μαζί με όλους τους άλλους μεγάλους, που στα μέσα του προηγούμενου αιώνα έφεραν, με το πηγαίο ταλέντο τους, επανάσταση στην μουσική, το ροκ εντ ρόλ.
 Είναι γεγονός ότι το ροκ εντ ρολ στην ουσία ήταν η εξέλιξη της μουσικής των μαύρων του Νότου της Αμερικής και γι΄αυτό οι σημαντικότεροι από τους πρωτοπόρους του ήταν μαύροι.
 Ήταν όμως η μουσική που κατάφερε να μιλήσει και στην καρδιά της λευκής νεολαίας, επιτυγχάνοντας έτσι να καταφέρει, παρά τον φοβερό πόλεμο που αντιμετώπιζε από τούς συντηρητικούς WASP (White Anglo-Saxon Protestant) να σπάσει την κατεστημένη κατάσταση που διαχώριζε την μουσική, σε μουσική των λευκών και την race music  των μαύρων.  
Ο Elvis, o Bill Haley και ο Jerry Lee Lewis έχοντας αφομοιώσει τους ρυθμούς της  μαύρης μουσικής, των γκόσπελ και της country, κατάφεραν να ανοίξουν τον δρόμο στην ροκ, στην οποία πλέον η μουσική και όχι το χρώμα του καλλιτέχνη είχε σημασία.
Ο Lewis γεννημένος σε μια φτωχή κωμόπολη της Λουϊζιάνα, από μικρός έπαιζε πιάνο που του το είχαν αγοράσει  οι γονείς του βάζοντας υποθήκη την φάρμα τους!
Άρχισε από το 1949, σε ηλικία 14 ετών να δίνει  δημόσιες παραστάσεις, παίζοντας πιάνο και από το 1956 άρχισε να ηχογραφεί στην θρυλική Sun Records  του Μέμφις τραγούδια όπως το  «Great Balls of Fire», το «Whole Lotta Shakin’ Goin’ On», «Breathless», «High School Confidential» που ανήκουν πλέον στην ιστορία της ροκ μουσικής.
Η καταπληκτική παρουσία του επί σκηνής, απογείωσαν την καριέρα του και όταν ο Elvis πήγε στον στρατό ήταν ο σημαντικότερος λευκός μουσικός της ροκ που θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει.
22 ετών ο Jerry Lee Lewis βρισκόταν στην κορυφή της καριέρας του και τον πλήρωναν με 10.000 δολάρια για κάθε εμφάνιση του, όταν ταξίδεψε στην Αγγλία μαζί με την γυναίκα του Myra,  για μια σειρά εμφανίσεων του εκεί.


Όταν είδε την Myra, ένας δημοσιογράφος ρώτησε πόσων ετών είναι και όταν μαθεύτηκε πως είναι μόνο 13 ετών, ξέσπασε εκεί ένα μεγάλο σκάνδαλο που τον ανάγκασε, μετά μόνο από 3 συναυλίες, να ακυρώσει την 37μερη περιοδεία του. Στην Λουϊζιάνα οι γάμοι σε αυτή την ηλικία ήταν κοινωνικά αποδεκτοί, αλλά βέβαια δεν ήταν στην υπόλοιπη Αμερική, οπότε όταν επέστρεψε η καριέρα του είχε καταστραφεί ,καθώς πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί σταμάτησαν να παίζουν τα τραγούδια του, ενώ ηθικολόγοι έλεγαν ότι το σκάνδαλο ήταν απόδειξη του εγγενούς κακού του ροκ εν ρολ.
Θυμήθηκα πάντως πως η γιαγιά της γυναίκας μου είχε παντρευτεί τον παππού της σε ηλικία 14 ετών!
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ με δυσκολία εύρισκε μικρά κλάμπ να παίξει για 250 δολάρια την βραδιά.
Το ωραίο είναι ότι η Myra που ήταν κόρη του ξαδέλφου του, μέλους της μπάντας του,  ήταν η 3η σύζυγος του και την είχε παντρευτεί πριν να βγει το διαζύγιο του από την δεύτερη! Έτσι, όταν βγήκε το διαζύγιο την ξαναπαντρεύτηκε και έμεινε παντρεμένος μαζί της μέχρι το 1970.
Την πρώτη του γυναίκα την είχε παντρευτεί σε ηλικία 16 ετών και ο γάμος αυτός κράτησε 20 μήνες. Και ο δεύτερος γάμος του ήταν προβληματικός γιατί έγινε 23 μέρες πριν να οριστικοποιηθεί το διαζύγιο του από τον πρώτο.
Είχε παντρευτεί τελικά 7 φορές.
Η 4η σύζυγος πνίγηκε σε πισίνα φίλου τους πριν να βγει το διαζύγιο τους.
Ο 5ος γάμος του κράτησε μόνο 77 μέρες και η σύζυγος πέθανε από υπερβολική δόση μεθαδόνης.
Ο 6ος γάμος κράτησε 21 χρόνια και την 7η σύζυγο την παντρεύτηκε το 2012. Συνολικά από όλες τις συζύγους του απέκτησε 6 παιδιά.
Την ταραχώδη ζωή του, εκτός  από τους  γάμους του, καθώς σχεδόν πάντα είχε προβλήματα με τον νόμο, έκανε χρήση ναρκωτικών και ήταν αλκοολικός. σημάδεψαν δύο σημαντικά γεγονότα.
Το πρώτο έγινε στα 41α γενέθλια του, όταν εκτόξευσε ένα γεμάτο Μάγκνουμ σε μια μπουκάλα Κόκα-Κόλα και αυτό εκπυρσοκρότησε και χτύπησε στο στήθος τον μπασίστα του, οποίος ευτυχώς επέζησε.
Την ίδια χρονιά επίσης , συνελήφθη επειδή απείλησε την ασφάλεια του Presley με ένα όπλο, τρακάροντας μεθυσμένος στην πύλη της  Graceland του σπιτιού του Elvis.
Μετά την καταστροφή της καριέρας του ως ροκ καλλιτέχνης, στράφηκε στην κάντρυ μουσική και με την πάροδο των ετών κατάφερε να έχει και σε αυτήν επιτυχίες.
Με την πάροδο των ετών, προς τα τέλη της 10ετιας του 80, υπήρξε, ιδίως στην Ευρώπη, ένα έντονο ενδιαφέρον του κοινού για τους πρωτοπόρους της ροκ μουσικής με αποτέλεσμα να γίνονται πολλές συναυλίες από αυτούς σε διάφορες χώρες.
Μία καταπληκτική συναυλία με την συμμετοχή των James Brown, Bo Diddley, Ray Charles, Little Richard, Jerry Lee Lewis, Fats Domino, , B.B. King έγινε στην Ρώμη το 1988.
Στο βίντεο είναι το απολαυστικό της φινάλε, με όλους αυτούς επί σκηνής ενώ όλη η συναυλία υπάρχει εδώ.


Όπως όλοι οι πρωτοπόροι ρόκερ στις συναυλίες τους δεν έπαιζαν μόνο τις δικές τους επιτυχίες αλλά και άλλων, όπως εδώ που παίζει την Lucille, την μεγάλη επιτυχία του Little Richard.


Το ενδιαφέρον για τον Jerry Lee Lewis στην Αμερική αναζωογονήθηκε μετά την προβολή της ταινίας   Great Balls of Fire!, με την ζωή του, με τον καταπληκτικό  Dennis Quaid σαν  Lewis, και την Winona Ryder σαν Myra.
Στα δύο πρόσφατα άλμπουμ του τραγουδάει με αναλλοίωτη φωνή μαζί με άλλους σημαντικούς σήμερα καλλιτέχνες όπως ο  Bruce Springsteen, ο Mick Jagger ο Kris Kristofferson ο BB King, o Jimmy Page, o Neil Young, o Keith Richards, o Rod Stewart, o Eric Clampton, o Solomon Burke, o Willy Nelson και άλλους.
Εδώ από το πρώτο CD με την συμμετοχή του Little Richard τραγουδούν την επιτυχία των Beatles I Saw Her Standing There.


Στην χώρα μας είχε εμφανιστεί δύο φορές. Την πρώτη, στο Καλλιμάρμαρο την 1η Οκτωβρίου 1988 στην συναυλία για το AIDS, μαζί με τους Bonnie Tyler,  Joan Jett,  Run D.M.C, Black Uhuru κ.α.
Η δεύτερη εμφάνιση του ήταν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας στις 14 Δεκεμβρίου 1990
Ο Lewis ήταν ένας εμπρηστικός σόουμαν που έπαιζε συχνά πιάνο με τις γροθιές, τους αγκώνες, τα πόδια ακόμη και με τα οπίσθια του, μερικές φορές μάλιστα σκαρφαλώνοντας στην κορυφή του πιάνου κατά τη διάρκεια των συναυλιών.
Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα της πιανιστικής του δεξιοτεχνίας υπάρχουν εδώ. 



«Πάντα ανησυχούσα για το αν θα πάω στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Το σκέφτομαι κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ και είναι πολύ σοβαρό. Πού πηγαίνεις μετά την τελευταία σου αναπνοή», αναρωτιόταν εύλογα το 2015. Προσωπικά πάντως δεν έχω αμφιβολία πως θα έχει πάει στον Παράδεισο της Μουσικής.

 

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΠΕΘΑΝΕ!




Ξέρω  εκ προοιμίου ότι Η σημερινή μου ανάρτηση δεν πρόκειται να συγκεντρώσει πολλά like, καθώς δεν πληροί ούτε τον δημοσιογραφικό όρο ότι για να διαβαστεί ένα θέμα και να αρέσει σε πολλούς, πρέπει να έχει αίμα, σπέρμα ή στέμμα αλλά ούτε και τον βασικό και συνήθη όρο του ΦΒ για μια επιτυχή δημοσίευση, να έχει δηλαδή σκυλάκια, γατάκια και παιδάκια ή στην ανάγκη την φωτογραφία και την συνταγή μιας κολοκυθόπιτας!
Πολλές επίσης  δεσποινίδες και κυρίες βάζουν στο ΦΒ τις σέλφι που βγάζουν αυτοθαυμαζόμενες , ενώ από κάτω φίλοι και γνωστοί σχολιάζουν με έκδηλη υποκρισία, γιατί δεν θέλουν να τους χαλάσουν την καρδιά: Κούκλα, πανέμορφη, κτλ
Ας έρθουμε όμως στο σημερινό θέμα που ο θάνατος της Ελισάβετ το κατέστησε  πάλι επίκαιρο.


Ενώ λοιπόν όλοι φωνάζουμε μαζί με τον Παπακωνσταντίνου «δεν θα πεθάνουμε κουφάλα νεκροθάπτη», παρά το γεγονός ότι ξέρουμε ότι αναπόφευκτα αυτή  θα είναι η κατάληξη, οι περισσότεροι αποφεύγουν να σκεφτούν και να δηλώσουν εν ζωή τι θα γίνει με το κουφάρι τους όταν πεθάνουν.
Οι μόνοι που δεν έχουν πρόβλημα με αυτό είναι οι θρήσκοι που πιστεύουν στον παράδεισο και την Δευτέρα Παρουσία
Προφανώς όλοι αυτοί είναι πεπεισμένοι πως χάρις τον ενάρετο βίο που έζησαν, άσχετα αν πολλοί τους χαρακτήριζαν εν ζωή καθάρματα, η θέση τους στον Παράδεισο είναι εξασφαλισμένη, ενώ στην Κόλαση θα πάνε όλοι οι εχθροί τους. 

 

 Καθώς δε θα βρίσκονται ξαπλωμένοι με ενωμένα τα χέρια εν μέσω ανθέων και φορώντας  το καλό τους κουστούμι, θα τους αποκαλεί ο παπάς ανάξιους και δούλους, δυστυχώς δεν θα μπορούν του απαντήσουν ότι οι ίδιοι πίστευαν ότι  άξιοι και ελεύθερα άτομα ήταν στην ζωή τους, έτσι ακριβώς όπως με συγκινητικό στόμφο αναπτύσσει   ο εκφωνών  τον επικήδειο, που μερικές φορές έχει έρθει για να είναι σίγουρος ότι ο αποθανών είναι πράγματι νεκρός!  
Την άβολη αυτή κατάσταση την έχει περιγράψει με γλαφυρότητα ο Σκαρίιμπας:
Σαν θάρθει η ώρα να -ανεπιστρεπτί- επιστρέψω στην Μάνα Γή, δυό πράγματα θα είναι της ταπεινότητας μου η κορυφαία ταπείνωση: που από την μια μεριά θε να με βάλουνε μ΄εκείνο το «συγχώρεσον τον ανάξιον δούλον σου»- εμ δούλος εμ και ανάξιος! κι΄ απ΄την άλλη οι στην κοινωνία του κατεστημένου τα πρώτα φέροντες, έχουνε να κάνουνε καραγκιοζομπερτελίκια αυτοί!
Κι εγώ τι να σου κάνω, πεθαμένος άνθρωπος;


Για όλους εμάς που δεν πιστεύουμε σε παραδείσους και Δεύτερες παρουσίες και δεν επιθυμούμε έστω και νεκροί να μας λένε ανάξιους και δούλους, η πρώτη και μοναδική παρουσία μας στην ζωή  θα έχει το τέλος της με την αποτέφρωση μας στον τόπο μας.
 Έτσι προσωπικά εγώ, μια και εν ζωή δεν αξιώθηκα να πάω στην Βουλγαρία, τελικά ούτε μετά θάνατον θα την δω, όπως ήταν αναπόφευκτο πριν μερικά χρόνια που δεν γινόντουσαν εδώ αποτεφρώσεις.


Βέβαια για να σε κάψουν πρέπει, βάσει νόμου να υπογράψει συγγενής α΄ή β΄ βαθμού, οπότε αν δεν έχεις κινδυνεύεις να σε θάψουν, παρά την εκπεφρασμένη γνώμη σου για αποτέφρωση, όπως κινδύνευσε πρόσφατα να γίνει με την αξέχαστη Μάρθα Καραγιάννη που δεν είχε στενούς συγγενείς. Ευτυχώς όμως είχε στενούς και πιστούς φίλους που κατάφεραν να εκπληρώσουν την επιθυμία της. 
Όμως  υπάρχει και η δυνατότητα να προσφέρεις το σώμα σου στην επιστήμη για να χρησιμοποιηθεί από τους φοιτητές της Ιατρικής στο μάθημα της Ανατομίας όπως έκανε ο αείμνηστος Κώστας Καζάκος που πέθανε 86 ετών.
Βέβαια είτε σε θάψουν είτε σε κάψουν μπορείς, ίσως και για μοναδική φορά στην ζωή σου, να βρεθείς χρήσιμος σε κάποιον ή σε κάποιους συνανθρώπους σου, αν μερικά όργανα σου τα πάρουν για μεταμόσχευση αντί να τα φάνε τα σκουλήκια ή η φωτιά.  


 Όπως γράφω εδώ ,εκτός από αυτούς που έχουν κάρτα δωρητή οργάνων σύμφωνα με τον νέο νόμο  «Η αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του σύμφωνα με την παράγραφο 3 και κατόπιν συναίνεσης της οικογένειάς του». 
Έτσι σε περίπτωση προϋπάρχουσας αρνητικής δήλωσης, ο εκλιπών δεν θα γίνει δότης οργάνων ακόμα και εάν η οικογένειά του το επιθυμεί.
Σχολιαστής στο παραπάνω ποστ έθεσε ένα εύλογο ερώτημα:
Στην υποθετική προς νεοέλληνα ερώτηση, "θέλετε να γίνετε δωρητής σώματος;" η απάντησις "πάρτε τ'@ρχίδι@ μου!" δύναται να θεωρηθεί θετική ή αρνητική;:
Στο σχόλιο αυτό έδωσα μια τεκμηριωμένη επιστημονική απάντηση:
Δωρεά ανυπάρκτων πραγμάτων δεν είναι ούτε θετική ούτε αρνητική!
Ξέρεις εσύ ενήλικο νεοέλληνα που να μην τον έχει ευνουχίσει πλήρως είτε η μάνα του είτε η σύζυγος;
Όλα τα παραπάνω τα έγραψα γιατί όλοι μας, την σκέψη ότι θα πεθάνουμε την απωθούμε από το μυαλό μας και κανένας δεν σκέφτεται αυτό που έχει πει ο Αρκάς:
Το πότε θα πεθάνεις είναι σαν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού σου
... Δεν είναι στο χέρι σου .


Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.
 
ΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΗ   "ΘΑΝΑΤΕΡΑ" ΠΟΣΤ
ΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΑΣ
ΠΤΩΜΑΤΟΛΕΙΨΑΝΟΛΟΓΙΑ….
ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΜΑΤΟΛΕΙΨΑΝΟΛΟΓΙΑΣ
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΓΚΡΑΦΙΤΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΣΟΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΑ «ΘΑΝΑΤΕΡΑ» ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ
ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΚΟΜΑ ΤΑΦΟΙ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ
ΑΡΑΓΕ… ΕΙΝΑΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΚΕ Ο ΜΠΟΣΤ;
ΤΙΜΩΡΙΕΣ ΠΤΩΜΑΤΩΝ ! 
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ Ε.Σ.Χ.Ο.Σ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΣΧΟΣ ΤΗΣ ΚΑΥΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ