Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΞ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ!.




Ο Απόστολος Παύλος είναι στην ουσία ο ιδρυτής του Χριστιανισμού και όπως γραφώ  στο ποστ μου   Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΊΚΕΣ δικαίως ο Μπέρναρ Σω τον αποκαλεί  αιώνιο εχθρό των γυναικών.
Δεν ήταν όμως μόνον αυτός.
 Όπως γράφει  ο Καρλχάιντς  Ντέσνερ  στο βιβλίο του "Σεξουαλικότητα και Χριστιανισμός" ( μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου) Έκδοση της Εφημερίδας των Συντακτών (τα αποσπάσματα από το βιβλίο με μπλε γράμματα):


Οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι της Εκκλησίας όμως -ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος- διέδιδαν ότι η γυναίκα δεν πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του θεού, ότι είναι κατώτερο ον, προορισμένο να υπηρετεί τον άντρα - με διάφορες εκφράσεις υπαινίσσονταν μια σχέση παρόμοια με εκείνη μεταξύ κυρίου και δούλου.


Στην ακμή του Μεσαίωνα ο Θωμάς Ακινάτης, που, στα τέλη του 19ου αιώνα ακόμη, ανακηρύχθηκε πρώτος διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας, στιγμάτισε τη γυναίκα ως σωματικά και πνευματικά κατώτερη, ένα είδος «ακρωτηριασμένου», «αποτυχημένου» άντρα.
 Το γεγονός ότι, δυστυχώς, γεννιούνται κορίτσια ο επίσημος φιλόσοφος της Εκκλησίας και προστάτης όλων των καθολικών σχολών και πανεπιστημίων το αποδίδει σε ένα άθλιο ανδρικό σπέρμα, σε χαλασμένο αίμα της μήτρας ή σε «υγρούς νοτιάδες» (venti australes), που με την πολλή βροχή δημιουργούν παιδιά με αυξημένη περιεκτικότητα νερού, δηλαδή κορίτσια.
Ακόμη και ο Λούθηρος, ο οποίος κατάργησε την αγαμία και έβγαλε τις μοναχές από τα μοναστήρια, θεωρούσε τον άντρα «ανώτερο και καλύτερο» και τη γυναίκα «σχεδόν παιδί», «τρελό ζώο»· «η μεγαλύτερη τιμή γι’ αυτήν είναι ότι όλους ανεξαιρέτως μας γεννούν οι γυναίκες», και άλλα τέτοια κολακευτικά λόγια.

Ενδιαφέρον δε έχει ότι όλη αυτή η υποτίμηση της γυναίκας  οδήγησε σε αρρωστημένη άρνηση της φυσιολογικής σεξουαλικότητας του ανθρώπου  με την εξύμνηση της ασκητείας , τον εκθειασμό της σωματικής αυτοτιμωρίας και κατέληγε να θεωρούν το σώμα ως «κοπρόλακκο», «αγγείο σήψης», «γεμάτο βρομιά και βδελυγμία» και την σεξουαλική πράξη αμαρτία.
Με ελάχιστους στίχους του ο Τάσος Λειβαδίτης συνοψίζει επιγραμματικά και σαρκαστικά όλη αυτή την αφύσικη νοοτροπία

Και ο νεαρός εφημέριος  κάθε βράδυ,
 κοιμόταν με μια γυμνή γυναίκα στο μυαλό του
-αλλά άσχημη-
Να ΄χει τουλάχιστον κάτι να του συχωρεθεί. 

Η αντίληψη αυτή για την σεξουαλικότητα και την υποτίμηση των γυναικών  καταλήγει στον παραλογισμό  ο απόστολος Παύλος να υποβιβάζει ακόμα  και τον γάμο, αφού τον εγκρίνει μόνο για την αποφυγή της πορνείας ( δια δε τας πορνείας έκαστος την ευατού γυναίκα εχέτω) και εξηγεί ρητά ότι είναι καλό για τον άντρα «γυναικός μη άπτεσθαι».


Επί δύο χιλιετίες η Εκκλησία -όσο και αν το αμφισβητεί- δεν δυσφήμησε μόνο τη γυναίκα αλλά και τον γάμο
Από τον άγιο Ιουστίνο μέχρι τον Τερτυλλιανό και τον Ωριγένη, ο ευνούχος έχει εγκωμιαστεί περισσότερο από τον σύζυγο.( δες σχετικά στο ποστ ΟΙ ΟΡΧΕΙΣ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉ ΘΡΗΣΚΕΙΑ)
 Σύμφωνα με τον διδάσκαλο της Εκκλησίας Ιερώνυμο, οι παντρεμένοι ζουν «όπως τα ζώα», με τη συνουσία δεν διαφέρουν «σε τίποτε από τα γουρούνια και τα άλογα ζώα». Σύμφωνα με τον διδάσκαλο της Εκκλησίας Αυγουστίνο, οι παντρεμένοι θα λάβουν χειρότερες θέσεις στον παράδεισο, μόνον ο «γάμος του Ιωσήφ και της Μαρίας», δηλαδή η συμβίωση με πλήρη εγκράτεια, είναι ο «αληθινός γάμος» και το καλύτερο θα ήταν αν τα παιδιά «σπέρνονταν με το χέρι όπως τα σπυριά των δημητριακών».
Έτσι λοιπόν η ιδέα του γάμου ως μυστηρίου εμφανίστηκε μετά την παρέλευση της πρώτης χριστιανικής χιλιετίας, αφού μόνο τον 11 ο και τον 12ο αιώνα άρχισε να δίδεται η συγκατάθεση ενώπιον του ιερέα, και επιπλέον η σύναψη γάμου αναγνωριζόταν και χωρίς τον ιερέα μέχρι τον 16ο αιώνα. Η Εκκλησία προσπαθούσε βέβαια συχνά να παρεμποδίσει την πραγματοποίηση γάμων και καταπολέμησε σκληρά τον δεύτερο γάμο (μιας χήρας ή ενός χήρου) χωρίς να τον απαγορεύει. Το σύνθημα που προτιμούσε ήταν; «Μετά την ποτίστρα τα γουρούνια ξανακυλιούνται στον βόρβορο».
Δραστικοί περιορισμοί επιβάλλονταν όμως και στην ίδια τη σεξουαλική επαφή των συζύγων, που κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα απαγορευόταν: τις Κυριακές και τις αργίες, τις ημέρες προσευχής και μετάνοιας, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή κάθε Παρασκευή και Σάββατο, το οκταήμερο μετά το Πάσχα και την Πεντηκοστή, τη Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα, πριν ή και μετά τη μετάληψη, κατά την εγκυμοσύνη και μετά τον τοκετό, δηλαδή συνολικά οκτώ μήνες τον χρόνο. Και στην ακμή του μεσαίωνα, καθώς και αργότερα, σχεδόν τον μισό χρόνο. Οι παραβάσεις επέσυραν εκκλησιαστικές ποινές, ενώ η τιμωρία για τις ακολασίες, μέχρι τον 20ό αιώνα, ήταν η θεία δίκη: λεπρά, επιληπτικά, ακρωτηριασμένα, δαιμονισμένα παιδιά.
 Ως ηθικό πρότυπο η Εκκλησία συνιστούσε την καμήλα, που συνουσιάζεται μόνο μία φορά τον χρόνο, και ιδιαίτερα τον θηλυκό ελέφαντα, που συνευρίσκεται μόνο κάθε τρία χρόνια.
Η Εκκλησία επέτρεψε τη συνουσία μεταξύ των συζύγων για δύο λόγους: πρώτον, για να αποτρέψει την πιθανώς πιο ηδονική εξωσυζυγική σεξουαλικότητα· «το θηλυκό έχει το κοχυλάκι του», λέει ο Λούθηρος συνδιατυπώνοντας παραστατικά και την άποψη των καθολικών, «για να προσφέρει στον άντρα ένα γιατρικό ώστε να αποφεύγονται οι ονειρώξεις και η μοιχεία». Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι η Εκκλησία χρειαζόταν τον γάμο για να προστίθεται στους πιστούς της νέο αίμα. «Αλλά και αν η εγκυμοσύνη τις κουράζει ή τελικά τους κοστίζει τη ζωή», όπως γράφει πάλι ο Λούθηρος με θαυμαστή ειλικρίνεια, «δεν πειράζει, αφήστε τις εγκύους να πεθάνουν, αυτός είναι ο προορισμός τους».
Αφού δεν γινόταν διαφορετικά και η σεξουαλική πράξη ήταν αναπόφευκτη, ας γίνεται τουλάχιστον σπάνια και χωρίς απληστία!
Επί αιώνες η Εκκλησία θεωρούσε κάθε συζυγική πράξη αμαρτωλή, ενώ αργότερα έκρινε ως αναμάρτητη μόνο την επαφή που συνοδευόταν από μίσος για την ηδονή· η ηδονή ήταν πάντοτε βαρύ έγκλημα για τους χριστιανούς.

 Όταν μάλιστα το ζευγάρι επέλεγε μια στάση διαφορετική από τη δήθεν κανονική, τη θεάρεστη -η γυναίκα ανάσκελα, ο άντρας καταπρόσωπο αποπάνω: σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς η πιο ανηδονική και στον εξωχριστιανικό κόσμο συχνά περιγελώμενη στάση, -που αποκαλείται και στάση των ιεραποστόλων-, όταν λοιπόν το αντρόγυνο, αναζητώντας μεγαλύτερη απόλαυση, εφάρμοζε κάποια από τις ασυνήθιστες πρακτικές (situs ultra modum) -τις οποίες οι ηθικολόγοι συζητούσαν συχνά και με γνώση όλων των παραλλαγών-, αυτό ήταν έγκλημα χειρότερο από τη δολοφονία. Οι θεολόγοι προτιμούσαν να συνιστούν στους συζύγους να συνευρίσκονται αισθανόμενοι αηδία για τη σεξουαλική ορμή, στο σκοτάδι της νύχτας και κατά το δυνατόν φορώντας και οι δύο το ειδικό ρούχο των μοναχών, ένα νυχτικό που κάλυπτε τα πάντα μέχρι τα νύχια των ποδιών και άφηνε μόνο μια μικρή τρύπα στην περιοχή του υπογαστρίου, αλλά και αυτό μόνο για να γεννιούνται και άλλα χριστιανόπουλα, άλλοι μελλοντικοί τηρητές της αγαμίας.



Στην φωτογραφία ειδικό σεντόνι με μια τρύπα για το πέος ώστε να μην έρχονται σε επαφή τα γυμνά σώματα των συζύγων που δεν ήταν ούτε ηθικό να αγαπιούνται!
Αγάπη για τον Αυγουστίνο είναι πάντοτε μόνον αγάπη για τον θεό, ενώ ο έρωτας είναι κατά βάθος υπόθεση του διαβόλου, «απαίσιος», «καταχθόνιος», «φλέγων όγκος του σώματος», «τρομακτική θέρμη», «σήψη», «αηδιαστική λάσπη», «αηδιαστικό πύον».
Και καταλήγει ο Ντέσνερ:
Στην παραδοσιακή αντισεξουαλική γραμμή εμμένουν όμως, λίγο-πολύ, όλες οι χριστιανικές Εκκλησίες, με προεξάρχουσα πάντως τη Ρωμαιοκαθολική.
Ο κλήρος χρειάζεται την αμαρτία, ζει από αυτήν. Και πολύ καλύτερα ζει από την αμαρτία που είναι η πιο συχνή και κατά συνέπεια το αγαπημένο του παιδί: τη σεξουαλική. Μέχρι την πιο βαθιά ίνα του εγκεφάλου του και την τελευταία γωνιά του κρεβατιού του ο πιστός υποδουλώνεται μέσω της αμαρτίας στην Εκκλησία, αναπτύσσει από μικρό παιδί μια απέχθεια απέναντι στις ορμές, μπολιάζεται με τη συναίσθηση της αμαρτίας. Έτσι ξέρει ότι είναι αδύνατον να μείνει αναμάρτητος, ότι θα περιέρχεται συχνά και τακτικά σε συγκρούσεις, θα αμαρτάνει συνεχώς, θα αποτυγχάνει συνεχώς και μόνον ως ένοχος, ως αποτυχημένος μπορεί να έχει την εκκλησιαστική βοήθεια, την απαλλαγή από το βάρος της αμαρτίας, και να ελπίζει στην ποθητή αιώνια λύτρωση. Με άλλα λόγια πρέπει να παραμένει χειραγωγημένος, ελεγχόμενος, καταπιεσμένος.


Ο Κάρλχαϊντς Ντέσνερ γεννήθηκε το 1924 στο Μπάμπεργκ της Γερμανίας και πέθανε το 2014. Σπούδασε νομικά, θεολογία, φιλοσοφία, λογοτεχνία και ιστορία. Το πρώτο του μυθιστόρημα («Die Nacht steht um mein Haus», 1956) προκάλεσε αίσθηση. To 1957 το έργο του «Kitsch, Konvention und Kunst» δημιούργησε σκάνδαλο.
Από το 1958 δημοσιεύει ιστορικά έργα με κριτική στη θρησκεία και την Εκκλησία τα οποία εξακολουθούν να προκαλούν. Το 1988 βραβεύτηκε με το Βραβείο Arno Schmidt, τον Ιούνιο του 1993 με το εναλλακτικό Βραβείο Büchner και τον Ιούλιο του ίδιου έτους (ύστερα από τον Ζαχάροφ και τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ) με το International Humanist Award.
Στα ελληνικά κυκλοφορεί το πολύτομο έργο του «Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού» (εκδ. Κάκτος). 


1 σχόλιο:

  1. Ωραίον το παρόν άρθρο σας. Όμως και το παλιό σας Εξαιρετικό . Μεσοποταμία, Αίγυπτος, Κοιλάδα του Ινδού, Χαναάν..και ο κατάλογος τελειωμό δεν έχει. Εξουσία και έλεγχος ψυχών τε και σωμάτων. Τίποτε δεν αλλάζει αγαπητέ μου κύριε. Κάθε άνθρωπος δυστυχώς ξαναανακαλύπτει μόνος του την Αμερική.Όπως είπε εκείνος ο Γάλλος: Τεχνολογικώς προοδεύσαμε 10.000 χρόνια. Πνευματικώς ,μόνο 500. Υγειαίνετε κύριε Αθεόφοβε

    ΑπάντησηΔιαγραφή