Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

ΜΕΡΙΚΑ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΗΣ ΑΓΑΘΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΚΑΤΣΟ.





Στο παρελθόν στο ποστ μου ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΗΛΙΚΙΑ είχα αναφέρει την Αγαθή Δημητρούκα (1958-) γιατί είχε συνδέσει την ζωή της με τον Νίκο Γκάτσο(1911-1992) από το 1974 μέχρι τον θάνατο του, παρά το γεγονός ότι ήταν 42 χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν.
Η Αγαθή Δημητρούκα έχει διακριθεί ως στιχουργός σε τραγούδια του Μάνου Χατζηδάκι και άλλων συνθετών, αλλά και ως συγγραφέας και μεταφραστής πολλών βιβλίων.
Αντιγράφω από την παρουσίαση του βιβλίου της ΠΟΥΛΑΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ, ΧΡΕΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ (Πατάκης) στα ΝΕΑ:


Είναι φθινόπωρο του 1974 και αυτό είναι το τρίτο τηλεφώνημα ανάμεσα στον ποιητή Νίκο Γκάτσο και τη μαθήτρια Αγαθή Δημητρούκα που κατοικεί στην Πεντάλοφο του Μεσολογγίου. Είχε ακούσει στο ραδιόφωνο τη δική του διασκευή στον Ματωμένο γάμο του Λόρκα και είχε συγκλονιστεί τόσο, ώστε αποφάσισε να του τηλεφωνήσει για να ζητήσει τη διεύθυνσή του και να μοιραστεί μαζί του τις σκέψεις της. Έτσι άρχισε η αλληλογραφία τους, τα απανωτά τηλεφωνήματα, η συμβίωσή τους, η συνενοχή τους, η μαθητεία της στη στιχουργική και στη μετάφραση, η γνωριμία της με τον κύκλο των χαμένων ιερών τεράτων που όρισαν τις πολιτισμικές συντεταγμένες αυτού του τόπου και οι... πλάκες τους. Τα απίστευτα καλαμπούρια που ξεκίναγε εκείνος με το δικό της σιγοντάρισμα και «παραλήπτες» τον Χατζιδάκι, τον Μούτση, τον Ξαρχάκο, τον Κόκοτα, τον Μαρίνο, τη Μούσχουρη, τον Ελύτη, τον Σωτήρη Μουστάκα, τους ταξιτζήδες της Αθήνας, τους σερβιτόρους του «Φλόκα», τους εφημεριδοπώλες της Κυψέλης κ.ο.κ
Ήταν μια σχέση ζωής και έμπνευσης που κράτησε ως τον θάνατό του, το 1992, και που συνεχίζεται (ακόμα και τώρα που ο γιος της με τον Γιώργο Φιλιππάκη είναι 17 χρονών) με την εκδοτική φροντίδα της για το έργο του. Ολόκληρη αυτή η υπέροχη 20ετία ζωντανεύει ανάλαφρα μέσα από ανεκδοτολογικά στιγμιότυπα (και τους στίχους που ενέπνευσαν) στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο,
………..
Ο ανάπηρος πατέρας της - καπνοπαραγωγός, χτυπημένος από πολιομυελίτιδα- της μάθαινε τα πρώτα γράμματα κι έφθασε να πουλήσει ένα χωράφι για να της αγοράσει την Εγκυκλοπαίδεια Δομή με το Λεξικό του Δημητράκου.
Ντυμένη με ξεβαμμένα μακό, παντελόνια μιλιτέρ και ελβιέλες δίπλα του, ενώ εκείνος δεν έβγαζε το σκούρο κοστούμι του, έμοιαζαν παράταιρο ζευγάρι- μερικοί την έβλεπαν σαν εγγονό του- κι όμως ήσαν απόλυτα συντονισμένοι.
Εξαιτίας αυτής της εμφάνισης υπάρχουν και δύο πολύ χαριτωμένα περιστατικά που έχει αναφέρει σε άλλη συνέντευξη της.
Το πρώτο είναι από το συνηθισμένο στέκι  του Γκάτσου στο ζαχαροπλαστείο του ΦΛΟΚΑ, όταν σε αυτό εμφανίστηκε ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Αβέρωφ.


Καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι πάντα, κι ήταν σαν θεωρείο, απ' όπου έβλεπες και σ' έβλεπε όποιος έμπαινε. Εκείνο το μεσημέρι ήμασταν ο Γκάτσος φυσικά, ο Χάλαρης φαντάρος που είχε έρθει με άδεια κι εγώ ντυμένη σε στιλ μιλιτέρ που ήταν της μόδας. Μπαίνει με τη συνοδεία του και πλησιάζει έτοιμος για χειραψία ο Αβέρωφ. Ο Γκάτσος σηκώνεται, δίνει το χέρι του λέγοντας «Κύριε υπουργέ» κι ώσπου ο υπουργός να πει «Κύριε Γκάτσο», ο Χάλαρης συνειδητοποιεί ότι έχει μπροστά του τον υπουργό Αμυνας και πετάγεται, ως όφειλε, σε στάση προσοχής. Ως ζώον μιμητικόν, παρασύρομαι από τον Χριστόδουλο και πετάγομαι κι εγώ σε στάση «κλαρίνου». Από την πλάκα που μου έκαναν μετά, δεν ξαναφόρεσα τα ίδια ρούχα.
Το δεύτερο στο ίδιο στέκι στο οποίο συγκεντρώνονταν συχνά καλλιτέχνες και διανοούμενοι της Αθήνας.
Ο Ταχτσής ερχόταν στου Φλόκα κι έκαναν παρέα με τον Γκάτσο. Εγώ τότε μόλις είχα έρθει στην Αθήνα, μικρό κορίτσι που έμοιαζε με αγοράκι. Είχα κοντό μαλλί, φορούσα κάτι πουκάμισα ανοιχτά, δεν είχα πολύ στήθος... «Δεν είναι κορίτσι αυτό» είπε μια μέρα ο Ταχτσής και κάνει «να», σηκώνει το πουκάμισό του και μας δείχνει το πρόσθετο γυναικείο στήθος του. Καθόλου δεν τον άγγιξε τον Γκάτσο το περιστατικό αυτό, δεν το συζήτησε καν μετά.


Είναι γνωστό βέβαια ότι ο Ταχτσής βιοποριζόταν εν μέρει εκδιδόμενος στην Συγγρού, ντυμένος γυναίκα. Έτσι  άλλωστε βρέθηκε ντυμένος το 1988, όταν δολοφονήθηκε από άγνωστο εραστή-πελάτη του στο σπίτι του στον Κολωνό.
Τέλος και δυο εξ ίσου χαριτωμένες αναφορές της σχετικά με την στιχουργική.
Η πρώτη με τον Χατζηδάκι
Με τον Χατζιδάκι, ή καλύτερα για τον Χατζιδάκι, άρχισα να γράφω κατόπιν δικής του παραγγελίας και άρνησης του Γκάτσου να γράψει εκείνος. Η παραγγελία ήταν να γράψω στίχους που να περιλαμβάνουν τους εξής δύο: «Σκότωσα τον διάκονο/μες στην εκκλησία».


Η συνεργασία αυτή είχε που είχε σαν αποτέλεσμα το τραγούδι του 1977 Ένα κορίτσι στον βάλτο που το  τραγούδησε  ο Ευτύχιος Χατζηττοφής και στο οποίο υπάρχει ο στίχος
 Σκότωσα το διάκονο
μες στην εκκλησία.
Πίκρα και παράπονο
δεν υπάρχει πια.


Η δεύτερη αφορά ένα από τα αριστουργήματα της συνεργασίας Χατζηδάκι-Γκάτσου με την ανεπανάληπτη φωνή του Μητσιά. που ακούγοντας το είναι σαν να ακούς ένα πλήρες διήγημα.



Να προσθέσω ότι το πρώτο μάθημα στιχουργικής που πήρα από τον Γκάτσο ήταν με το τραγούδι «Ο Γιάννης ο φονιάς». Τότε εγώ πηγαινοερχόμουν από το Μεσολόγγι, αφού ήμουν στην τελευταία τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου, και ο Νίκος ήθελε να τελειώσω εκεί το σχολείο, γιατί εδώ, με τα ξενύχτια, θα ήταν αδύνατο. Φτάνοντας η άνοιξη, είχα κλατάρει, δεν μπορούσα να διαβάζω στου Φλόκα. Ο Νίκος αναρωτιόταν τι να κάνει τον Γιάννη τον φονιά, Κεφαλλονίτη ή Μεσολογγίτη, γράφοντας πάνω στην υπάρχουσα μουσική του Μάνου. «Μην το κάνεις Κεφαλλονίτη» του έλεγα εγώ που προερχόμουν από το Μεσολόγγι, «δεν θα 'χει αξία το φονικό, θα 'χει γίνει από έναν τρελο-Κεφαλλονίτη». Αποφάσισε να τον κάνει «Μεσολογγίτη», λοιπόν, που θα έκρυβε κι έναν ηρωισμό η πράξη του. Με πείραζε πολύ μ' αυτό. Το είπε πολύ ωραία ο Μητσιάς, αυστηρά, το τραγούδι!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου