Salvador Dali Όνειρα 1933
Υπάρχει μια ώρα ,εκεί κοντά κάπου στο ξημέρωμα, σαν την ζώνη
του λυκόφωτος, που ενώ έχεις βγει από την
ανυπαρξία του ύπνου αρχίζεις να αποκτάς μια επαφή με την πραγματικότητα
χωρίς όμως ουσιαστικά να έχεις ξυπνήσει.
Είναι η ώρα που στο μυαλό σου αρχίζουν να περνάνε ανάκατα διάσπαρτες
εικόνες, σκέψεις, σύντομα όνειρα, υποχρεώσεις
που έχεις άμα σηκωθείς, αυτοκριτική για πράγματα που έχεις μετανιώσει,
αναμνήσεις από το παρελθόν από δυσάρεστες
καταστάσεις και πράγματα που έχεις από
καιρό προσπαθήσει να απωθήσεις από το μυαλό σου, ενώ άλλες φορές εμφανίζονται ευχάριστες σκέψεις και εικόνες, πολλές φορές από αγαπημένα σου πρόσωπα που δεν
υπάρχουν πια στην ζωή , αλλά και από άλλα εξίσου αγαπημένα που σφύζουν απ΄ αυτή,
και που η εμφάνιση τους σου δημιουργεί ένα διάχυτο συναίσθημα
ευτυχίας .
Βέβαια αν κάποιο γεγονός είχε σημαδέψει την προηγούμενη μέρα
την καθημερινότητα σου, είναι αυτό που
πετυχαίνει να καταλάβει την προεξάρχουσα θέση αυτή την ώρα στο μισοναρκωμένο
μυαλό σου πετυχαίνοντας μάλιστα να δημιουργήσει και σχετικούς με αυτό συνειρμούς.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όχι μόνο δεν συνειδητοποιούν το πόσο
σημαντική είναι η καθημερινότητα τους αλλά κατηγορούν σε κάθε ευκαιρία την
πληκτική ρουτίνα της ζωής τους.
Μόνο όταν ένα αναπότρεπτο γεγονός μας βγάλει από αυτή την
ρουτίνα της καθημερινότητας συνειδητοποιούμε πόσο σημαντική είναι αυτή για την
ψυχική μας ηρεμία. Θυμάμαι πως όταν περίμενα να πεθάνει ο πατέρας μου, θάνατος που ήταν αναπόφευκτος
και αναμενόμενος και σε ένα βαθμό ευκταίος για να μην ταλαιπωρείται, είχα ήδη συνεννοηθεί με γραφείο κηδειών για όλα
τα σχετικά και δεν έμενε παρά το τηλεφώνημα μου να αναλάβουν τα πάντα όταν θα επισυνέβαινε
αυτός. Όταν επήλθε και τους τηλεφώνησα, φεύγοντας από το νοσοκομείο η μοναδική και
έντονη επιθυμία που είχα, πέρα από κάθε άλλο
συναίσθημα, ήταν να γυρίσω στο σπίτι μου και να βάλω τις πυτζάμες μου. Ήταν τότε
η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στην ζωή μας ο οικείος χώρος και η χαλάρωση που αισθάνεσαι
βγάζοντας τα ρούχα σου και επιστρέφοντας στην ρουτίνα των συνήθειών σου.
Το βράδυ χθες πριν να κοιμηθώ, μίλησα αρκετή ώρα με την χήρα
ενός πολύτιμου φίλου μου για το μνημόσυνο του, που θα γίνει σε λίγες μέρες καθώς συμπληρώνεται πια ένας χρόνος
από τότε που τον χάσαμε ξαφνικά και χωρίς
να έχει μέχρι τότε κάποιο εμφανές πρόβλημα.
Όπως πολλές φορές αυτόν τον χρόνο, σήμερα το πρωί η ανάμνηση
του ήταν από τις πρώτες μου ήρθαν στο μυαλό
πριν να ξυπνήσω.
Η γαλήνια εικόνα του όταν άνοιξαν το φέρετρο με συνοδεύει από
τότε συχνά αυτή την ώρα μαζί με ένα με ένα θυμωμένο συναίσθημα μαζί με παράπονο
που θα μπορούσε κανείς να το εκφράσει με την φράση :πως μας το έκανες αυτό;
Η επόμενη παρήγορη και αισιόδοξη σκέψη ήταν ο συνειρμός πως το
τέρμα μιας ζωής ουσιαστικά οδηγεί στην εμφάνιση κάποιας άλλης. Όλα αυτά τα χαριτωμένα παιδιά που γεννιούνται
καθημερινά δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να σπρώχνουν όλους εμάς προς τον θάνατο όπως
άλλωστε και είναι η νομοτέλεια της ζωής.
Καθώς δεν έχω καμία μεταφυσική πίστη για μετά θάνατον ζωή, είχα
αποδεχτεί την ιδέα του θανάτου από παιδί
11-12 ετών, και ήδη από τότε, για να κατανικήσω την φοβία του, όταν πέθανε η γιαγιά μου και είχαμε
το φέρετρο της, στο σπίτι στο σαλόνι, όταν έφυγαν όλοι, πήγα την νύχτα και την έπιασα
στο μέτωπο για να έχω την αίσθηση του νεκρού ανθρώπου, εικόνα που και αυτή έχει
χαραχτεί έντονα στην μνήμη μου.
Όμως μέσα στην πρωινή θολούρα τις εικόνες των νεκρών ταχύτατα
τις διαδέχτηκαν οι εικόνες με τις φωτογραφίες δύο όμορφων και ολοζώντανων παιδιών
που μου είχε στείλει το προηγούμενο πάλι βράδυ ο ξελιγωμένος με αυτά παππούς τους!
Παππούς που διαδήλωνε
από νεαρής ηλικίας πως δεν του αρέσουν τα παιδιά.
Αν δε κάποιο παιδάκι τον πλησίαζε και τον ρώταγε πως τον λένε
απαντούσε με ένα σαρδόνιο υπομειδίαμα :Ηρώδης!
Ο Ηρώδης βέβαια μόλις
γεννήθηκε η κόρη του έγινε όχι απλά χαλί για να τον πατήσει αλλά μάλλον χαλάκι
σαν αυτό της εξώπορτας που σκουπίζουμε τα πόδια μας !
Εκεί βέβαια που χρειαστήκαμε πάνες ήταν όταν η κόρη του απέκτησε
πρώτα τον γιό και μετά την κόρη.
Επειδή δε διαθέτει και χιούμορ, είπε μόνος του και την φοβερή
ατάκα καθώς κάθεται και παίζει με τον μεγαλύτερο εγγονό ενώ λιώνει όταν του χαμογελά η εγγονή που είναι
ακόμα μωρό:
Από Ηρώδης κατάντησα Μαίρη Πόπινς!
Καθώς μου ήρθε στο μυαλό αυτή η φράση ξύπνησα τελείως με ένα
ευχάριστο συναίσθημα και με ένα χαμόγελο
στην σκέψη πως η ζωή συνεχίζεται με αυτά
τα παιδιά και πως τελικά μετά τον θάνατο μας συνεχίζουμε να ζούμε όσο θα υπάρχει
η ανάμνηση μας στους δικούς μας ανθρώπους
μέχρι και αυτή να σβήσει μετά 2-3 γενιές.