Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

MORS IMPERATOR- ΠΑΝΤΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ



Στην φωτογραφία είναι η γερμανίδα ζωγράφος και συγγραφέας  Ερμιόνη φον Πρέουσεν (1854–1918) Είχε σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία Κλών Τεχνών της Καρλσρούης και για χρόνια έζησε στην Ρώμη ζωγραφίζοντας κυρίως φρούτα και λουλούδια.
Το 1887 η  φον Πρέουσεν έστειλε στην ετήσια έκθεση της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου τον πίνακα της 2,5x 1,3 μέτρων, Mors Imperator (ο θάνατος είναι ο κυβερνήτης) αλλά εκεί αρνήθηκαν να τον δεχτούν γιατί φοβήθηκαν ότι ο πίνακας θα μπορούσε να εκληφθεί ως χλευασμός προς τον γηραιό Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α΄, ο οποίος είχε μόλις συμπληρώσει τα 90 του χρόνια.


Ο πίνακας εμφανίζει ένα σκελετό τυλιγμένο με μανδύα από γούνα ερμίνας που φοράει  ένα οδοντωτό σιδερένιο στέμμα, και πατά με το ένα πόδι πάνω σε μια υδρόγειο ενώ ανατρέπει έναν βασιλικό θρόνο με μια δραματική κίνηση του οστέινου καρπού του.
Το οικόσημο πάνω στο θρόνο ήταν μια δημιουργική επινόηση, που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να συγκριθεί με τα γαλλικά βασιλικά διακριτικά. Το στέμμα με τους πολύτιμους λίθους που πέφτει στο έδαφος στο κάτω μισό του πίνακα έχει αναγνωριστεί από τους ερευνητές ως εμπνευσμένο από ένα γαλλικό βασιλικό στέμμα που βρίσκεται στο Λούβρο.

 


Από τα στοιχεία που υπάρχουν καθώς και από την αριστοκρατική καταγωγή της ζωγράφου δεν προκύπτει ότι ζωγράφισε τον πίνακα με αντιμοναρχική πρόθεση, αλλά ως αλληγορία για την παροδικότητα της εξουσίας και της δόξας,  και προοριζόταν αρχικά να αποτελέσει το πρώτο μέρος ενός κύκλου δέκα πινάκων που απεικόνιζαν θέματα ζωής, θανάτου και αγάπης, και με σκοπό να αντιπαρατεθεί άμεσα στην έκθεση της Ακαδημίας με έναν πίνακα της με τίτλο «Regina Vitae» (η βασίλισσα της ζωής) που όμως δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει.
Η ζωγράφος  απογοητευμένη από την απόρριψη, έστειλε επιστολή στον αυτοκράτορα για να εξηγήσει την πρόθεσή της. Ο γραμματέας του μονάρχη, της απάντησε ότι  ο αυτοκράτορας δεν είχε κανένα πρόβλημα με το θέμα του έργου, αλλά ότι  το ζήτημα αφορούσε αποκλειστικά την αισθητική κρίση της επιτροπής.
Η  Ακαδημία όμως επέμεινε στην απόφασή της, χαρακτηρίζοντας τον πίνακα «αντιαισθητική έκφραση μιας στρεβλής σκέψης».
Τότε η  33 χρονη φον Πρέουσεν δημοσίευσε επιστολή σε εφημερίδα του Βερολίνου και αποφάσισε να νοικιάσει  έναν χώρο στην οδό Leipziger Strasse για να παρουσιάσει το έργο στο κοινό.
Η ιδέα της ήταν άκρως επιτυχής, καθώς το θέμα είχε αποκτήσει μεγάλη δημοσιότητα και συζητιόταν σε όλο το Βερολίνο.  Ο πίνακας παρουσιαζόταν πίσω από κουρτίνες και αποκαλυπτόταν θεατρικά στους επισκέπτες που πλήρωναν εισιτήριο, σε τιμή που αντιστοιχούσε σε 8 σημερινά ευρώ.


Ένα χρόνο μετά, η αλληγορία του πίνακα αποδείχτηκε πραγματική, καθώς ο Γουλιέλμος Α΄ πέθανε στις 9 Μαρτίου 1888, μια χρονιά που έχει ονομαστεί το «Έτος των 3 Αυτοκρατόρων»  (γερμ. Dreikaiserjahr) καθώς εκτός από τον Γουλιέλμο Α΄ πέθαναν και ο γιός του Φρειδερίκος Γ΄ πού πέθανε από καρκίνο του λάρυγγα μετά μόνο 99 ημερών βασιλείας και  τον διαδέχτηκε ο γιός του  Γουλιέλμος Β΄.
Ακόμα και σήμερα, οι μαθητές στη Γερμανία για να θυμούνται τη χρονιά λένε τη φράση: «drei Achten, drei Kaiser » (τρεις οκτώ, τρεις αυτοκράτορες): 1888.
Το 1982 ο πίνακας πουλήθηκε σε ένα Ελβετό επιχειρηματία.
Πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια μέχρι ο πίνακας να επιστρέψει στην Γερμανία όπου σήμερα εκτίθεται δανεικά στην  Alte Nationalgalerie.
Μόνο το 2013 είχε παρουσιαστεί στην Γερμανία ένα αντίγραφο του πίνακα σε ένα μικρό μουσείο στην περιοχή Alt-Mariendorf του Βερολίνου στο οποίο το 1918 είχαν δωρηθεί από τις κόρες της, μετά τον θάνατο της και τα υπόλοιπα έργα της.


 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΤΕΧΝΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ !




Όταν εκλέχτηκε μητροπολίτης ο Μεσογαίας, είχα θεωρήσει ότι επιτέλους η Ελληνική εκκλησία αποφάσισε να εισέλθει σε μια νέα και πιο σύγχρονη εποχή, εκλέγοντας ως μέλος της ένα σύγχρονο επιστήμονα, που πριν γίνει κληρικός, επειδή είχε έρθει σε επαφή με ευφυείς ανθρώπους που η ενασχόληση τους με την πιο προηγμένη σύγχρονη τεχνολογία θα του είχαν εμφυσήσει μια μεγαλύτερη ευρύτητα πνεύματος από την συνήθως οπισθοδρομική, που διακατέχει δυστυχώς την πλειονότητα των κληρικών της Ελλάδας. Δυστυχώς όμως μέσα σε πολύ λίγο διάστημα απέδειξε ότι δεν διαφέρει σε τίποτα από τους πιο αντιδραστικούς ιεράρχες της χώρας. 
Απογοήτευση ένοιωσε και ο Γιάννης Πανταζόπουλος και έγραψε στην LiFO
Ναι, πίστευα ότι αυτός ο ιεράρχης είναι πεφωτισμένος, μια φωνή διαφορετική και ένας ανοιχτόμυαλος μητροπολίτης. Τελικά, αποδείχθηκε σκέτη απογοήτευση. Από τα πιο ξακουστά αμερικανικά πανεπιστήμια και τις επιστημονικές τεκμηριώσεις, εξελίχθηκε σ’ έναν υπερσυντηρητικό ιεράρχη που ο λόγος του παραπέμπει πλέον σε παραθρησκευτικές οργανώσεις.        
Η δική μου απογοήτευση με οδήγησε να του αφιερώσω αρκετά ποστ μου αναλύοντας τα όσα απαράδεκτα λέει ή κάνει.  
Σε χρονολογική σειρά είναι τα εξής:

ΕΠ΄ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ,Η ΣΧΕΣΗΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ,ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗΣ.
ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΕΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ.
Η ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ: ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ ΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ!
Η ΚΑΠΗΛΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΩΝ
Ο ΚΡΑΥΓΑΛΕΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
ΔΕΝ ΣΚΟΠΕΥΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΝΟΜΊΕΣ ΤΗΣ!

Αυτή την φορά έχοντας μια τελείως καλογερίστικη αντίληψη για την ζωγραφική, καθώς μόνο την κλασσική εικόνα των αγιογραφιών μπορεί να αντιληφθεί,  χαρακτήρισε την εικονογράφηση ενός μικρού ναΐσκου από τον μεγάλο μας ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά  ως τερατογράφημα!
Ο ναΐσκος της Παναγιάς Καταφυγιώτισσας βρίσκεται στον όρμο Καταφυγή κοντά στο Σούνιο, αναγέρθηκε με λεφτά των οικιστών εκεί, σε χώρο που παραχωρήθηκε από την Τοπική αυτοδιοίκηση.
 Ο Δημήτρης Μυταράς, έχοντας σπίτι εκεί, προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να τον ζωγραφίσει μέσα, εξηγώντας στον Πρόεδρο του Συλλόγου των εκεί οικιστών, μιας και σε αυτούς ανήκει και ο ναΐσκος, ότι : «Μη φοβάσαι, δεν θα κάνω τίποτα βλάσφημο, αγιογράφος δεν είμαι» έχοντας επίσης εξηγήσει πως: «Όταν προσφέρθηκα να εικονογραφήσω το εκκλησάκι είπα ότι δεν θέλω χρήματα, όχι για να πάω στον Παράδεισο, αλλά για να μη μου επιβάλλουν οι άλλοι τις απόψεις τους»
Όπως έγραψε σχετικά ο ίδιος πριν να φύγει από την ζωή το 2017 σε ηλικία 83 ετών:  «Ζωγράφισα το εσωτερικό μιας μικρής εκκλησίας, κοντά στο σπίτι μου, στο Σούνιο. Βρίσκεται πάνω σε μια μικρή χερσόνησο, όπου η θάλασσα περιβάλλει τον χώρο. Πιστεύω ότι αν υπάρχει Θεός, βρίσκεται εκεί. Το έφτιαξα όπως το ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Έβαλα ένα μάτι που βλέπει ο Θεός (κυριαρχεί πάνω από την Ωραία Πύλη) και ζωγράφισα τον  Χριστό, την Παναγία και τεράστιους αγγέλους».
Η φύση είναι ζωντανή, γεμάτη σκίνα και άγρια λουλούδια. Οι άνεμοι είναι καθημερινά γύρω σου και αισθάνεσαι την παρουσία τους. Τα πουλιά γεμίζουν τον ουρανό. Όλα αυτά τα ζωγράφισα μέσα στο εκκλησάκι. Το εκκλησάκι αυτό είναι μια προσευχή που πάντα χρωστούσα. Όταν σταθείς εκεί θα αισθανθείς την επαφή του Θεού καθώς φυσούν οι άνεμοι». 
Ήδη το 2007 ο Μυταράς είχε δώσει μια συνέντευξη στα ΝΕΑ, όπου εξηγούσε γιατί επέλεξε αυτήν την ασυνήθιστη αγιογράφηση. «Αυτό το έργο είναι ένα ξεχείλισμα ψυχής. Δεν είναι βλάσφημο. Το σύμπαν, όπως είπε και ο Πασκάλ, είναι αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υπάρχει Θεός, αλλά και ο εσωτερικός μας κόσμος. Για μένα ο Χριστός είναι η δυνατή παρουσία ενός νέου γεμάτου φλόγα επαναστάτη, που μίλησε συγκλονιστικά και πλήρωσε πολύ ακριβά τον λόγο του. Δεν έχω πρόβλημα με την Εκκλησία. Με τους ανθρώπους έχω πρόβλημα, που έχουν ξεχάσει αυτό που είναι ο Χριστός. Το θαύμα είναι ο επαναστατικός λόγος Του, η αγάπη, και δυο τρία άλλα πράγματα που κήρυξε. Αντί γι’ αυτά, ψάχνουν να βρουν το θαύμα σε εικόνες που δακρύζουν για να πιστέψουν τον λόγο Του».
Στους τοίχους κυριαρχεί το κίτρινο χρώμα και σε αυτούς έχει ζωγραφίσει τους 4 ανέμους  ενώ στην γαλάζια οροφή πετούν πουλιά.




Μπροστά από την Ωραία Πύλη και στα δύο πλάγια της, έχουν τοποθετηθεί εικόνες με αγιογραφίες για τους προσκυνητές.
Σε αντίθεση με τις άλλες εκκλησίες μπαίνοντας κανείς μέσα,  καθώς τον περιβάλλει από παντού η ομορφιά από την ζωγραφική του Μυταρά αποκτάς ένα ζωογόνο αίσθημα ζωής, χαράς και αισιοδοξίας.
Φαίνεται ότι ο ναΐσκος είχε αρχίσει να γίνεται δημοφιλής και γινόντουσαν σε αυτόν γάμοι και βαφτίσεις των οικιστών και των γνωστών τους, με την καταβολή μόνο 450 ευρώ για τα έξοδα συντήρησης του, με αποδείξεις, από ιερείς της περιοχής μιας και αυτός ως ιδιωτικός δεν διέθετε δικό του.
Ο Μεσογαίας εδώ και ένα χρόνο έχει απαγορεύσει την λειτουργία του με αφορμή  την διαπίστωση ότι ιερούργησε σε αυτόν αποσχηματισμένος ιερέας λόγω διαζυγίου, που έχει προσχωρήσει στους παλαιοημερολογίτες, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα ως τερατουργήματα την εικονογράφηση του. Επίσης έθεσε και «ζήτημα εμπορευματοποίησης των μυστηρίων»  που τελούνταν στην εκκλησία, λόγω των 450 ευρώ για τα έξοδα του ναού, γιατί όπως όλοι γνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες όλα είναι τζάμπα!
Διείδε προφανώς τον κίνδυνο ο ναός αυτός να γίνει της μόδας, λόγω της καλλιτεχνικής του αξίας και ομορφιάς, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι γάμοι και οι βαφτίσεις στους ναούς της επικρατείας του με αποτέλεσμα και την σαφή μείωση των εσόδων τους.
Όπως είπε ο γιός του ζωγράφου Αριστείδης Μυταράς: «αυτό που με ενόχλησε σίγουρα είναι ο χαρακτηρισμός. Το χαρακτήρισε τερατογράφημα, όπου τερατογράφημα παραπέμπει σε κάτι τερατόμορφο, δηλαδή κάτι που προκαλεί αποστροφή με την ασχήμια του ουσιαστικά και δεν είναι λέξη που αναφέρεται σε κάτι που φεύγει από την παράδοση, που είναι αυτό που έχουμε σίγουρα εδώ».
Ξεκαθάρισε, παράλληλα, πως ο πατέρας του δεν προσπάθησε να κάνει αγιογραφία κλασσικού τύπου, υπογραμμίζοντας ότι θα περίμενε από τον μητροπολίτη Μεσογαίας να μην ασχολείται με την αισθητική, αλλά με την εκκλησία.
 Επίσης ο  Μάνος Στεφανίδης, κριτικός τέχνης και ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ μίλησε στο  LIVE NEWS και υπογράμμισε: «Επειδή εκτιμώ τον Μητροπολίτη Νικόλαο νομίζω πως ‘’τερατουργήματα’’  είναι μία λέξη που απάδει σε οποιαδήποτε καλλιτεχνική έκφραση. Αυτό είναι ένα γεροντικό έργο του Δημήτρη Μυταρά, είναι η κατάθεση ψυχής του. Το εκκλησάκι είναι περισσότερο Μυταράς παρά οτιδήποτε το Ορθόδοξο. Αυτό δεν είναι κακό. Η τέχνη είναι η τελευταία μορφή ελευθερίας. Οι ωραιότερες εκκλησίες της Ελλάδας έχουν γίνει από ζωγράφους».
Ο καθηγητής ΕΜΠ Δημήτρης Σεβαστάκης έγραψε, μεταξύ άλλων: Ο σημαντικός έλληνας ζωγράφος ανέπτυξε ένα ελεύθερο εκκλησιαστικό αφήγημα βασιζόμενος σε αντηχήσεις βυζαντινών ιδιωμάτων, σε μορφικά «κτερίσματα» της Γενιάς του ’30 και φυσικά στον ενδιάθετο εξπρεσιονισμό του απολύτως αφομοιωμένου μοντερνισμού του. Απευθύνεται, όπως κάθε έργο μέσα στην ιστορία της εκκλησιαστικής ζωγραφικής, όχι στον οριστικά πεπεισμένο πιστό, αλλά στον αγωνιούντα, στον αναρωτώμενο. Αν μάλιστα κανείς ανατρέξει, για παράδειγμα, σε οποιαδήποτε έκδοση βυζαντινών χειρογράφων, θα δει μέσα από τις εικονογραφικές ελευθερίες τους τη συχνή γειτνίαση με τις σχεδιαστικές και χρωματικές επιλογές του Μυταρά στο συγκεκριμένο έργο.
Τέλος ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη για το έργο του Μυταρά, του Φίκου ενός του 37χρονου  μοντέρνου ζωγράφου-αγιογράφου, που «παντρεύει» τη βυζαντινή με τη σύγχρονη τέχνη και έχει δημιουργήσει τη «Σύγχρονη Βυζαντινή Ζωγραφική»,:
Η εικονογράφηση του Μυταρά δεν ακολουθεί την ελληνική παράδοση και δεν εκφράζει το σώμα της ελληνικής Εκκλησίας.
Από την άλλη, κάθε σύγχρονη εκκλησία στην Ελλάδα είναι εκτός παράδοσης, αφού η τακτική τού να εικονογραφείς έναν ναό αντιγράφοντας εικόνες 500 ή 700 χρόνων είναι κάτι εντελώς ξένο ως προς αυτήν και θα θεωρείτο απαράδεκτη από έναν ζωγράφο του Βυζαντίου.
Το ιδανικό θα ήταν κάπου στη μέση. Να έχουμε, δηλαδή, μια ζωντανή παράδοση στην οποία ο καλλιτέχνης εκφράζει (την κοινωνία του) και εκφράζεται – όπως γινόταν επί χιλιάδες χρόνια. Δυστυχώς, όμως, επειδή δεν ζούμε σε έναν ιδανικό κόσμο, φαίνεται πως ξεμένουμε με δύο επιλογές: από τη μια ένα καλλιτεχνικό νεκροταφείο και από την άλλη ένα δυσλειτουργικό αλλά ζωντανό έργο.
Σε αυτό το δίλημμα, λοιπόν, εγώ διαλέγω τη ζωή· διαλέγω το παράδειγμα του Μυταρά.
Άραγε σύμφωνα με τις αισθητικές αντιλήψεις περί τέχνης του Μεσογαίας, που προφανώς βρίσκονται καθηλωμένες στην εποχή του Βυζαντίου, αυτό πχ το εσωτερικό του ναού της Αγίας Τριάδας στη Φατίμα της Πορτογαλίας, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Τομπάζη ανήκει στα τερατογραφήματα;

Για να μην ρωτήσω γι΄αυτόν τον ναό!


Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

 

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Η «ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ» ΚΑΙ Η «ΛΕΙΑ» ΔΥΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΡΑΛΛΗ




Ο πίνακας είναι η Αιχμάλωτη του Θεόδωρου Ιάκωβου Ράλλη (Κωνσταντινούπολη 1852 – Λονδίνο 1909) που ήταν γνωστός και ως Théodore Jacques Ralli ή Rallis.  Ήταν Έλληνας ζωγράφος της «γαλλικής ακαδημαϊκής σχολής» του ύστερου 19ου αιώνα. Σήμερα θεωρείται ο πιο χαρακτηριστικός Έλληνας οριενταλιστής ζωγράφος.


Οριενταλισμός ή Ανατολισμός είναι η απομίμηση ή απεικόνιση πτυχών του ανατολικού κόσμου. Αυτές οι απεικονίσεις γίνονται συνήθως από συγγραφείς, σχεδιαστές και καλλιτέχνες από τη Δύση.
Η «Αιχμάλωτη», είναι μια ελαιογραφία που ο ζωγράφος φιλοτέχνησε το 1885 και απεικονίζει μια Ελληνίδα να κοιτάζει με βλέμμα υποταγής, και δεμένα τα χέρια της, ενώ λίγο πιο μακριά κάθονται οι δυο Τούρκοι που την έχουν αιχμαλωτίσει. Δεν την κοιτάζουν καν και ο ένας καπνίζει νωχελικά. Η αιχμάλωτη νέα γυναίκα με τους μεγάλους κύκλους γύρω από τα μάτια ακουμπά δίπλα σε ένα στασίδι και μπροστά σε μια μισοσβησμένη αγιογραφία της Παναγίας. Γύρω της επικρατεί μια χαοτική κατάσταση, ριγμένα ρούχα και ένα ανοιγμένο κασελάκι με ασημένια κοσμήματα.
Το 2007 η Αιχμάλωτη σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s στη βρετανική πρωτεύουσα πουλήθηκε σε  υψηλότερη τιμή ( 1.046.232 ευρώ) από άλλα έργα μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων  όπως ο Κωνσταντίνος Βολονάκης, ο Νικόλαος Γκύζης  και ο Κωνσταντίνος Παρθένης. Αγοράστηκε από Βρετανό έμπορο.


Το 1906 ο Ράλλης με τον πίνακα του «Η λεία» επανήλθε στο θέμα της γυναικείας αιχμαλωσίας, που τον είχε απασχολήσει και στην Αιχμάλωτη.
Στην  λεία ή το Τουρκικό λάφυρο (Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου), ο Ράλλης παρουσιάζει το εσωτερικό μιας εκκλησίας ρημαγμένης και μία πανέμορφη Ελληνίδα δεμένη ημίγυμνη επάνω σε έναν κίονα του ναού. Ο θεατής υποθέτει προς πρόκειται για έργο αλλόθρησκων βαρβάρων επιδρομέων, που δεν ξέρουν να εκτιμούν το καλό και το ωραίο.
Στον κατάλογο του Σαλόν του 1906, όταν δηλαδή πρωτοεκτέθηκε, ο πίνακας συνοδεύεται με τους εξής στίχους:
«Αλυσοδεμένη και υπέροχη,
ανάμεσα στα τρόπαια των όπλων, 
τα όλο μίσος μάτια της δεν χύνουν δάκρυα…
Η Ελληνίδα με το μέτωπο ψηλά
 αψηφά τον Τούρκο νικητή,
θα πάρει εκδίκηση για τα αδέλφια της,
 συντρίβοντάς του την καρδιά!»
 Το θέμα της αιχμάλωτης και της σκλάβας ήταν διαδεδομένο στη ρεαλιστική ζωγραφική του 19ου αιώνα και με αυτό καταπιάστηκαν ουκ ολίγοι ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων οι Τζον Έβερετ Μιλέ, Φερνάν Κορμόν και Γιάροσλαβ Τσέρμακ.
Μια εξαιρετική ανάλυση του έργου έχει γίνει από τον Xριστόφορο Μαρίνο στο :Κοιτάζοντας από κοντά τη «Λεία» του μεγαλύτερου Έλληνα οριενταλιστή  Αξίζει να την δει κανείς γιατί μόνο έτσι μπορεί να κατανοήσει πράγματα που μόνο ένα εξιδεικευμένο μάτι μπορεί να δει.
 
Μερικές αντίστοιχες αναλύσεις γνωστών έργων ζωγραφικής έχω κάνει στο παρελθόν στις παρακάτω δημοσιεύσεις μου
  
ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΥΤΕΣ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΕΡΓΟ ΤΟΥ HOLBEIN
 
ΑΠΟ ΤΗΝ BARBARA ΣΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΡΑΝΤ
 
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΟ -ΑΤΕΛΙΕ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ- ΤΟΥ ΚΟΥΡΜΠΕ
 
500 ΧΡΟΝΙΑ ΕΜΕΝΕ ΑΓΝΩΣΤΟ ΤΙ ΕΚΡΥΒΑΝ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ, ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΥ, ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΕΛΑ ΣΙΣΤΙΝΑ!
 
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ FRANTZ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ» ΤΟΥ MANET
 
ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.
 

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

ΔΥΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΕ-ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ.



Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι ο αγαπημένος συγγραφέας των εφηβικών μου χρόνων, χάρις  στις ιστορίες τρόμου φαντασίας αλλά και αστυνομικής λογοτεχνίας που είχε γράψει.
Τον Ιανουάριο του 1845, ο μέχρι τότε με περιορισμένη φήμη ποιητής και συγγραφέας, δημοσιεύοντας το ποίημα του Το Κοράκι απέκτησε ευρύτατη φήμη στην χώρα του, αλλά και στο εξωτερικό. Λόγω της έλλειψης τότε ύπαρξης των πνευματικών δικαιωμάτων πληρώθηκε για το ποίημα με 9 δολάρια και ενώ αυτό αναδημοσιεύτηκε  πολλές φορές μετά σε εφημερίδες και περιοδικά, αυτό που κέρδισε ο ίδιος ήταν η φήμη που απέκτησε, με αποτέλεσμα να μπορέσει να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις.
Στο δοκίμιό του «Η Φιλοσοφία της Συνθέσεως» ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιγράφει τη διαδικασία σύλληψης και γραφής του ποιήματός του:
[Είχα φθάσει τώρα στη σύλληψη ενός Κορακιού, δυσοίωνου πουλιού και που μονότονα θα επαναλαμβάνει τη λέξη Nevermore στο τέλος κάθε στροφής ενός ποιήματος με μελαγχολικό τόνο και με μάκρος περίπου εκατό στίχων. Μην ξεχνώντας ποτέ το σκοπό – την τελειότητα δηλαδή ή τελειοποίηση όλων των σημείων, ρώτησα τον εαυτό μου: «Απ’ όλα τα μελαγχολικά θέματα ποιο είναι σύμφωνα με τη γενική αντίληψη της ανθρωπότητας, το πιο μελαγχολικό;». Ο θάνατος ήταν η πρόδηλη απάντηση. «Και πότε», είπα, «είναι αυτό το πιο μελαγχολικό απ’ τα θέματα, πιο ποιητικό;». Απ’ όσα ως τώρα αρκετά εξέθεσα, η απάντηση είναι κι εδώ καθαρή. «Όταν συνδέεται πολύ στενά με την Ομορφιά: ο θάνατος, λοιπόν, μιας ωραίας γυναίκας είναι αναμφισβήτητα το ποιητικότερο θέμα στον κόσμο και, το ίδιο, είναι έξω από κάθε αμφιβολία πως τα λόγια που καλύτερα αρμόζουν σ’ ένα τέτοιο θέμα, είναι τα γλυκόλογα ενός ορφανεμένου εραστή»].
Το έργο του Πόε είχε σημαντική επίδραση στην πνευματική κίνηση της Γαλλίας και στα τότε αναδυόμενα μοντερνιστικά κινήματα, όπως αυτή της παρακμιακής ποίησης του Σαρλ Μπωντλαίρ (που αποκάλεσε τον Πόε «δίδυμη ψυχή» του) και του συμβολιστή μαθητή του Στεφάν Μαλλαρμέ.
Ο Μαλλαρμέ θα έγραφε για τον Πόε: «Ο αιώνας του τρόμαξε που δεν είχε ακούσει ποτέ / ότι σε αυτή τη φωνή ο θριαμβευτικός θάνατος είχε τραγουδήσει τον ύμνο του». Για να φέρει στους Γάλλους αναγνώστες αυτόν τον ύμνο του θανάτου, το κλάμα του κορακιού «Nevermore», έκανε μια μετάφραση του Κορακιού, Le Corbeau, το 1875, σε ηλικία 33 ετών.
Ο Πόε είχε επίσης τεράστια επιρροή στις εικαστικές τέχνες στη Γαλλία.
Ο Μανέ από τους πρωτεργάτες του ιμπρεσιονισμού σχεδίασε τα παρακάτω 5 χαρακτικά για την γαλλική έκδοση του ποιήματος. (ποστ μου με έργο του Μανέ είναι το ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ FRANTZ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ» ΤΟΥ MANET)






Ο Γκυστάβ Ντορέ (1832 –1883) ήταν Γάλλος καλλιτέχνης, εικονογράφος γλύπτης και χαράκτης. Ασχολήθηκε κυρίως με την εικονογράφηση βιβλίων, όπως του Ραμπελέ, του Μπαλζάκ, του Μίλτον, του Δάντη, του Λόρδου Βύρωνα, αλλά και του Θερβάντες και της Βίβλου, εικονογραφήσεις που έγιναν διάσημες
Το 1884 ο Ντορέ σχεδίασε 26 χαρακτικά για την έκδοση του ποιήματος του Πόε χρησιμοποιώντας  κιαροσκούρο τεχνική που εναρμονίζεται με την ατμόσφαιρα  του ποιήματος.  
Η ειρωνεία είναι πως ο Πόε πέθανε φτωχός παρά το ότι είχε πλέον αναγνωριστεί η αξία του, και για το πιο γνωστό του ποίημα είχε πληρωθεί πριν 40 χρόνια μόνο με 9 δολάρια σε αντίθεση με τον Ντορέ ο οποίος για την εικονογράφηση του ιδίου ποιήματος πληρώθηκε με 140.000 δολάρια!




Παραθέτω στην συνέχεια το Κοράκι σε μετάφραση του Κώστα Ουράνη(1890-1953) Περίπλους 2008)
Πριν από κάθε στίχο υπάρχει η εικονογράφηση του Ντορέ ενώ από κάτω είναι το αγγλικό κείμενο του ποιήματος.
Με κόκκινα γράμματα είναι οι στίχοι που εικονογραφούνται. 


                                              ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
                                        (Μετάφραση: Κώστας Ουράνης)






Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
“Κανένας ξένος”, σκέφτηκα “οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο”.

 Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“‘Tis some visiter,” I muttered, “tapping at my chamber door—
Only this and nothing more.”









Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα.

α-Ah, distinctly I remember it was in the bleak December;
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
β-Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow—γ-sorrow for the lost Lenore—
δ-For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
Nameless here for evermore.



Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: “Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι”.

And the silken, sad, uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me—filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
“‘Tis some visiter entreating entrance at my chamber door—
Some late visiter entreating entrance at my chamber door;—
This it is and nothing more.”



Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
“Κύριε” είπα, “ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα”
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
“Sir,” said I, “or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you”—here I opened wide the door;—
Darkness there and nothing more.



Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι “Ελεονόρα” μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό
μονάχα ήτανε και όχι τίποτάλλο.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, “Lenore?”
This I whispered, and an echo murmured back the word, “Lenore!”—
Merely this and nothing more.



Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
“Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά
και θα το λύσω θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
“Surely,” said I, “surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment and this mystery explore;—
‘Tis the wind and nothing more!”




‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν
, εκάθισε και όχι τίποτάλλο.

α-Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped β-a stately Raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
Perched, and sat, and nothing more.



Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
“Χωρίς λοφίο”, ρώτησα, “κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!”
Και το κοράκι απάντησε: “Ποτέ από ‘δω και πια”

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”

 

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει: “Ποτέ πια”.

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as “Nevermore.”



Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: “Ποτέ πια”, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
“Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις”.
Μα
το πουλί απάντησε: “Ποτέ από δω και πια”.

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing farther then he uttered—not a feather then he fluttered—
Till I scarcely more than muttered “Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before.”
Then the bird said “Nevermore.”

 

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
“Σίγουρα” σκέφτηκα, “αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘καμε να λέει
λυπητερά το “Ποτέ πια” για τη χαμένη ελπίδα”.

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
“Doubtless,” said I, “what it utters is its only stock and store
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of ‘Never—nevermore’.”



Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: “Ποτέ Πια!”.

But the Raven still beguiling my sad fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking “Nevermore.”



Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει πια!

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet-violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!



Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
από ‘να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
“Ναυαγισμένε” φώναξα, “αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε”. Και
το Κοράκι είπε:
Ποτέ από δω και πια!”.

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
“Wretch,” I cried, “thy God hath lent thee—by these angels he hath sent thee
Respite—respite and nepenthe, from thy memories of Lenore;
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”




Είπα: “Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτό που κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!”, μα κείνο απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
α-On this home by Horror hauntedβ-tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!”
Quoth the Raven “Nevermore.”



“Προφήτη”, είπα, “δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα”;
Και το κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Prophet!” said I, “thing of evil!—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore.”
Quoth the Raven “Nevermore.”




“Ας γίν’ η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις”,
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
“Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που ‘χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!”
Και το Κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

α-“Be that word our sign of parting, bird or fiend!” I shrieked, upstarting—
β-“Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!”
Quoth the Raven “Nevermore.”



Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ
από δω και πια!

 And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!                                                           



Τα σχόλια δημοσιεύνται μετά από έγκριση.