Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

ΕΝΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ





Αυτές τις μέρες διαβάζω το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη, Ερασιτέχνης Επαναστάτης (ΙΚΑΡΟΣ 2018) και σε ένα σημείο γράφει ότι την εποχή της χούντας που σπούδαζε στην Αμερική, βρέθηκε σε ένα ελληνικό σπίτι στο οποίο ο αυτοεξόριστος ποιητής Στρατής Χαβιαράς διάβασε στην ομήγυρη ένα ποίημα που τον εντυπωσίασε πολύ γιατί αντιπροσώπευε την γενιά του


Ήταν το ποίημα   Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα του Λευτέρη Πούλιου που πρωτοδημοσιεύτηκε  στην  Ανεξάρτητη Έκδοση Έξη ποιητές το 1971  και μετά στο  Ποίηση 2, 1973 και σήμερα στον τόμο Ποιήματα. Επιλογή 1969-1978 των εκδ. Κέδρος.
Ο Δοξιάδης το παραθέτει ολόκληρο στο βιβλίο του.

Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα
Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση,
γυρεύοντας μια πόρνη κάτω ή έναν φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής λογής
βολτάρουν τη νύχτα, και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν,
γάτες στους σκουπιδοντενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά, άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκι. Σ” ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας.
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μάς κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα  μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, αναβασμένος στην κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σαν μαχαίρι
απ΄τη θήκη. Κι απόμεινες στην καρέκλα
παράλυτος με τ” όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νιώθω σκολιαρόπαιδο που του΄ λαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως
θα τα πω. Φριχτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τα΄ αποψινό μας μεθύσι,
σ΄ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ΄ αγάλματα
της Αθήνας, προσκυνώντας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς και εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ΄ την τρέλα
μου γέρο, όποτε μού τη δώσει θα
σε σκοτώσω.


Ούτε τον ποιητή ούτε το ποίημα του ήξερα, με εντυπωσίασε και μένα και για τον λόγο αυτό έψαξα και βρήκα μερικά στοιχεία  τόσο για τον ποιητή όσο και για το Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα, που όπως φαίνεται στους πιο σχετικούς από εμένα στην ποίηση, είχε προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση στην εποχή του και σχολιασμό.


Ο Λευτέρης Πούλιος γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα. Πολύ νέος,17 ετών το 1961 , δημοσίευσε ποίημα του στην Αυγή αλλά η ουσιαστική του παρουσία στα γράμματα εγκαινιάστηκε με την συλλογή του Ποίηση.
Αρχικά ήταν κομμουνιστής, αλλά γύρω στο 1968 προσχώρησε στα κυρίαρχα, ιδίως στο εξωτερικό τότε, ρεύματα της ψυχεδέλειας  και της beat ποίησης της μεταπολεμικής Αμερικής και εξελίχτηκε σε  ποιητή του underground της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70.
Στις 12 Απριλίου 1970 εκδίδει τετρασέλιδη εφημερίδα με τίτλο Απολογία και υπότιτλο Λογοτεχνικά θέματα και προβλήματα, με τιμή πώλησης 5 δρχ., γραμμένη εξ ολοκλήρου από τον ίδιο. 
Στα χρόνια της Δικτατορίας συμμετείχε στην έκδοση των Νέων κειμένων 2,των Έξι ποιητών (1971) και της Κατάθεσης ΄73.


Ακολούθησαν τα έργα: Ποίηση 2 (1973), Ποίηση 1,2 (1975), Ο γυμνός ομιλητής (1977), Το αλληγορικό σχολείο (1978), Τα ποιήματα. Επιλογή, 1969-1978 (1982), Ενάντια (1983), Τα επουσιώδη (1988), Αντί της σιωπής (1993),Το διπλανό δωμάτιο (1998) Μωσαϊκό (2001), Συλλαβές για τον άνεμο (2003), Το θεώρημα (2005).




Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ακτή, Ausblicke, Τραμ, Χρονικό, κ.ά. 
Όπως σημειώνει ο Αλέξης Ζήρας, η ποίηση του Λευτέρη Πούλιου χαρακτηρίζεται από σαρκασμό και ειρωνική στάση απέναντι στα γλωσσικά και κοσμοθεωρητικά στερεότυπα. Ο οξύς και γεμάτος μεταφορές και ρητορικές εκλάμψεις ποιητικός του λόγος συγγενεύει με τη beat ποίηση της μεταπολεμικής Αμερικής. Μετά το 1980 στρέφεται σε μια υπαρξιακή-οντολογική θεματική, όπου οι αλληγορίες συρρικνώνονται σε σύμβολα και η χειμαρρώδης ροή των εικόνων σε μια πιο κατασταλαγμένη αναζήτηση του ουσιώδους...
Πήρε το Κρατικό βραβείο ποίησης το 2008.


Το Αμέρικαν μπαρ στον τίτλο του ποιήματος δεν αποκλείεται να το έβαλε σκόπιμα ο ποιητής, χρησιμοποιώντας την γνωστή και δημοφιλή από το 1964, ατάκα του Παπαγιαννόπουλου από την ταινία  Η Βίλλα των Οργίων  απ΄όπου και το βίντεο στην αρχή της ανάρτησης.
Εδώ μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον ποιητή να το απαγγέλλει και να αναφέρει ότι εμπνεύστηκε το ποίημα του από το «Ένα Σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια» του Ginsberg
Για να γίνει ευχερής η σύγκριση παραθέτω σε μετάφραση /επιμέλεια της  Κλεοπάτρας Λυμπέρη το ποίημα του Ginsberg.
Όσοι θέλουν να διαβάσουν το ποίημα στα Αγγλικά υπάρχει εδώ.


«Ένα Σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια»
Τι σκέψεις κάνω για σένα απόψε, Oυώλτ Oυίτμαν, έχοντας πριν
περπατήσει στα δρομάκια κάτω από τα δέντρα, με πονοκέφαλο, αμήχανος, κοιτάζοντας τ’ ολόγιομο φεγγάρι.

 Μες την πείνα και την κούρασή μου, ψάχνοντας να βρω εικόνες, μπήκα
στο σουπερμάρκετ φρούτων, το φωτισμένο με νέον, αναπολώντας τα δικά σου κατεβατά.

 Τι ροδάκινα και τι μισοσκόταδα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν
τη νύχτα! Διάδρομοι γεμάτοι συζύγους! Μαμάδες στα αβοκάντο, μωρά
στις ντομάτες! – κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω στα καρπoύζια;

  Σε είδα, Ουώλτ Ουίτμαν, άκληρο, μοναχικό γερογραφιά, να σκαλίζεις
τα κρέατα στο ψυγείο και να ρίχνεις πονηρές ματιές στα μπακαλόπαιδα.

  Σ’ άκουσα να ρωτάς για κάθε τι: Ποιος σκότωσε τις χοιρινές μπριζόλες;
Πόσο πάνε οι μπανάνες; Eίσαι τ’ αγγελούδι μου;

 Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους γυαλιστερούς σωρούς από κονσέρβες,
ακολουθώντας εσένα και στη φαντασία μου, μ’ ακολουθούσε ο ντετέκτιβ
του μαγαζιού.

Δρασκελίσαμε μαζί τους φαρδιούς διαδρόμους μες τη μοναχική μας
φαντασίωση, τρώγοντας αγκινάρες, βάζοντας χέρι σε κάθε κατεψυγμένη
λιχουδιά κι αποφεύγοντας πάντα τον ταμία.

 Πού πηγαίνουμε, λοιπόν, Ουώλτ Ουίτμαν; Οι πόρτες κλείνουν σε μια
ώρα. Κατά πού δείχνει η γενειάδα σου απόψε;

 (Αγγίζω το βιβλίο σου, ονειρεύομαι την οδύσσειά μας στο σουπερμάρκετ και νιώθω γελοίος.)

 Θα περπατάμε ολονυχτίς στους ερημικούς δρόμους; Tα δέντρα αθροίζουν σκιά τη σκιά, τα φώτα σβήνουν στα σπίτια, θα ’μαστε κι οι δυό μόνοι.

 Θα σουλατσάρουμε αναπολώντας τη χαμένη Αμερική της αγάπης,
προσπερνώντας γαλάζια αυτοκίνητα στις λεωφόρους, τραβώντας για το
σιωπηλό εξοχικό μας;

 Ω, ακριβέ μου πατέρα, με τη γκρίζα γενειάδα, μοναχικέ γεροδάσκαλε
του θάρρους, ποια Αμερική είχες όταν ο Χάρος σταμάτησε τα κουπιά
κι εσύ βγήκες έξω σε μια όχθη που κάπνιζε και στάθηκες κοιτάζοντας
τη βάρκα να χάνεται στα μαύρα νερά της Λήθης;


 Τέλος το 1975 ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δημοσίευσε στην Διαγώνιο μια αρκετά δηλητηριώδη κριτική για το ποίημα του Πούλιου και την οποία παραθέτω παρακάτω.



3 σχόλια:

  1. Πόλυ καλή επιλογή ποιημάτων και οι πληροφορίες για τον Λευτέρη Πούλιο.
    Καταθέτω ένα ποίημα μου.

    ΥΓ Ομιλία φωτισμένου δασκάλου για την 25η Μαρτίου, κι Αφώτιστου Ανωνύμου
    ΑΝΩΝΥΜΟΥ

    Δεν είναι η πατρίδα μας
    (2010 σατιρικό)

    Δεν είνʼ οι βίλες στις κορυφογραμμές
    οι ιδιωτικές παραλίες στις μπαζωμένες ακτές
    τα αξεστα λαμόγια με τις βαμμένες ξανθιές
    τα ξέκωλα στην TV και στις φυλλάδες.

    Οι λαθρέμποροι που έχουνε ποδοσφαιρικές ομάδες
    οι πουλημένοι οι “ταγοί” και οι συνδικαλιστές
    ” διανοούμενοι” που υμνούν απολύσεις από μικροκαπιταλιστές
    ” μαικήνες” businessmen επί του ασφαλούς :
    αφανείς εταίροι με τους πολιτικούς.

    Δεν είναι τα ερειπωμένα αρχαία μέλη μνημείων
    τα αγάλματα τα κλασσικά,o εναπομένων κίων
    ότι απέμεινε απʼ το ασβεστοκάμινο και την λαθρανασκαφή
    καλά που δεν τά ʽ καναν όλα ασβέστη οι χριστιανοί
    ή δεν ταʼ χτισαν σε εκκλησιές στην βυζαντινή εποχή

    Fallmerayer- Παπαρρηγόπουλος 1-1
    δεν δίνω δίκιο σε κανένα
    Πάντως ο καπιταλισμός μας είναι βαλκανικός
    διαφθορά, εγκάθετοι, μετριοκρατία, νεποτισμός
    Τα αποτελέσματα γνωστά πριν το σάλπισμα της κρίσης
    Φθάνει η ώρα την μάταιη την μάχη νʼ αφήσεις
    ………………………………………………………..

    Χαμένη η παρτίδα της πατρίδας μας

    Σαν Σέρβοι επί Milošević να βγάλουν διαβατήρια
    οι νέοι των 700 ευρώ , αξιοπρέπειας εισιτήρια
    τόσους …έξυπνους δεν τους σηκώνει ο τόπος
    οδόφραγμα οι “έξυπνοι”, για πάντα κλειστός ο δρόμος

    Κι εμείς μετά την σύνταξη στην πόλη του Καβάφη
    θα κοιτάμε προς βορρά : την Κρήτη, τη Ανάφη
    κι ας τους “να βράζουν μες το ζουμί τους”
    μέχρι να τελειώσει το νερό κι η άθλια ζωή τους.

    24.03.2010

    http://www.poiein.gr/2010/03/25/iieessa-ouoeoiyiio-aaoeueio-aea-oci-25c-ianossio-ee-aothoeooio-aiuiyiio/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και ένα δεύτερο ποίημα με επίκληση του Allen Ginsberg


    ΑΦΩΤΙΣΤΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝ
    ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 12, 2018 AT 4:48 ΜΜ
    KAKIEΣ ΠΑΡΕΕΣ… ΜΕ ΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΟΥ ΠΑΤΟΥ

    Στον ομοτεχνο Νοσφερατο

    Ο γδούπος στον ακάλυπτο
    σαν ένα σακί πατάτες
    που γλίστρησε από τον 4ο
    από τα λεπτεπίλεπτα
    χέρια Φιλιππινέζας.

    Οι καθωσπρέπει μεσοαστοί
    απόρησαν λιγάκι
    τέτοιο διάβημα γι΄ αυτούς
    πρωτάκουστο εφάνη.

    Μπορεί σε πλούσια περιοχή
    σπίτι να ενοικιάσεις
    την καπατσοσύνη των αστών
    δεν δύνασαι να φορέσεις
    σαν το κοστούμι σου το Dior
    απ΄ όπου η κοιλιά προβάλει
    κωμικά μεγαλοπρεπής και λαίμαργη στα πάντα :

    -για φήμη στους τέως λασπωμένους χωματόδρομους
    του γενέθλιου χωριού σου
    (που έπαιζες κρατώντας ψωμί ξερό
    με εβαπορέ και ζάχαρη της UNRA)

    -για ντελικάτους πειρασμούς
    στον ακαλλιέργητο σου ουρανίσκο
    ((προσούτο και ροκφόρ, χαβιάρι και σαμπάνια
    αντί για φασολάδα και φακές με πετραδάκια
    (ο μεγαλέμπορος δεν άφηνε να τα καθαρίζουν οι διαλέκτρες))

    -για εξουσία πάνω σʼ άλλοτε ομοιούς σου
    βέβαια παρέα με τον αφρό του πάτου:
    ανηψιούς, ξαδέλφια, γιούς – εσχάτως δε – και κόρες
    (η βασιλεία νεκραναστήθηκε ή μήπως λάθος κάνω 😉

    -για τσάμπα sex χωρίς να τηνε διορίσεις

    Μας κυβερνάν τσογλάνια.
    ……………………………..
    Τα πιο καλά της χώρας τα μυαλά κάηκαν,
    που ʼσαι ρε Allen Ginsberg
    κει πάνω να μας κοιτάς σκασμένος μες τα γέλια
    μα μάλλον δάκρυα της πρέπει
    της περιττωματο -κατάστασης αυτής
    κι ύστερα σαν καλμάρουμε
    να πάμε πίσω 200 τόσα χρόνια
    το προλεταριάτο το επιστημονικό
    η γενιά των 700 ευρώ
    να τα σαρώσει όλα
    Ισότητα, Αδελφότητα , Δικαιοσύνη
    αιτήματα αιώνια

    20-07-2008

    Αφώτιστος Φιλέλλην

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ελληνικά τείχη (σχέδιο)

    Στη μνήμη Χ.Β.

    “Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ”
    στο παρελθόν στο μέσα μας , ψηλά κτίσαμε τείχη
    βλέποντας έξω το εποικοδόμημα των δυτικών
    με βάση την παραγωγή λίγο πριν το τρίτο κύμα*
    εμείς οι ανιστόρητοι, οι ψευδο-ονειροπόλοι
    δεν είδαμε τις αλλαγές απ’ τα μπάρκα του Κολόμβου
    (κολλημένοι στην Πόλη, την Αγιά Σοφιά το 1453
    λησμονώντας
    την πρώτη άλωση το 1204
    την αρχική συσσώρευση,
    τις επαναστάσεις τις βιομηχανικές,
    την αποικιοκρατία να σπαρταρά [….]
    Εμείς με ηγέτες απ' την fake αστική τάξη
    μαϊμουδίζοντας στα γαλλικά και γρατζουνώντας πιάνο
    με δυο μεγάλες μεταναστεύσεις
    και δυο πελώριες καθόδους εκατομμυρίων
    μικρασιατών τε και Ποντίων
    με τον εμφύλιο και τον Πιουροφοϊ
    τις 100 οικογένειες του Π. Πόρτερ **
    τον σταθμό του Μονάχου και την αστυφιλία
    την σκληρή δεξιά και την σκουριασμένη αριστερά
    σχεδόν τυφλοί με σπασμένα ομματοϋάλια
    εστιάζαμε κάθε φορά σ’ αυτό που μας βόλευε.

    *Άλβιν Τόφλερ

    **Εκθεση Πώλ Α. Πόρτερ,(1947)



    Αφώτιστος Φιλέλλην (2018)

    ΑπάντησηΔιαγραφή