Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

ΔΥΟ ΑΤΥΧΕΙΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ




Την 10ετία του 50 ο πατέρας μου είχε πάρει το πρώτο του αυτοκίνητο (γράφω σχετικά στο ποστ μου α-ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑ - ΣΕ ΔΥΟ ΜΕΡΗ) και τις Κυριακές συχνά μας πήγαινε βόλτα κάπου έξω από την Αθήνα.
Θα ήμουνα 5-6 χρονών μια Κυριακή απόγευμα και είχαμε πάει με τους γονείς μου στο Κεφαλάρι στην Κηφισιά, που εκείνα τα χρόνια ήταν αγαπημένο στέκι όσων Αθηναίων ήθελαν να ξεφύγουν από το κέντρο της Αθήνας.


Όσες φορές είχαμε πάει εκεί στο υπαίθριο ζαχαροπλαστείο, παράγγελνα ένα υποβρύχιο που το απολάμβανα γλύφοντας το σιγά σιγά για να κρατήσει αρκετή ώρα η γλύκα του.  Εκείνη όμως την μέρα μόλις καθίσαμε είδα ένα νεαρό στο διπλανό τραπέζι να πίνει ένα άσπρο ποτό οπότε με περιέργεια ρώτησα τι είναι αυτό το ποτό.


-Σουμάδα, είπε ο πατέρας μου.
-Αυτό θα πιώ και εγώ ,δήλωσα τότε με αποφασιστικότητα.
-Είμαι σίγουρος ότι δεν θα σου αρέσει αλλά τότε μην ζητήσεις άλλο, μου απάντησε.
-Θα μου αρέσει, απάντησα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.
Όταν ήρθε η παραγγελία με την σουμάδα ρούφηξα με γερή και απολαυστική ρουφηξιά και αμέσως είπα μέσα μου:
Μπλιαχ!! Τι αηδία είναι αυτή!
Μετά όμως από όσα είχα πει και κάτω από το ειρωνικό βλέμμα του πατέρα μου που με παρατηρούσε χαμογελαστός, δεν μου έμενε παρά για να διατηρήσω την αξιοπρέπεια μου, αντί να πω  ως άλλος Χριστός  παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο να πιώ όλη αυτή την αηδία μέχρι τον πάτο και ταυτόχρονα να μην φαίνεται το πόσο δυστυχής ήμουν.
Όταν το κατάφερα, σκούπισα τα χείλη μου και είπα μάλιστα:
-Α ωραία ήταν!
Αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που ήπια σουμάδα στην ζωή μου αλλά ήταν μαζί και ένα μάθημα ζωής να είμαι επιφυλακτικός στο να παραγγέλνω πράγματα που δεν ξέρω.
Περάσανε πολλά χρόνια μέχρι να παραγγείλω κάτι για το οποίο  βλαστήμησα ξανά την ώρα και τη  στιγμή που το παρήγγειλα.
Αυτή την φορά η παραγγελία ήταν γνωστού και νόστιμου εδέσματος αλλά σε λάθος εποχή και μέρος.


Είμαστε δύο ζευγάρια στο Παρίσι ένα φθινόπωρο και η ατμόσφαιρα ήταν υγρή, ζεστή και αποπνικτική με περιοδικό ψιλόβροχο.
Χωθήκαμε σε ένα συμπαθητικό μπιστρό και αφού κάτσαμε αρχίσαμε να κοιτάμε τον κατάλογο του για να διαλέξουμε τι θα φάμε.
Ενώ οι άλλοι είχαν διαλέξει, εγώ διαβάζοντας τον κατάλογο κόλλησε το μάτι μου σε ένα ατομικό φοντί  με τυρί που είχε. Στο μυαλό μου ήρθαν οι αναμνήσεις από κάποια ωραία χρόνια που με την παρέα συχνάζαμε, την εποχή που πήγαινε εκεί και ο Μάνος Χατζηδάκις, στον Μαγεμένο Αυλό.


Εκεί για πρώτη φορά είχαμε δοκιμάσει φοντί με τυρί, που τότε δεν το σέρβιραν πουθενά αλλού και το είχαμε απολαύσει. Μαζί με ένα καλό κρασί πράγματι, όπως μου αρέσουν γενικά τα τυριά, είναι μια ξεχωριστή νοστιμιά. Ε΄είπα λοιπόν πως μιας και βρισκόμαστε στην πατρίδα αυτής της γαστριμαργικής λιχουδιάς και  έχοντας και την ωραία ανάμνηση από το παρελθόν παρήγγειλα, με άνεση γάλλου degustateur, σαν αυτούς που μοιράζουν αστεράκια Michelin στα εστιατόρια, το φοντί Σαβαγιάρ καθώς θυμήθηκα, καθώς το διάβασα στον κατάλογο, και πως έτσι  το λένε.
Μου έφεραν ένα ολόκληρο συμπράγκαλο με ένα ξύλο που είχε επάνω μια κομματάρα τυρί και ένα καμινέτο με το δοχείο που βάζεις επάνω του για να λιώσει το τυρί και άναψαν το καμινέτο.
Αυτό ήταν!



Μέχρι να λιώσει το τυρί είχαμε λιώσει και οι τέσσερις από την ζέστη που έβγαζε αυτό το φοβερό καμινέτο στην ήδη ζεστή ατμόσφαιρα!
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι άλλοι τραβώντας τις καρέκλες τους  να κάτσουν πιο πέρα και να με αφήσουν μόνο μου  να ιδρώνω λιώνοντας το τυρί μου.  Αφού έφαγα μερικές μπουκιές με ψωμί εμβαπτισμένο στο λιωμένο τυρί, έσβησα αυτό το φλογοβόλο καμινέτο και συμπλήρωσα το ατυχές αυτό γεύμα, με λίγο ψωμοτύρι κόβοντας με το μαχαίρι ένα κομματάκι τυρί, όχι πλέον ως degustateur αλλά ως πεινασμένος τουρίστας,  καθώς οι άλλοι την ώρα του κολαστηρίου μου είχαν φάει το φαί τους ήθελαν να φύγουμε. Έκτοτε έφαγα φοντί μόνο σε εξωτερικό χώρο.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου