Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2020

2-ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΡΩΤΑ, ΚΑΤΑΣΚΟΠΙΑ,ΔΩΣΙΛΟΓΙΣΜΟ,ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ,ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ!



Ο κόμης φον Σούλενμπουργκ μετά την αναχώρηση του ζεύγους από την Περσία έχοντας από εκεί αναπτύξει ερωτική σχέση με την Έλενα της έστελνε συχνά γράμματα, γεγονός που γνώριζαν οι μυστικές υπηρεσίες των Γερμανών και επιθυμούσαν διακαώς να τα αποκτήσουν.

Ο Άρθουρ Ζάιτς τοποθετήθηκε στη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1938 ως προξενικός υπάλληλος και η επίσημη εργασία του ήταν η διεκπεραίωση της γραμματείας της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα, ενώ επίσης ήταν και επικεφαλής του γραφείου διαβατηρίων. Στην πραγματικότητα ο Ζάιτς 28 ετών μόλις τότε, εκπροσωπούσε ανεπίσημα βέβαια τις γερμανικές υπηρεσίες κατασκοπείας στην Ελλάδα.
Στα απομνημονεύματα του ο Ζάιτς (Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1939-1944)  ARISTON BOOKS 2019 ) αναφέρει για την καταγγελία και την σύλληψη από τις ελληνικές αρχές της Έλενας Μακ ως πράκτορα των Ρώσων και των Γερμανών.
Στην Ελλάδα μετά την επανάσταση στην Ρωσία είχαν καταφύγει αρκετοί Ρώσοι εμιγκρέδες. 


Μεταξύ αυτών ήταν και ο Λευκορώσος γιατρός Αντρέι Χουτσάρια, φανατικός αντικομουνιστής, συνδεδεμένος με ομοϊδεάτες του σε οργανώσεις που είχαν σκοπό την ανατροπή των Μπολσεβίκων. Τις οργανώσεις αυτές τις είχαν διπλαρώσει τα στελέχη της  Γερμανικής κατασκοπίας. Ο Χουτσάρια, θεωρώντας πως μια νίκη του Χίτλερ θα ελευθέρωνε την χώρα του από τους κομουνιστές,εύκολα έγινε πράκτορας των Γερμανών από τον  αρχηγό της γερμανικής κατασκοπείας στην 'Ελλάδα, συνταγματάρχη Κλέμ Φόν Χόχενμπεργκ, στρατιωτικό ακόλουθο της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Για να αποκτήσει πρόσβαση στις ελληνικές υπηρεσίες και ιδιαιτέρως στο Κέντρο Αλλοδαπών της Αστυν, Διευθύνσεως Αθηνών, που ήταν τότε η καλύτερα οργανωμένη υπηρεσία αντικατασκοπίας στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή του Παξινού από την Γερμανία το 1937, τους παρέδωσε 27 αθώους Λευκορώσους με ασύστατες κατηγορίες, δίνοντας συγχρόνως  έτσι και μια προειδοποίηση στους υπόλοιπους συμπατριώτες του, για το τι μπορεί να τους συμβεί αν δεν συμπορευτούν μαζί του. Ταυτόχρονα για να παραπλανήσει τις ελληνικές αρχές τους παρέδιδε εκθέσεις, που του έδιναν οι Γερμανοί, που αφορούσαν τους Ιταλούς οι οποίες όμως δεν είχαν ουσιαστική σημασία.
Την καταγγελία της Έλενας Μακ ως κατασκόπου, την είχε κάνει ο Χουτσάρια με απώτερο σκοπό στην έρευνα που θα γινόταν στο σπίτι της από τις ελληνικές αρχές να βρεθούν οι επιστολές και με κάποιο τρόπο να καταφέρει να τις αποκτήσει.
Πράγματι, όπως γράφει ο Ζάιτς  στην έρευνα οι επιστολές βρέθηκαν, αλλά δεν του δόθηκαν, παρά την επιχειρηματολογία του ότι:
Αν επιμένω τόσον διά την αλληλογραφία αυτή, είναι διότι ενδιαφέρεται ό επιτετραμμένος της Γερμανίας Φόν Γκρέβενιτς, καί όπως καταλαβαίνετε, αν του πάω την αλληλογραφία αυτή, πού για σάς δεν έχει καμιά άξια, ή εμπιστοσύνη της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας, με την όποια, πρέπει τώρα να σάς αποκαλύψω, ότι έχω επαφή, θα είναι τόση ώστε να δύναμαι να αποσπώ πληροφορίας, αι οποίαι  θα έχουν μεγάλη αξίαν για σας και θα σας εξυπηρετούν.. 

Ο πόλεμος μεταξύ των κατασκόπων στην προπολεμική Ελλάδα ήταν αδυσώπητος. Ο Χουτσάρια είχε καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Κράουφορντ που ηγείτο των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών. Πρότεινε τότε στους Γερμανούς να προσπαθήσει να στρέψει τον κατασκοπικό μηχανισμό των Άγγλων εναντίον του αστυνόμου Παξινού, που ήταν ο προϊστάμενος του Κέντρου αλλοδαπών, με τον απώτερο σκοπό αυτός να αναγκαστεί να προσεγγίσει τους Γερμανούς!


Ο Παξινός, υποδιευθυντής της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών επί Μεταξά, ήταν πολύγλωσσος και μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά, είχε δε μετεκπαιδευτεί  στη δίωξη του κομμουνισμού στην Γερμανία .Ήταν αυτός που με τον Κ. Μανιαδάκη κατασκεύασε τον δεύτερο Ριζοσπάστη, προκαλώντας τεράστια αποδιοργάνωση στο παράνομο τότε ΚΚΕ. Διέφυγε στο Κάιρο, αλλά τον συνέλαβαν εκεί ο Άγγλοι ως συνεργάτη των Γερμανών. Το 1947 το δικαστήριο Δοσίλογων τον αθώωσε με βούλευμα .Παρ΄όλα αυτά ο Παξινός δεν επέστρεψε στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στο Πακιστάν, όπου και διετέλεσε και επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας. Δολοφονήθηκε εκεί από Έλληνα συνεργάτη του με μαχαίρι το 1958 για οικονομικούς λόγους. 
Το τέλος του Χουτζάρια είναι από αυτά που ξεπερνούν την φαντασία και του πλέον ευφάνταστου σεναριογράφου κατασκοπευτικών ιστοριών!
Ο Χουτζάρια μια μέρα έχασε τις αισθήσεις του  και τον μετέφεραν στον Ευαγγελισμό. Ο παπάς του νοσοκομείου ήταν ο πατήρ Δημήτριος ο οποίος πριν να χειροτονηθεί είχε μονάσει στο Άγιο Όρος και λόγω της θέσεως του κυκλοφορούσε σε όλη την καλή κοινωνία της Αθήνας και εξομολογούσε μεχρι την βασιλική οικογένεια. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά και ελληνικά και αργότερα έμαθε και τουρκικά. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ο Άγγλος κατάσκοπος Δαβίδ Μπάλφουρ.


Αυτός με ένα συνεργάτη του «έριξαν» στο Χουτζάρια μια ωραία Αθηναία η οποία μετά ένα ερωτικό ξεφάντωμα του έριξε υπνωτικό στο ποτό του και ο συνεργάτης του τον μετέφερε στον Ευαγγελισμό λέγοντας ότι τον βρήκε στον δρόμο. Καθώς χειροτέρευε φώναξαν τον πατέρα Δημήτριο να τον μεταλάβει οπότε αυτός με μια ένεση τον έστειλε στον άλλο κόσμο. Όταν αργότερα προέκυψαν υποψίες για τον θάνατο του μια μυστηριώδης έκρηξη ανατίναξε τον τάφο του. 
Τον  Μπάλφουρ μια μέρα πριν την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, τον είδαν να βγαίνει από το ναό κουρεμένος, ξυρισμένος, φορώντας χακί σορτσάκι και αρβύλες και να επιβιβάζεται σ’ ένα τζιπ του Αγγλικού εκστρατευτικού σώματος που τον μετέφερε στο πλοίο με το οποίο έφυγαν οι Βρετανοί της πρεσβείας για την Αίγυπτο.
 Η κόρη της Έλενας , η Λίλη, φοίτησε στο Αμερικανικό Κολλέγιο, που το τελείωσε στις αρχές της Κατοχής. Γαλλικά είχε μάθει στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Το1942 η ιταλική αντικατασκοπία την συλλαμβάνει και την καταδικάζει σε δύο χρόνια φυλάκιση. Μετά όμως από αποτελεσματική παρέμβαση της Γκεστάπο στις ιταλικές αρχές αποφυλακίζεται ως  πράκτορας στην υπηρεσία της που στρατολογήθηκε για να τους δίνει πληροφορίες για Βρετανούς στρατιωτικούς που  κρύβονταν στην Αθήνα.


Την υπόθεση αυτή αναφέρει και απόρρητο βρετανικό έγγραφο του Απριλίου 1946 που αποδεσμεύτηκε το 2007.
Τον Μάιο 1946  η Έλενα Μακ και η Λίλη Μακ δικάστηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων για συνεργασία με τον εχθρό αλλά  απαλλάχθηκαν λόγω αμφιβολιών.

Το 1943, η Λίλη Μακ γνωρίζεται με τον νεαρό πολιτικό Κωνσταντίνο Καραμανλή 32 ετών τότε , με τον οποίο συνδέεται αισθηματικά. Δεν κρύβουν τη σχέση τους, ενώ κατά μία πληροφορία έμεναν στο ίδιο σπίτι. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του άσημου τότε Μάνου Χατζιδάκι, που την διέσωσε ο δημοσιογράφος Σεραφείμ Φυντανίδης στις αναμνήσεις του, που κυκλοφόρησαν δύο μήνες πριν από τον θάνατό του τον Δεκέμβριο 2014:
«… Του είχε πει [του Κ. Καραμανλή] ο Μάνος Χατζιδάκις, ότι τον θυμόταν στη διάρκεια της Κατοχής να τρώει τα μεσημέρια στου «Απότσου» με μια πανέμορφη Πολωνορουμάνα, που έμενε στο Παγκράτι και λεγόταν Λιλή Μακ. “Εμείς, κύριε πρόεδρε, με τον Τσαρούχη, τον Κουν και τον Γκάτσο, πίναμε ούζα απέναντί σας και σας καμαρώναμε καθώς ήσασταν πολύ ωραίο ζευγάρι. Αλλά ένα μεσημέρι σας είδαμε να μαλώνετε και να φεύγετε συγχυσμένος”.
Ενοχλήθηκε ο Καραμανλής. “Εγώ δεν ξέρω καμιά Λιλή Μακ. Τι είναι αυτά που λες;”
Αργότερα, μας είπε ο Χατζιδάκις: “Θέλω να γράψω ένα βιβλίο με τίτλο «Η Λιλή Μακ δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά υπήρξε»”.
Πιθανώς ο Κων. Καραμανλής γνωρίζοντας την ιστορία της κατηγορίας για δοσιλογισμό δεν ήθελε να συσχετιστεί το όνομα του μαζί της.
Την Έλενα Μακ και την κόρη της είχε υπό την προστασία του, όπως και άλλους Ρώσους εμιγκρέ ο πάμπλουτος πρίγκιπας Ελιμ Ντεμίντωφ ο οποίος ήταν ο τελευταίος πρέσβης του Τσάρου στην Ελλάδα.

    Το πρώτο μέρος.

   Το τρίτο μέρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου