Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΣ



Στις 5 Μαΐου έγραφα για  την επέτειο των 20 ετών που συμπλήρωσε το παρόν ιστολόγιο (ΜΙΑ ΑΞΈΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΣΑΕΤΊΑ) και δεν ανέφερα ότι αυτή την μέρα εορτάζουμε την μνήμη του Αγίου Εφραίμ που όπως διαβάζω στην Βικιπαίδεια γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας  και πέθανε στις 5 Μαΐου 1426.
 Ο Άγιος Εφραίμ ο νεομάρτυρας, απεικονίζεται στην ορθόδοξη εικονογραφία ως μια λεπτή, ασκητική φιγούρα με μαύρα μαλλιά και γένια, ντυμένη με τα μαύρα άμφια ενός μοναχού.
Διαβάζουμε λοιπόν στην Βίκι ότι:  το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Μόρφης. Εκάρη μοναχός, πήρε το μοναστικό όνομα Εφραίμ και εγκαταστάθηκε στην Αττική για να ζήσει στην τότε Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο όρος Αμώμων. Το 1424 το μοναστήρι καταστράφηκε από επιδρομές οθωμανικών στρατευμάτων. Ο Εφραίμ δραπέτευσε και έζησε για έναν ακόμη χρόνο ως ερημίτης ανάμεσα στα ερείπια του μοναστηριού. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1425 αιχμαλωτίστηκε σε άλλη τουρκική επιδρομή. Κρατήθηκε αιχμάλωτος και βασανίστηκε για περισσότερους από οκτώ μήνες, ώσπου τελικά βασανίστηκε μέχρι θανάτου στις 5 Μαΐου 1426. Μια μουριά, που πιστεύεται ότι ήταν αυτή στην οποία κρεμάστηκε ο άγιος, παρουσιάζεται σήμερα ως αντικείμενο λατρείας μέσα στο ανακαινισμένο μοναστήρι.
Στις 11 Μαρτίου 2011, με επιστολή του προς την Εκκλησία της Ελλάδος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ενημέρωσε ότι «υπό της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, συνωδά τη κρατούση πράξει και τάξει της Αγίας ημών Εκκλησίας, ανεγράφη προσφάτως εν ταις Αγιολογικαίς δέλτοις της Εκκλησίας ο Άγιος Ένδοξος Οσιομάρτυς Εφραίμ ο νέος, ο εν τω όρει των Αμώμων μαρτυρικώς τελειωθείς, της μνήμης αυτού τελουμένης τη ε Μαΐου εκάστου έτους, της δε ευρέσεως των λειψάνων αυτού εορταζομένης τη γ Ἰανουαρίου εκάστου έτους, εκδοθείσης επί τούτω Πατριαρχικής και Συνοδική Πράξεως». Σε συνεδρίασή της, στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αποφάσισε, επίσης, να συμπεριλάβει τον Άγιο Εφραίμ τον νεομάρτυρα στο εορτολόγιο του Πατριαρχείου Μόσχας.



Το μοναστήρι της Νέας Μάκρης, το κέντρο της λατρείας του αγίου και της θαυματουργίας του, είναι πλέον πολυσύχναστος τόπος προσκυνήματος που προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες, κυρίως ανθρώπους που προσεύχονται για θεραπεία ασθενειών.
Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, από όπου ήταν η καταγωγή του, γίνεται πανήγυρις στον Ιερό ναό Αγίου Στεφάνου όπου, σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν απέναντι στο πατρικό του.
Διαβάζοντας λοιπόν τα παραπάνω με τις τόσο λεπτομερείς χρονολογικές αναφορές θεωρεί κανείς  ότι ο βίος του και το μαρτύριο του θα αναφέρεται σε γραπτά από κάποιους σύγχρονους του πριν 600 τόσα χρόνια.
Με έκπληξη όμως διαβάζουμε στην Βίκι ότι ΤΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΤΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΟΡΑΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ Η ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΚΑΡΙΑ ΔΕΣΥΠΡΗ ΤΟ 1950!
Όπως γράφω στο ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ ΑΡΑΓΕ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ; κατά τον ίδιο κλασσικό τρόπο βρέθηκε από μοναχή εκεί η εικόνα της Παναγίας στην Τήνο και βέβαια η Ορθόδοξη εκκλησία όταν τα ευρήματα αυτά επιτυγχάνουν να προσκομίζουν πολλά χρήματα στα παγκάρια δεν έχει κανένα λόγο να μην αποδεχτεί τα οράματα μοναχών ως πραγματικά.
Το 2011 όταν ο Πατριάρχης αγιοποίησε τα λείψανα ενός  αγνώστου χρονολογίας  και φύλου σκελετού ήξερε πολύ καλά, ότι με μια διαθέσιμη από χρόνια εξέταση τους με άνθρακα 14 θα μπορούσε να διαπιστώσει τουλάχιστο από πότε είναι  αυτός ο σκελετός.
Όμως με κανένα τρόπο δεν ήταν διατεθειμένος να την πάθει όπως οι Καθολικοί με την σινδόνη του Τορίνου που ενώ έλεγαν ότι με αυτήν είχε γίνει η αποκαθήλωση του Χριστού από τον σταυρό, όταν εξετάστηκε το 1988 επιστημονικώς διαπιστώθηκε ότι ήταν από τα χρόνια του Μεσαίωνα (1260-1390)!
Το τραγικό όμως είναι ότι και η πολιτεία αντί να αντιμετωπίζει με αποφασιστικότητα  κάθε προσπάθεια εξαπάτησης του κόσμου και να παρουσιάζει με  αντικειμενικότητα την πραγματικότητα, αντίθετα εμφανίζει χωρίς κανένα σχόλιο στην τηλεόραση την μοναχή πως  βρήκε τον σκελετό κατόπιν οράματος!


Θα μου πεις ότι, όπως γράφω στο   H ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΙΑ ΜΕ ΤΟ «ΑΓΙΟ» ΦΩΣ τι μπορώ να περιμένω από ένα κράτος που και αυτό εκμεταλλεύεται την θρησκοληψία του κόσμου  και υποδέχεται κάθε χρόνο με τιμές αρχηγού κράτους μια λάμπα με φως που άναψε με αναπτήρα!
Ασύδοτος επίσης, καθώς κανένας εισαγγελέας δεν ασχολείται με τις θρησκευτικές απάτες, ο έχων το ίδιο όνομα με τον Άγιο μοναχός, περιφέρει τακτικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό μια από τις πολλές ζώνες της Παναγίας από την πλούσια γκαρνταρόμπα της, γιατί δεν έχει και το αποκλειστικό copyright σε αυτές, όπως γράφω στα ποστ μου ΜΗΠΩΣ Η ΒΡΑΚΟΖΩΝΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ; και ΒΡΗΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ!


Έτσι λοιπόν ένας αγνώστου προέλευσης και ηλικίας σκελετός, βαφτίστηκε από μια μοναχή σε Άγιο Εφραίμ και τιμάται και αυτός όπως και η εξίσου ανύπαρκτη Αγία Βαρβάρα  από την Εκκλησία μας.
Τουλάχιστον αυτήν, όπως γράφω στο  Η ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) :Η Καθολική Εκκλησία, απευθυνόμενη σε ένα ευρύτερο και ποιοτικότερο κοινό μέσα στο εχθρικό περιβάλλον του δυτικού διαφωτισμού, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, απέσυρε την αγία από το επίσημο εορτολόγιό της στα πλαίσια της μεγάλης αναθεώρησης του 1969, παραδεχόμενη την έλλειψη ιστορικών στοιχείων. Στο αποδιδόμενο στον άγιο Ιερώνυμο μαρτυρολόγιο (4ος-5ος αι.) η Βαρβάρα είναι απούσα.
Το πάλαι ποτέ στις εκθέσεις στο σχολείο στο τέλος γράφαμε και το ηθικόν δίδαγμα το οποίο εδώ είναι ότι: όσοι στον ύπνο τους βλέπουν οράματα με λείψανα πρέπει να ανταμείβονται. Ήδη στην μονή η Μακαρία  απεικονίζεται ως Οσία αλλά και με φωτοστέφανο αγίας !



 Και στην έγκυρη σε θέματα θρησκείας και σεξ εφημερίδα ESPRESSO διαβάζουμε την συγκλονιστική είδηση  ότι : Προς αγιοποίηση η γερόντισσα Μακαρία από την Ιερά Μονή Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη.
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.
 


Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ



Ο επιστημονικός χώρος φαίνεται ότι θα χάσει ένα διακεκριμένο μέλος της που έχει διαπρέψει στην Μεταβολομική, την Κβαντική Ιατρική, την Γνωστική Ομοιοπαθητική, το Functional medicine και την Νευροανάδραση ,όπως σεμνά γράφει στον ιστότοπο της η Μαρία Καρυστιανού, για να το κερδίσει η πολιτική.
Kάτω από την ομπρέλα της «κβαντικής ιατρικής», η οποία υπόσχεται ακόμη και την «αποτοξίνωση» του ανθρώπινου οργανισμού από τον εμβολιασμό κατά της COVID-19 (!) γεννήθηκε ο «βιοσυντονισμός», που σήμερα διαφημίζεται σε ιστοτόπους ιατρείων και κέντρων ευεξίας και στην Ελλάδα με την τιμή μιας συνεδρίας βιοσυντονισμού να κυμαίνεται από 50-500 ευρώ με 3 συνεδρίες-εφαρμογές να είναι ο μέσος όρος ενός πακέτου θεραπείας.
Δεν έχει καμία σημασία ότι ο καθηγητής και  ιδρυτής των πανεπιστημιακών εκδόσεων Κρήτης Στέφανος Τραχανάς θεωρεί την κβαντική ιατρική ότι «είναι μια καθαρά ψευδοεπιστημονική επινόηση προς άγραν ανυποψίαστων πελατών»
Και με την πολιτική όμως μπορείς να προσελκύσεις ανυποψίαστους ψηφοφόρους  διακηρύσσοντας  ότι θα διαγωνιστείς για δικαιοσύνη, διαφάνεια, δημοκρατία, ανεξαρτησία κτλ δηλαδή 
τα ίδια ακριβώς, που κατά περίεργο τρόπο,  διακηρύσσουν και όλα τα άλλα κόμματα! 
Και όλα αυτά παρά την δελεαστική πρόταση, που κατά δήλωση της, της είχε γίνει να αναλάβει το Υπουργείο Δικαιοσύνης!
Και όπως γράφει ο Στέφανος Κασιμάτης : Ομως η Μαρία Καρυστιανού την αρνήθηκε, όπως η ίδια αποκάλυψε σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή της. Πώς θα ήταν δυνατόν να δεχθεί; Η κυρία Καρυστιανού είναι υπεράνω του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Άφησε (προσωρινά, ελπίζουμε) την κβαντική ιατρική στην ησυχία της και κατεβαίνει στην πολιτική, με σημαία της τον άνθρωπο και την αγάπη, για να μας γλιτώσει από τα νύχια του συστήματος. Δεν θα εξαγοραζόταν, λοιπόν, για μια προφορική υπόσχεση που η πραγματοποίησή της εξαρτάται από το άδηλο μέλλον. Το ενδιαφέρον εδώ, όμως, είναι ποιο κόμμα τής έκανε την πρόταση. Αυτό θα είχε αξία να μαθαίναμε, γιατί είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε, για την αυτοπροστασία μας, ποιος μπορεί να είναι τόσο ανόητος και αδίστακτος συγχρόνως. Και αφού ο ίδιος είναι αδύνατο να μας το πει, εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι υποθέσεις εργασίας.
Αποκλείουμε εξαρχής τη ΝΔ, διότι η κυρία Καρυστιανού θέλει να στείλει τον πρόεδρο του κόμματος και σημερινό πρωθυπουργό στη φυλακή. Αποκλείουμε και το ΚΚΕ λόγω της αυστηρότητας του θρησκευτικού χαρακτήρα του, όπως επίσης την Πλεύση Ελευθερίας και τη Νίκη. Τη μεν Πλεύση για τον λόγο ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν θα προσέφερε ποτέ υπουργείο σε κανέναν, επειδή θα τα κρατούσε όλα η ίδια για τον εαυτό της, τη δε Νίκη επειδή αυτοί είναι πάρα πολύ ντροπαλοί, αγοραφοβικοί σχεδόν, σε σημείο που δεν πρέπει να μιλάνε ούτε μεταξύ τους. (Κατά πάσα πιθανότητα, μόνο προσεύχονται με κλειστά μάτια ή απλώς κοιμούνται…) Τέλος, αποκλείουμε και την Ελληνική Λύση για τον λόγο ότι ο Κυριάκος Βελόπουλος είναι μια ηπιότερη εκδοχή της Ζωής Κωνσταντοπούλου ως προς τον αυταρχισμό και δεν θα ανεχόταν ανταγωνισμό. Παρέλειψα να προσθέσω τη Νέα Αριστερά, αλλά δεν πειράζει. Ετσι, με την εις άτοπον απαγωγή, μας μένουν δύο ύποπτοι: ΠαΣοΚ και ΣΥΡΙΖΑ…
Βέβαια το πρόβλημα με την δημιουργία ενός κόμματος είναι και από ποια άτομα θα στελεχωθεί. Αρκετά πιθανή είναι η δικηγόρος της που είχε ξανακατέβει σε εκλογές με την ΝΙΚΗ, δεν ξέρω  για την αστρολόγο από το Χάρβαρντ, αλλά σίγουρα αποκλείω την καλόγρια που μιλάει αραμαϊκά.


Ο Μάνος Βουλαρίνος όμως κάνει μερικές εύστοχες προτάσεις για πολιτικούς που έχουν διακριθεί στο παρελθόν, όπως για την  ατυχήσασα στην τελευταία συνεργασία της με τον Τράγκα λόγω του θανάτου του,  Ραχήλ Μακρή, τον  κομψό πλέον Πάνο Καμμένο, την Θεοδώρα Τζάκρη, τον  «γέροντα η ευχή» Νικολόπουλο, τον δόκτορα και πατριάρχη των αντιεμβολιαστών Πετράκο, τον ειδικό στην τέχνη ιατρό Παπαδόπουλο της ΝΙΚΗΣ και βέβαια τον πανταχού παρόντα Νικόλαο Φαραντούρη.
Υπάρχουν όμως και ακόμα δύο πολιτικοί  που πάντα προσέχουν το τι λένε και που αρκετό καιρό πριν είχαν πει ότι η ολιστική ιατρός έχει όλα τα προσόντα για να γίνει πρωθυπουργός της χώρας, η Έλενα Ακρίτα και ο Νίκος Κοτζιάς. 


Μόνο που δεν ξέρω αν συνεχίζουν να το πιστεύουν αφ΄ότου μεγάλη παγωμάρα έπεσε στην αριστερά και στους εκεί υποστηρικτές της, όταν με τις δηλώσεις της διαπίστωσαν ότι πολιτικά βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον Βελόπουλο και τον Νατσιό.



Πάντως ο Αθανάσιος Τσόκας, καθηγητής μαθηματικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και πολιτευτής με το κόμμα της ΝΙΚΗΣ δήλωσε: «έχω τη ΧΑΡΑ να συμμετέχω στη διαμόρφωση του Προγράμματος, αυτού του ανεπανάληπτου ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΙΤΩΝ!».
Πιστεύει και αυτός ότι :«η ΜΑΡΙΑ της Ελλάδας μας στις επικείμενες Βουλευτικές εκλογές, θα στεφθεί ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ και θα είναι Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ Πρωθυπουργός και Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ που θα κυβερνά ΜΑΖΙ με το Λαό της, κάνοντας συχνή χρήση, της ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ, για σοβαρά κοινωνικά θέματα!!!».

Παρά δε  το σύνθημα της εποχής «τόπο στα νιάτα» η μάνα των Τεμπών έχει ήδη διαλέξει την 93χρονη οικονομολόγο Μαρία Νεγραπόντη Δεληβάνη , γνωστή για τις υπέρ της δραχμής απόψεις της, για τα οικονομικά του κόμματος της. 
Τέλος ίσως πολύτιμος συνεργάτης της να σταθεί ο γνωστός για τα περδόμενα ανέκδοτα του Λαζόπουλος, που για να ξεπεράσει την Ακρίτα και τον Κοτζιά είπε ότι η Καρυστιανού έπρεπε να είναι η πρόεδρος της Δημοκρατίας μας! 


Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΣΥΝΟΡΑ (Πως ένα ποίημα από την Αμερική βρέθηκε σε γαλλική ταινία)



 

Στην ενδιαφέρουσα και χαριτωμένη ταινία Jane Austen a gâché ma vie (2024) ο 95χρονος ποιητής Φρέντερικ Γουάιζμαν διαβάζει ένα  εξαιρετικό ποίημα ενός άλλου ποιητή, που δεν τον ήξερα, του Τζακ Χίρσμαν, με τίτλο Path .
Ρώτησαν την σκηνοθέτρια της ταινίας γιατί η ταινία τελειώνει με αυτό το ποίημα και γιατί το απήγγειλε  ο Φρέντερικ Γουάιζμαν και απάντησε:
- Αυτό το ποίημα ήταν το σημείο εκκίνησης για την ταινία. Είχα κινηματογραφήσει τον ποιητή Τζακ Χίρσμαν να το διαβάζει στο Shakespeare and Company πριν από χρόνια, και πάντα ήθελα να το συμπεριλάβω. Δυστυχώς, πέθανε πριν από τα γυρίσματα. Δεν ήθελα ηθοποιό - ήθελα κάποιον με ποιητική ψυχή. Γνωρίζω τον Φρεντ χρόνια. Γνωριστήκαμε τυχαία σε έναν δρόμο στο Παρίσι και τον ευχαρίστησα για τις ταινίες του. Γίναμε φίλοι. Όταν του είπα ότι δεν ήξερα ποιος έπρεπε να διαβάσει το ποίημα, είπε: «Τι λε για μένα;» Ήταν τέλειο. Δεν είναι ηθοποιός, αλλά έχει τέτοια παρουσία. Και έφερε και λίγο χιούμορ, κάτι που μου άρεσε πολύ.


Ο Τζακ Χίρσμαν (1933-2021) ήταν από τους γνωστότερους απόγονους των μπιτ ποιητών της Αμερικής, αλλά και γνωστός ακτιβιστής.
Στην ηλικία των 19 ετών,  έγραψε στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ.  Ο Χέμινγουεϊ του απάντησε λέγοντάς του: «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, μικρέ. Γράφεις καλύτερα από ό,τι εγώ όταν ήμουν 19. Αλλά το θέμα είναι ότι γράφεις σαν εμένα. Αυτό δεν είναι αμαρτία. Αλλά δεν θα φτάσεις πουθενά με αυτό».
Ήταν φίλος των μπίτνικ Άλεν Γκίνσμπεργκ και Λόρενς Φερλινγκέτι, και πρωταγωνιστούσε από τη δεκαετία του ’70 στα ποιητικά δρώμενα των ΗΠΑ και με το έργο του συνέχισε την παράδοση που δημιούργησε στη δεκαετία του ’50 η Ποιητική Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο, με τον «πατέρα των Μπιτ» ποιητή Κένεθ Ρέξροθ και τη γενιά των Μπιτ.
Ήταν μέλος της Ένωσης Ποιητών του Δρόμου, μιας ομάδας που διανέμει φυλλάδια με ποιήματα στους ανθρώπους στους δρόμους.
 Υπήρξε καθηγητής του Jim Morisson στο Ucla, πριν να παραιτηθεί λόγω των αντιπολεμικών του πεποιθήσεων, εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ.
Το 2012 είχε έρθει και στην Ελλάδα και σε εκδήλωση που έγινε απήγγειλε ποιήματα του και συνομίλησε με τους παριστάμενους. Όμως στην Ελλάδα είχε μείνει και παλιότερα δύο χρόνια, φιλοξενούμενος του Λέοναρντ Κοέν στην Ύδρα.



Τα ποιήματα του έχουν κυκλοφορήσει και εδώ (ΜΟΝΟΠΑΤΙ -Απόπειρα 2019) σε μετάφραση Χρίστου Αγγελακόπουλου αλλά υπάρχουν και στο τόμο «Ανθολογία Μπιτ Ποίησης» της σειράς «ποιητές του κόσμου» σε εισαγωγή – μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά (εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2003)
Ήταν  συστηματικός μεταφραστής ξένης ποίησης, ειδικά του Μαγιακόβσκι και του Νερούντα αλλά και Ελλήνων, όπως η Κατερίνα Γώγου και ο Γιάννης Λειβαδάς.
Σύμφωνα με τον ποιητή Ντέιβιντ Μέλτζερ, ο Χίρσμαν ήταν:  «ένας σπουδαίος δάσκαλος που αρνείται να εργαστεί στο πανεπιστήμιο, ένας σπουδαίος ακαδημαϊκός που αρνείται να δημοσιεύσει στα μεγάλα έντυπα. Τα περισσότερα εκδίδονται από τον ίδιο, σε 150 αντίτυπα».
Αν και ο Χίρσμαν απέρριψε την επιτυχία του κεντρικού τύπου, έχει δημοσιεύσει πληθωρικά. Οι πάνω από 50 τόμοι ποίησης του περιλαμβάνουν τα All That’s Left (2008), Front Lines: Selected Poems (2002), Lyripol (1976) και A Correspondence of Americans (1960). Το αριστούργημά του των 1.000 σελίδων, The Arcanes, εκδόθηκε το 2006.
Το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες όπως Ρωσικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ελληνικά, Ιταλικά ,Ισπανικά, Αλβανικά, Βιετναμέζικα, Γίντις και Κρεολικά  
O Χίρσμαν απήγγελνε  συχνά το ΜΟΝΟΠΑΤΙ, όπως υπάρχει και σε μια  ηχογραφημένη ανάγνωση από τον ίδιο  για τον Εθνικό Μήνα Ποίησης τον Απρίλιο του 2012, αλλά η ​​επίσημη έντυπη έκδοσή του έγινε τον Δεκέμβριο του 2016 προς τιμήν των 83ων γενεθλίων του .
 Η εκδήλωση για τον εορτασμό των γενεθλίων του πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Dolby Chadwick στο Σαν Φρανσίσκο. Εκείνο το βράδυ, 100 αντίτυπα αυτής της έκδοσης διανεμήθηκαν δωρεάν στους φίλους του Τζακ και 15 ειδικά αντίτυπα τυπώθηκαν σε γυαλιστερό χαρτί 100 λιβρών (11 x 17 ίντσες) και αριθμήθηκαν και υπογράφηκαν από τον ίδιο.
Στο βίντεο απαγγέλει ο ίδιος ο ποιητής το ΜΟΝΟΠΑΤΙ μια εβδομάδα πριν τον θάνατο του, και στην συνέχεια η Alexis Lane Jensen τραγουδά την μελοποίηση του που έχει κάνει η συνθέτις και πιανίστρια  
Allison Lovejoy 



Go to your broken heart.
If you think you don’t have one, get one. To get one, be sincere.
Learn sincerity of intent by letting
life enter because you’re helpless, really,
to do otherwise.
Even as you try escaping, let it take you
and tear you open
like a letter sent
like a sentence inside
you’ve waited for all your life
though you’ve committed nothing.
Let it send you up.
Let it break you, heart.
Broken-heartedness is the beginning
of all real reception.
The ear of humility hears beyond the gates.
See the gates opening.
Feel your hands going akimbo on your hips,
your mouth opening like a womb
giving birth to your voice for the first time.
Go singing whirling into the glory
of being ecstatically simple.
Write the poem.
 
Πήγαινε στην πληγωμένη σου καρδιά.
Αν νομίζεις ότι δεν έχεις, βρες μία. Για να αποκτήσεις μία, να είσαι ειλικρινής.
Μάθε την ειλικρίνεια της πρόθεσης αφήνοντας
τη ζωή να μπει, επειδή είσαι αβοήθητος, στην πραγματικότητα,
να κάνεις διαφορετικά.
Ακόμα και καθώς προσπαθείς να ξεφύγεις, άφησέ την να σε πάρει
και να σε σκίσει
σαν γράμμα που στάλθηκε
σαν πρόταση μέσα σου
που περίμενες όλη σου τη ζωή
αν και δεν έχεις κάνει τίποτα.
Άφησέ την να σε στείλει πάνω.
Άφησέ την να σε σπάσει, καρδιά μου.
Η πληγωμένη καρδιά είναι η αρχή
κάθε πραγματικής υποδοχής.
Το αυτί της ταπεινότητας ακούει πέρα ​​από τις πύλες.
Δες τις πύλες να ανοίγουν.
Νιώσε τα χέρια σου να χτυπούν στους γοφούς σου,
το στόμα σου να ανοίγει σαν μήτρα
γεννώντας τη φωνή σου για πρώτη φορά.
Πήγαινε να τραγουδήσεις στροβιλιζόμενος στη δόξα
του να είσαι εκστατικά απλός.
Γράψε το ποίημα.
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.
 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Ο ΔΟΣΙΛΟΓΟΣ ΠΑΣΣΑΔΑΚΗΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟ ΜΙΝΙΟΝ.



Γράφει στο βιβλίο του ο Μεθυστής ο Γιάννης Καλπούζος (σελ 499):
Στις 23  Σεπτεμβρίου 1944 ο Υπουργός και Γενικός Διοικητής Κρήτης Πασσαδάκης ταξίδεψε στην Αθήνα, εγκαταλείποντας για πάντα τα Χανιά.
Σε υποσημείωση, στο τέλος της ίδιας σελίδας γράφει ότι:
 Στη συνέχεια θα διέφευγε στην Αυστρία, όπου και θα τον συλλάμβαναν το Μάη του 1945, αφού είχε ήδη καταδικαστεί ερήμην σε ισόβια δεσμά. Θα τον μετέφεραν στην Αθήνα και θα πέθαινε από ασθένεια στη φυλακή του κτιρίου Ζελιώτη  (στην Πατησίων, όπου το κτίριο του Μινιόν)
Τα σχετικά με τον Πασσαδάκη και για το κτίριο Ζελιώτη που δεν το είχα ξανακούσει μου κίνησαν το ενδιαφέρον και τα έψαξα λίγο.
Έτσι για τον Πασσαδάκη  βρήκα μια μελέτη των Γιώργου Λιμαντζάκη και Γιάννη Θυμιανού με τίτλο Ο νομάρχης Ηρακλείου και μετέπειτα γενικός διοικητής Κρήτης Ιωάννης Πασσαδάκης: γερμανόφιλος, αντικομμουνιστής ή και τα δύο; από την οποία και μεταφέρω εδώ μερικά αποσπάσματα, όπως επίσης και τις σχετικές φωτογραφίες:


Ο Ιωάννης Πασσαδάκης συνέχισε να συνεργάζεται με τους Γερμανούς μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944, οπότε παραιτήθηκε επικαλούμενος λόγους υγείας, ενώ στην πραγματικότητα είχε ενημερωθεί για την επικείμενη σύμπτυξη των Γερμανών από την Ελλάδα και επιθυμούσε να αποφύγει τη σύλληψη. Θέλοντας να δώσει την εικόνα μιας ομαλής μετάβασης, πρότεινε ως διάδοχό του τον επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελο (Ξηρουχάκη), ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στις 26 Σεπτεμβρίου με την έγκριση των Βρετανών και της εξόριστης κυβέρνησης
…. αναχώρησε για την Αθήνα, όπου έμεινε για λίγες ημέρες, και στη συνέχεια έφυγε για τη Βιέννη. Εκεί ο Πασσαδάκης ήρθε σε επαφή με άλλους Έλληνες γερμανόφιλους, οι οποίοι πραγματοποίησαν μια πρώτη άτυπη συγκέντρωση στη Βιέννη τον Νοέμβριο του 1944. Στις αρχές του 1945 κάποιοι από αυτούς μετέβησαν στην κωμόπολη Κίτσμπουελ του Τιρόλου, όπου συγκροτήθηκε η αποκαλούμενη «Εθνική Κυβέρνησις των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών». Γύρω από αυτούς συγκεντρώθηκαν και οργανώθηκαν περίπου δύο χιλιάδες γερμανόφιλοι και χιτλερικοί Έλληνες που είχαν καταφύγει στο Ράιχ, με την ελπίδα ότι η τροπή του πολέμου θα άλλαζε και θα μπορούσαν να επανέλθουν στην Ελλάδα ως διοίκηση. Ωστόσο, οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν, καθώς στις αρχές Απριλίου τα σοβιετικά στρατεύματα μπήκαν στη Βιέννη και στις 8 Μαΐου 1945 η Γερμανία παραδόθηκε άνευ όρων. Περίπου ένα μήνα αργότερα, τον Ιούνιο του 1945, οι Τσιρονίκος, Πούλος, Ταβουλάρης και Πασσαδάκης συνελήφθησαν από τον αμερικανικό στρατό και παραδόθηκαν στις ελληνικές αρχές μετά από έναν περίπου χρόνο, τον Αύγουστο του 1946.
Στο μεταξύ είχε απελευθερωθεί μεγάλο μέρος της Ελλάδας, και είχε ξεκινήσει η διαδικασία ποινικής δίωξης όσων συνεργάστηκαν με τον εχθρό από θέση ευθύνης. Ο Ιωάννης Πασσαδάκης και αρκετοί άλλοι δωσίλογοι υπουργοί και πρωθυπουργοί παραπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Αθηνών, το οποίο ξεκίνησε τις εργασίες του στις 21 Φεβρουαρίου 1945 και εξέδωσε την ετυμηγορία του στις 31 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Το Δικαστήριο αυτό δίκασε ως ποινικό δικαστήριο, είχε μεικτή σύνθεση και ήταν εννεαμελές. Οι κατηγορούμενοι πρωθυπουργοί και υπουργοί ήταν 30, αλλά μόνο εννέα ήταν παρόντες κατά την έναρξη της δίκης. Μετά την έναρξη της δίκης προσήλθαν αυθόρμητα αρκετοί άλλοι κατηγορούμενοι, ενώ πέντε δεν προσήλθαν ποτέ και δικάστηκαν ερήμην, μεταξύ των οποίων και ο Πασσαδάκης.
 Με την απόφαση 49/1945, το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον Ιωάννη Πασσαδάκη για τα αδικήματα της διευκολύνσεως του εχθρού και της προπαγάνδας του, καταδικάζοντάς τον σε ισόβια δεσμά και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (όπως προκύπτουν από τα άρθρα 21, 23 και 24 του Ποινικού Νόμου), ενώ έχασε αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου.
Μετά την έκδοση της απόφασης, οι καταδικασθέντες πρώην υπουργοί –μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν ο Πασσαδάκης, καθώς εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1946– μεταφέρθηκαν στις φυλακές Ζελιώτη, στην Αθήνα (στο μετέπειτα κτίριο Μινιόν, στη συμβολή των οδών Βερανζέρου και Πατησίων).
…. ορισμένοι καταδικασθέντες εξέδωσαν βιβλία με τα οποία επιχείρησαν να υπερασπιστούν τις επιλογές και το έργο τους, και κατήγγειλαν την «ιστορική αδικία» σε βάρος τους.


Ακολούθησε ο Ιωάννης Πασσαδάκης με την Πολιτική απολογία ενώπιον του Κρητικού Λαού διά τα πεπραγμένα επί Κατοχής, βιβλίο που απευθυνόταν στον «Εθνικόφρονα Λαόν της Κρήτης» και εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1948, με τη βοήθεια υποστηρικτών του, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη φυλακή.
… τον Φεβρουάριο του 1949 ο Πασσαδάκης δικάστηκε πάλι από το Δικαστήριο Δωσιλόγων Αθηνών, κατηγορούμενος ότι υπέδειξε 300 Κρητικούς που συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία (κυρίως στο Μαουτχάουζεν-Γκούζεν), όπου πολλοί από αυτούς πέθαναν. Οι συγγενείς τους ζητούσαν επίμονα δικαίωση, αλλά το δικαστήριο τον αθώωσε λόγω αμφιβολιών.
 

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, η κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου επιδίωξε τη διευκόλυνση και εμπέδωση ενός συμφιλιωτικού πνεύματος με τον αναγκαστικό νόμο 1504/1950 (ΦΕΚ Α’ 225/9.10.1950), που κυρώθηκε με τον νόμο 1829/1951 (ΦΕΚ Α’ 151/28.5.1951). Σύμφωνα με το άρθρο 4 του τελευταίου, «Καταδικαστικαί αποφάσεις, εφόσον διά τούτων καταγιγνώσκεται ποινή επανορθωτική, παραγράφονται μετά διετίαν, πάσαι δε αι λοιπαί παραγράφονται μετά πενταετίαν από της τελεσιδικίας. Πάσαι δε αι συνέπειαι των ως άνω αποφάσεων και των εν αυταίς αδικημάτων καταργούνται και αίρονται από της επιβολής των». Με βάση αυτή τη ρύθμιση, δεν παραγράφηκαν γενικά οι καταδικαστικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί από το τέλος του πολέμου, αλλά παραγράφηκαν οι αποφάσεις για τους κατοχικούς υπουργούς και για όσους κατείχαν δημόσια θέση, στρατιωτική, διοικητική ή άλλη, και έγιναν συνειδητά όργανα του εχθρού ή διευκόλυναν το έργο του. Συνεπεία της διάταξης αυτής, ο Ιωάννης Πασσαδάκης αποφυλακίστηκε και επέστρεψε σπίτι του, όπου έζησε ήρεμα για δύο περίπου χρόνια. Πέθανε στο Ηράκλειο στις 13 Μαρτίου 1953, άγαμος και άτεκνος.
Είναι προφανές λοιπόν ότι λανθασμένα γράφει ο Γιάννης Καλπούζος ότι πέθαινε από ασθένεια στη φυλακή του κτιρίου Ζελιώτη.
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ



Μετά από το  προηγούμενο στο οποίο έγραφα για τις σχέσεις που είχε ο Σαββόπουλος με τον Θεοδωράκη, σήμερα θα δούμε ποιες ήταν οι σχέσεις του με τον άλλο μεγάλο μας μουσικό, τον Χατζιδάκι, που και με αυτόν είχε την ίδια ηλικιακή διαφορά των 19 ετών.
Όταν ο Σαββόπουλος έκανε τα πρώτα του βήματα στην δεκαετία του 60 οι άλλοι δύο ήταν αναγνωρισμένοι και δημοφιλείς συνθέτες.
Στο προηγούμενο έχει πει ο ίδιος για το 1967 όταν τον είχαν στην Ασφάλεια ότι:
. Έρχονται, λέει, οι δύο μου δάσκαλοι, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, με παραλαμβάνουν, με σώζουν και με βγάζουν έξω από τη φυλακή. Επειδή  μάλιστα είχα υποστεί φάλαγγα και δεν μπορούσα να περπατήσω, με σήκωσαν στα χέρια σα να ήμουν το μικρό τους παιδί και με οδήγησαν στην ελευθερία…
Ο Λουκάς Καρνής σε άρθρο του μας υπενθυμίζει ότι:  Ο Μάνος Χατζιδάκις υπερασπίστηκε τον Διονύση Σαββόπουλο για το έργο του όχι μία, αλλά δύο φορές, υποστηρίζοντας την ελευθερία στη δημιουργία και επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση στο ταλέντο του
Η πρώτη φορά ήταν όταν κυκλοφόρησαν τα Δέκα χρόνια κομμάτια και στον δίσκο υπήρχε το τραγούδι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» το οποίο η λογοκρισία δεν επέτρεπε να παιχτεί αλλά ο Χατζιδάκις που είχε τότε αναλάβει το Γ΄Πρόγραμμα αψήφησε την απαγόρευση.
Την ίστορία αυτή την διηγείται ο ίδιος ο Σαββόπουλος με τον απαράμιλλο κα απολαυστικό του τρόπο:


Η δεύτερη φορά ήταν όταν το 1989 κυκλοφόρησε το Κούρεμα στο οποίο υπήρχε το τραγούδι Κωλοέλληνες. Ο δίσκος και το τραγούδι αυτό είχαν προκαλέσει μεγάλο αντίδραση αλλά ο Χατζιδάκις είχε πει ότι «ο δίσκος αυτός είναι εξαιρετικός.» και τον υπερασπίστηκε λέγοντας:
«Ο Σαββόπουλος έτυχε να γνωρίσει την πρώτη επιτυχία σε χαλεπούς καιρούς, στη δικτατορία. Εκεί ο επαναστατισμός του λειτούργησε διπλά και σαν πρωτοφανέρωτη λυρική και τολμηρή φωνή αλλά και σαν έκφραση μιας νεότητος εκείνου του καιρού, όμως η δικτατορία πέρασε, ήρθε η μεταπολίτευση και τέλος η αλλαγή. Μια αλλαγή κάλπικη και θλιβερά ύποπτη καπηλευόμενη όλες τις μεταπολεμικά στοιβαγμένες εθνικές επιθυμίες.
Οι νέοι του Σαββόπουλου βολευτήκανε οι περισσότεροι στη Μεταπολίτευση και οι άλλοι στην αλλαγή, αδιαφορώντας για ειλικρίνειες και αλήθειες. Για πραγματική αλλαγή ή για εγχώρια νεοελληνική κωμωδία. Βολευμένοι ο καθένας στο πόστο του και στη νοσταλγία τού ‘αχ καημένη νιότη που έδειχνες πως θα γινόμουν άλλος΄ είχαν τον τότε Σαββόπουλο σαν άλλοθι της προδομένης ζωής τους και αδιαφορούσαν στο ότι ο Σαββόπουλος ήταν αληθινός, ταλαντούχος, ζωντανός και ζούσε την περιπέτεια του βαθιά μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και όχι βολεμένος σε νεολαιίστικες φαντασιώσεις.
Κι έγινε η σύγκρουση. Ο Σαββόπουλος παρουσιάστηκε καταρχήν κουρεμένος, χωρίς γένια και μουστάκι. Απαρνήθηκε τη γραφικότητα του, την ερήμην της θελήσεώς του γραφικότητα του. Και παρουσίασε καινούργια τραγούδια, υπέροχα, αντάξια ενός αληθινού καλλιτέχνη.
Και τραγούδησε το Κωλοέλληνες και θύμωσαν οι ραγιάδες κι αδειάσανε το μέρος που λειτουργούσε. Αν είμασταν σε μια άλλη χώρα, οι πολίτες της χώρας θα συστήναν σε κάθε ξένο επισκέπτη να σπεύσει να δει και ν’ ακούσει το Σαββόπουλο στο Zoom. Και θα ‘πρεπε να υπάρχουν ουρές έξω από τον χώρο που λειτουργεί. Εύχομαι για όλους μας εγκαίρως να το αντιληφθείτε και να σπεύσετε.
Εγώ πήγα και θα ξαναπάω. Ακούγοντας τον ένιωσα συγκίνηση και πληρότητα».
Το 1986 ο Σαββόπουλος παρουσίασε στην τηλεόραση την εκπομπή Ζήτω το ελληνικό τραγούδι και χολωμένος από το ότι ο Χατζιδάκις του είχε ζητήσει να μην χρησιμοποιήσει σε αυτήν μουσική του, τον ειρωνεύτηκε για το ρο οπότε και ο Χατζιδάκις έγραψε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ:


«Αγαπητή Ελευθεροτυπία,
Συγχωρέστε με αν σας φανώ λίγο ανεπίκαιρος ως προς το θέμα που έρχομαι να σας απασχολήσω. Μεσολάβησαν οι δημοτικές εκλογές και φυσικά η σημασία τους υπήρξεν ισχυρότερη από τη έκπληξη που δοκίμασα παρακολουθώντας την εναρκτήρια εκπομπή του κ. Σαββόπουλου, όπου έλαμψε η αγωγή και το επίπεδό του.
Ο κ. Σαββόπουλος, θέλοντας να κοινοποιήσει δημοσίως, την όχι δημοσίως εκφρασθείσα επιθυμία μου, να μην μεταχειριστεί τη μουσική μου στις εκπομπές του, βρήκε την ευκαιρία να ειρωνευτεί την άρθρωσή μου με την κάπως ανορθόδοξη προφορά μου στο γράμμα Ρο.
Τόσα χρόνια μιλούσα από το Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου και κανείς δε βρέθηκε -φίλος κι εχθρός- να σταθεί στην ιδιοτυπία της προφοράς μου. Και μόνον ο κ. Σαββόπουλος την επισήμανε. Τί οξυδέρκεια! Πρέπει ακόμη να προσθέσω πως δεν μου διέφυγε η ισχυρή δόση ειρωνείας και αναίδειας που περιείχε ο ίδιος στη συνομιλία του με τον κ. Θεοδωράκη.
Κατόπιν αυτών, του απαγορεύω όχι μόνο τη χρήση της μουσικής μου, αλλά και την απλή αναφορά του ονόματός μου στις τόσον εγωπαθητικές εκπομπές του. Θα φροντίσω και νομικά να κατοχυρωθώ.
Είναι όμως θλιβερό, άτομα που κάποτε ξεκίνησαν με κάποιο ταλέντο, να καταλήγουν σε μια εξυπνάδικη χυδαιότητα για να καλύψουν έτσι τη ραθυμία τους και τη μουσική τους απραξία»



Ευτυχώς, για μας, αυτή ανόητη διένεξη σύντομα έληξε και έτσι από τις 17/1 έως 3/2/1988 ο Σαββόπουλος εμφανίζεται στον ΣΕΙΡΙΟ το  κέντρο του Χατζιδάκι και από αυτές τις εμφανίσεις προέκυψε ο δίσκος Ο κύριος Σαββόπουλος ευχαριστεί τον κύριο Χατζηδάκι και θάρθη οπωσδήποτε, στον οποίο πιάνο παίζει ο Χατζιδάκις.
Παρακολουθώντας τότε αυτή την παράσταση, χωρίς να ξέρω τι είχε προηγηθεί στις σχέσεις τους και έχοντας δει προηγουμένως και άλλες συναυλίες του Σαββόπουλου, είχα την αίσθηση ότι ήταν λίγο «μαγκωμένος» σαν μαθητής που θέλει την επιβράβευση του από τον καθηγητή που τον ακούει!
Το 1994 πέθανε ο Χατζιδάκις και το  2012 ο Διονύσης Σαββόπουλος έδωσε συνέντευξη  στον Αργύρη Παπαστάθη (ΒΗΜΑmagazino 21.9.2012) και μίλησε για τη σχέση Χατζιδάκι:
ΒΜ: Ισχύει ότι όταν γνωρίσατε τον Χατζιδάκι τού κάνατε επίθεση;
ΔΣ: Ημουν αγενής. Εν ονόματι της ανεξαρτησίας του πνεύματος και της νεότητος, το ’παιξα αφ’ υψηλού και “εναλλακτικός”, ενώ τον θαύμαζα και είχα μεθύσει από τη χαρά που το όνειρό μου να τον συναντήσω γινόταν πραγματικότης. Αντί να του δείξω αυτό, εκστόμιζα διάφορες “απόψεις” ότι π.χ. η καινούργια ενορχήστρωσή του των “Ορνίθων” ήταν χολιγουντιανή ή ότι η “Μυθολογία” ήταν σαν τσιμπιδάκι στα μαλλιά. Εν τω μεταξύ, πρόσεξα ότι είχε λυθεί το κορδόνι του παπουτσιού του και ενώ ποθούσα να σκύψω και να του το δέσω, συνέχισα αγέρωχος με διάφορες “απόψεις”. Το κακό είναι ότι όσο ζούσε δεν τόλμησα να του εκφράσω τα αληθινά μου αισθήματα για αυτόν. Του μιλούσα πάντα σαν ισότιμος ντε και καλά, ενώ ένιωθα κατώτερός του. Ωσπου πέθανε και έχασα την ευκαιρία για πάντα. Ομως με άκουγε πάντα με χαμόγελο και συγκατάβαση. Ισως είχε καταλάβει την “πόζα” μου, τον βαθύ σεβασμό μου για αυτόν. Αυτό ελπίζω.
…………………………………..
ΒΜ: Το 1989, όταν είχατε δεχθεί επιθέσεις για τον δίσκο «Το κούρεμα» και το τραγούδι «Κωλοέλληνες», και μεγάλο μέρος από το κοινό σας σάς γύριζε την πλάτη, ο Χατζιδάκις σας στήριξε λέγοντας ότι ο δίσκος είναι εξαιρετικός. Τον ευχαριστήσατε ποτέ;
ΔΣ: Τον ευχαρίστησα. Πήρα επίσης το μέρος του δημόσια, στις επιθέσεις της “Αυριανής” εναντίον του. Και νωρίτερα, όταν στη δεύτερη θητεία του Καραμανλή ήθελαν να τον κάνουν “ξου”. Θυμάμαι ότι όταν με κάλεσε για έναν μήνα στον “Σείριο” το 1988 έσπευσα αμισθί. Μου έκανε όμως δώρο μια κιθάρα. Ήταν πολύ γενναιόδωρος.
Ήταν πράγματι γενναιόδωρος  λέγοντας: 
«Είναι ορισμένοι δημιουργοί που φέρουν εξαρχής ένα σύμπαν κι έναν κόσμο δικό τους. Ο Σαββόπουλος είναι ένας από τους μείζονες τραγουδοποιούς του δυτικού κόσμου, που δεν έχει να ζηλέψει κάτι από τον Κοέν ή τον Ντίλαν: είναι τέτοιου μεγέθους. Δημιουργοί όπως αυτοί γεννιούνται έτοιμοι».


Τέλος αυτό είναι  το τελευταίο κείμενο που έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Μάνο  και δημοσιεύτηκε λίγο  πριν το θάνατό του. στην ειδική έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου συνθέτη (19/10/25)  
Τον λατρεύω τον Μάνο Χατζιδάκι. Με είχε μαγεμένο από παιδί. Δώδεκα χρονών θα ‘μουνα και επέστρεφα με τη μητέρα μου σιδηροδρομικώς από την Κωνσταντινούπολη και εκεί που περνούσαμε το σύνορο με το ποτάμι, άκουσα από τρανζιστοράκι του διπλανού μας κουπέ ένα τραγούδι που δεν έμοιαζε με τίποτε, μα με τίποτε από ό,τι μέχρι τότε είχα ακούσει «Μη τον ρωτάς τον ουρανό / Το σύννεφο και το φεγγάρι». Μα ποια ήταν αυτή η θεϊκή μελωδία, αυτή η αινιγματική φωνή, τόσο γλυκιά πονεμένη και ευτυχοδυστυχισμένη; Ένιωσα σαν να μας καλωσόριζε πάλι η χώρα μας, αλλά με ένα τραγούδι που θαρρείς ότι την ανακαίνιζε αυτή τη φορά.
Μετά άκουγα στο ραδιόφωνο τραγούδια όπως «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», ο «Ιλισός», «Το τραγούδι του Ορφέα», «Το πέλαγο είναι βαθύ» – μεταξύ πολλών άλλων. Ηχούσαν εντελώς παράταιρα και απόκοσμα μέσα στο ραδιοφωνικό τοπίο εκείνου του καιρού. Με είχαν κυριεύσει. Ανέβαζα την ένταση. Τα αναγνώριζα αμέσως. Ναι, είχαν το ίδιο DNA. Ήταν Μάνος Χατζιδάκις. Μια ιδιοφυΐα. Ένας αξιολάτρευτος μάγος που ήρθε και άλλαξε το αφτί μας. Μας φανέρωσε τη μυστική Ελλάδα του ρεμπέτικου και ότι η τέχνη του τραγουδιού ήταν πάντα ο κύριος μουσικός πολιτισμός εδώ σε εμάς. Ο Αρχίλοχος (680 π.Χ. – 630 π.Χ.) και ο Μάρκος Βαμβακάρης (1905-1972) έκαναν την ίδια δουλειά. Ήταν λυρικοί ποιητές.
Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, όπως κατά σύμπτωση και του Μίκη Θεοδωράκη. Το 1925 γεννήθηκαν και οι δυο. Ιούλιο ο ένας, Οκτώβριο ο άλλος. Μόνο τρεις μήνες διαφορά. Ήταν φίλοι, ήταν συμμαθητές, υπήρξαν και συναγωνιστές αλλά και αξιολάτρευτοι ανταγωνιστές ενός αγωνίσματος που κρατάει καιρό, είναι αλήθεια: υπάρχει πριν από αυτούς, πριν από τη γραφή και είθε να υπάρχει για πάντα. Είναι η προφορική, η λυρική μας ποίηση. Τη δόξασαν. Ναι, μπορεί και να ηχογραφείται βέβαια ή και να διαβάζεται. Η κορυφαία στιγμή της όμως παραμένει η ζωντανή μουσική εκτέλεση μπροστά στην κοινότητα, μέσα στη συναυλία, μέσα στην παρέα, μέσα στο live.
Με συγκινεί φέτος αυτή η επέτειος. Εκατό χρόνια μετά. Ζούνε μέσα μου από τότε που ήμουν παιδί. Λυπάμαι μόνο που για τον Μάνο είχαμε λιγότερες τιμητικές εκδηλώσεις.
 
Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση. 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ



Η δική μου γενιά ευτύχησε να μεγαλώσει με τα μουσικά ακούσματα  από 3 μουσικούς με καθαρά προσωπικές  μουσικές  δημιουργίες που  όμως είχαν ένα κοινό στοιχείο, ήταν όλες αριστουργηματικές, ανεπανάληπτες και διαχρονικές με αποτέλεσμα τα τραγούδια τους να βρίσκονται πια στο DNA όσων μετέχουν στων «Ελλήνων τις κοινότητες»
Έχει πιστεύω ενδιαφέρον να δούμε ποιες ήταν οι σχέσεις που είχε ο πρόσφατα εκλιπών Διονύσης Σαββόπουλος, 19 χρόνια νεότερος από  τους άλλους δύο μεγάλους και καταξιωμένους ήδη συνθέτες  τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σαββόπουλου «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» (εκδ. Πατάκη) γράφει για την γνωριμία του με τον Μίκη τα χρόνια της δεκαετίας του 60:
«Είχα ζητήσει από τον Μίκη Θεοδωράκη να μου βρει, αν μπορεί, καμιά δουλειά. Τον είχα πλησιάσει δύο χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη. Κατέβαινε στην πλατεία Αριστοτέλους. Πήγα και του είπα με ύφος και θράσος: “Χαίρετε. Δεν ζητάω ποτέ μου αυτόγραφα, αλλά για εσάς θα κάνω μια εξαίρεση(!)”. Με κοίταξε με χαμόγελο απορίας και τρυφερότητας. Μου έγραψε μερικά ωραία λόγια και υπέγραψε. Το πήρα το αυτόγραφο, τον ευχαρίστησα και έφυγα αφήνοντάς τον με την απορία “τι είναι αυτός ο παλαβούτσικος;”.
Μια άλλη φορά που σκοτωνόμασταν οι Λαμπράκηδες για το ποια είναι η σωστή μορφή πάλης ενάντια στον καπιταλισμό και υπήρχε μέχρι και απειλή διάσπασης, ανέβηκε πάλι στη Θεσσαλονίκη ο Θεοδωράκης για να μας συνετίσει. Συμμετείχα σε μια από ’κείνες τις εξουθενωτικές συνεδριάσεις, που τελειωμό δεν έχουν. Βγήκαμε ύστερα στη λεωφόρο. Πήρα αγκαζέ το Θεοδωράκη και του είπα: “Ελάτε να προχωρήσουμε πλάι πλάι, για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει η Τσιμισκή(!)”. Με κοίταξε με το ίδιο υπομονετικό χαμόγελο. Βαδίσαμε για λίγο. Με ρώτησε ποιος είμαι, τι θέλω να κάνω. Άλλο που δεν ήθελα. Έβγαλα απ’ την τσέπη μου μια διπλωμένη παρτιτούρα, το “Μια θάλασσα μικρή”, και του την έδωσα να τη διαβάσει. Μου είπε δυο καλά λόγια και χαιρετηθήκαμε».
 
Αλλά και ο  Μίκης Θεοδωράκης θυμάται για την πρώτη συνάντησή του με το  Διονύση Σαββόπουλο σε μια άλλη συνέντευξη του του στον Παναγιώτη Κουνάδη, 8/2/2008
Πηγή: Αρχείο Κουνάδη, “Συνέντευξη Μίκη Θεοδωράκη”, 8/2/2008
https://vmrebetiko.aegean.gr/item?id=11253
Από την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη (Μ.Θ.) στον Παναγιώτη Κουνάδη (Π.Κ.)
Μ.Θ.: Λοιπόν, κι έτσι η ΣΦΕΜ… αργότερα ήρθε κι ο Σαββόπουλος, ο οποίος κι αυτός δεν έχει μνήμη. Διότι ο Σαββόπουλος έχει αντικρουόμενα αισθήματα για μένα. Ξέρω ότι μου ’χει μεγάλη αγάπη και εκτίμηση, αλλά παρ’ όλα αυτά κλωτσάει κάτι μέσα του. Γιατί έχουμε και αντίθετους χαρακτήρες κάπως. Και στη μουσική μας φαινόμαστε, κάπως έχει μία αντίρρηση κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά εγώ τον εκτιμώ πάρα πολύ και δεν νομίζω ότι άλλος νέος συνθέτης να έτυχε από ένα μεγαλύτερο συνθέτη να του γράψουν δύο εγκώμια. Έγραψα στην «Ελευθεροτυπία» δύο άρθρα εγκώμια για τον Σαββόπουλο και μ’ άρεσε πολύ και μ’ αρέσει. Και ο Σαββόπουλος ήτανε απ’ τα παιδιά της Θεσσαλονίκης, όπου αυτός έπαιζε κιθάρα τα τραγούδια του κ.λπ., κι όλοι λέγαμε ο Διονύσης, πρέπει ν’ ακούσεις τον Διονύση. Εγώ στη Θεσσαλονίκη είχα μια πολύ μεγάλη οργάνωση των «Λαμπράκηδων». Μιλάμε τώρα ’63-’64. Και μετά μια συνεδρίαση ήμαστε πάρα πολλοί και πήγαμε στην πλατεία την κεντρική και καθίσαμε να φάμε παγωτά κ.λπ. Και όπως καθόμαστε όλοι μαζί έρχεται ένα παιδί λεπτό εκεί και μου λέει «κύριε Θεοδωράκη, θέλω να σας μιλήσω». Λέω «κάτσε». Λέει «όχι, ιδιαιτέρως», μου λέει. Και τον κοίταζα καλά καλά, κοιτάζω και τους άλλος, μου κάναν έτσι, δηλαδή ότι είναι τύπος, λέει, ιδιόρρυθμος. Σηκώνομαι, λοιπόν. Δεν μου μιλούσε καθόλου. Μου λέει «μου επιτρέπεται να σας πιάσω», λέει, «αγκαζέ;» Λέω «βεβαίως». Λέω «τι θες;» Μου λέει «θέλω να σας πιάσω αγκαζέ γιατί απάνω κάθεται και η θεία μου και θέλω να με δει», λέει. Αυτός, δεν το λέγαμε, αφού το ξέρω, έτσι έγινε. Και αργότερα μου έχει πει ότι έχει ένα πρόβλημα και θέλει να κατεβεί στην Αθήνα κάτω κ.λπ. Και τότε εγώ είχα, από τη μεριά της ΕΔΑ είχα αναλάβει την εποπτεία της «Δημοκρατικής Αλλαγής» και εκεί φρόντισα να υπάρξει μία θέση ενός μουσικού κριτικού. Τον ειδοποιώ, λοιπόν, του λέω «θέλεις να γράφεις μουσική κριτική; Δεν είναι πολλά λεφτά, έχεις τόσα, αλλά κάπου θα βρεις να αυτό» κ.λπ. Είναι μια πρώτη». Και ήρθε ως μουσικός κριτικός. Και μετά πήγαινα εγώ εκεί στα γραφεία και μου λέει «κύριε Μίκη», μου λέει, «βαριέμαι», λέει. «Δεν είναι δουλειά δική μου αυτή». Μου λέει «μήπως μπορώ να έρθω στο κέντρο που είναι η Ντόρα η Γιαννακοπούλου να παίζω τα τραγούδια μου μήπως γίνει κάτι;» κ.λπ. Το λέω στη Ντόρα. Είχε ένα υπόγειο κάτω και είχαμε παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση τις «Μικρές Κυκλάδες». Η Ντόρα ήτανε τότε το νούμερο ένα τότε, θυμάσαι, στα νυχτερινά κέντρα, όχι κέντρα, μπουάτ που κάναμε τότε.
Π.Κ.: Στις μπουάτ.
Μ.Θ.: Μπουάτ. Και μου λέει «ναι, αλλά επειδή είναι και γεύμα κάποτε, μετά τις δώδεκα η ώρα να πιάνει αυτός την κιθάρα, που είναι παρέες» κ.λπ. Κι αφού πήγε εκεί ο Διονύσης, καθόταν κι έπαιζε μετά. Εγώ, γιατί θα σου πω και για τον Μίνω πώς έγινε, δεν ήθελα να είναι όλοι μαζί στην ίδια εταιρεία, να ήμαστε όλοι μαζί για να μονοπωλήσει η εταιρεία όλα αυτά. Ήθελα να είναι διασκορπισμένοι οι αυτοί κ.λπ. Και γι’ αυτό τον λόγο. μέχρι τότε ήξερα τον Λαμπρόπουλο, ας πούμε. Ήμαστε και παρέα μαζί, γιατί έλειπε η οικογένειά μου και κάναμε παρέα. Είχε ένα μεγάλο αμερικάνικο αυτοκίνητο και επειδή είχαμε τότε τον Μπιθικώτση να τραγουδάει τα τραγούδια μου, τον Καζαντζίδη τραγούδια μου πηγαίναμε από ταβέρνα σε ταβέρνα.
Π.Κ.: Πώς ήταν αυτός ο Τάκης ως χαρακτήρας;
Μ.Θ.: Πολύ ευγενικό παιδί, πολύ ανοιχτό παιδί. Λίγο σφιγμένος έτσι κ.λπ., είχε λίγο και το αριστοκρατικό επάνω του και λίγο το αυτό. Και είχε και λιγάκι… ήταν το αφεντικό. Δηλαδή είτε από ορμέμφυτο είτε γιατί το ’πανε τα ξαδέρφια του πρόσεξε με τους μουσικούς να μην είσαι πολύ… να ’σαι αυστηρός κ.λπ., μόλις έμπαινε μέσα, έβλεπες τον. όλους να σηκωθούνε όρθιοι. Να σηκωθεί όρθιος κι ο Τσιτσάνης κι ο Ζαμπέτας κι ο Χιώτης «χαίρετε, κύριε Τάκη». Ό,τι έλεγε ο κύριος Τάκης ήτανε νόμος. Είχε απόλυτο έτσι επιβολή σ’ αυτούς. Όλοι τον βλέπανε… «κύριε Τάκη, κύριε Τάκη». Εμένα ήταν άλλη, βέβαια, η σχέση μου. Κάναμε παρέα, καταλήγαμε το βράδυ, το πρωί μάλλον, σε Δασκαλόπουλο που έπαιζε ρεμπέτικα με μακαρονάδα, [Μιχάλη] Δασκαλάκη.
Π.Κ.: Δασκαλάκη, Δασκαλάκης.
Μ.Θ.: Στη Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, αφού γυρίζαμε όλη την Αθήνα κ.λπ. εκεί. Και τον πάω, που λες, στον Σαββόπουλο. Τον πάω στον Σαββόπουλο, «έχω ένα νέο παιδί», λέω, «να ακούσεις» κ.λπ. Τελειώσαμε κατά τη μία-μιάμιση ώρα, φύγαμε. Που ήταν και το αυτοκίνητό του παρκαρισμένο και με το που μπαίνω στο αυτοκίνητο μέσα δεν μιλούσε καθόλου. Λέω «Τάκη, τι εντύπωση σου έκανε;» κ.λπ. Λέει «δεν μ’ ενδιαφέρει». Α, έτσι είσαι; Πάω κατευθείαν στον Πατσιφά.
Π.Κ.: Στον Πατσιφά.
Μ.Θ.:
Πατσιφά. Σε αυτά έκανε μεγάλα λάθη. Με το «δεν μ’ ενδιαφέρει» είδες τι έχασε με τον Σαββόπουλο. Δεν κατάλαβε τίποτα από τον Σαββόπουλο, παρότι ήτανε καλός στη δουλειά του κ.λπ. Αλλά αυτά είναι άλλα πράγματα. Ο Πατσιφάς είχε πολύ πιο πολύ αυτή τη μυρωδιά της καλής μουσικής, του καλού ταλέντου κ.λπ.


 Το 1998, σε εκδήλωση του «Ιανού» στη Θεσσαλονίκη γίνεται παρουσίαση βιβλίου του Μίκη Θεοδωράκη από  τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Μίμη Ανδρουλάκη και τον  Διονύση Σαββόπουλο ο οποίος είπε για τον Μίκη :
«Καταθέτω μεγάλο θαυμασμό στον Μίκη Θεοδωράκη, διότι δεν είναι απλώς μεγάλος. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο τελευταίος από τους μυθικούς Έλληνες που ζουν μαζί μας. Το ελληνικό τραγούδι μάς έδωσε μεγάλες στιγμές αλλά ο Μίκης μάς έδωσε κάτι που μόνο αυτός το έδωσε: Πώς να μην χάσουμε τον άλλον.»
Και συνέχισε:
Είναι ίσως αλήθεια πως ό,τι και να πεις για τον Μίκη Θεοδωράκη θα είναι ή θα μοιάζει αμήχανο. Ναι, αλλά είναι και οφειλόμενο. Θα έλεγα ότι είναι οφειλόμενο επί ποινή διασκορπισμού, διότι μπορεί ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης να μην παθαίνει κάτι όταν εμείς ξεχνάμε τα χρέη μας απέναντι του, αλλά εμείς σίγουρα εγκλωβιζόμεθα χειρότερα —ως ανερμάτιστοι— στην καθημερινή μας ασυναρτησία. Γι’ αυτό λοιπόν παίρνω τον λόγο, μετά από λαμπρούς φίλους, για να σας εξομολογηθώ ότι απέναντι στον Μίκη Θεοδωράκη στάθηκα χρεώστης τρεις φορές και άλλες τόσες αθέτησα την υπόσχεσή μου. Θα σας εξηγήσω και ελπίζω να βρείτε τις εξηγήσεις μου διασκεδαστικές και εμένα λιγότερο αγνώμονα από ό,τι υπήρξα στην πραγματικότητα.
Πρώτα πρώτα, του χρωστώ, εδώ και 36 ολόκληρα χρόνια, το «καλώς μας όρισες», τουλάχιστον ως Θεσσαλονικιός.
Καλοκαίρι του ’62 ήρθε στην πόλη μας να παίξει στο υπαίθριο θέατρο δίπλα στην Ηλεκτρική Εταιρεία. Όλος ο κόσμος έσπευσε να τον δει, να τον απολαύσει. Έσπευσα φυσικά κι εγώ, αφού τον θαύμαζα και τον αγαπούσα. Ήμουν όμως μαζί με τον φίλο Θεσσαλονικιό ποιητή , τον μακαρίτη πια, Αλέξη Ασλάνογλου, ο οποίος ήταν θιασώτης του Νίκι ΓιάκοΒλεφ και της Μαίρης Λω. Ολόκληρη διάλεξη είχε κάνει το ’58 στο «Λισέ» για τη Μαίρη Λω. Λοιπόν, σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας ήταν “ξυνός” ο Αλέξης. Τον ξέρετε τον Ασλάνογλου. Ένιωθε αμήχανα μέσα στις μαζικές εκδηλώσεις και πάντα υποψιαζόταν «εξωκαλλιτεχνικά», όπως έλεγε, «κίνητρα».
Εγώ ούτε να τον αλλάξω μπορούσα εκείνη τη στιγμή ούτε να τον «τσαντίσω» τον άνθρωπο. Από την άλλη μεριά όμως, δεν ήθελα να χάσω και τη χαιρετούρα με τον Μίκη Θεοδωράκη. Πώς και πώς περίμενα τη συναυλία.
Πήγα τελικά κοντά στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν και λίγο ζαλισμένος. Και αντί να του πω αυτό που είχα να του πω, ξεστόμισα το εξής ακατανόητο: Δεν έχω πάρει ποτέ αυτόγραφο στη ζωή μου, θα κάνω όμως σήμερα για σας μια εξαίρεση!
Ήμουν 17 χρονών. Ήμουν πολύ τρελός.
Ο Μίκης Θεοδωράκης με αντιμετώπισε με ένα χαμόγελο εγκαρτέρησης, το οποίο είδα κι άλλες φορές στο πρόσωπό του, απέναντι μου, αργότερα. Μου έγραψε δυο ευγενικά λόγια και έφυγα συγχυσμένος, διότι δεν είπα αυτά που ήθελα να πω. Κι επιπλέον τσαντίστηκε και ο Ασλάνογλου και μου ’κόψε και την καλημέρα.
Έτσι εχάθη η πρώτη ευκαιρία, διότι παρουσιάστηκε και η δεύτερη.
Το φθινόπωρο του ’63 ήταν εδώ αναστατωμένοι οι Λαμπράκηδες, διότι από τα κεντρικά γραφεία του κόμματος στην Αθήνα ήθελαν να μας ελέγξουν. Για να μην είμαστε “ρεμπέτ ασκέρι”. Νέα παιδιά εμείς, βάλαμε τις φωνές και —κατά τη γνώμη μου— καλά κάναμε, διότι υπήρχε τέλος πάντων και μια αυτονομία στο φοιτητικό κίνημα και στο νεανικό κίνημα εν γένει. Αυτονομία την οποία έκτοτε δεν ματαείδαμε.
«Τι κάνει η θεία σου;»
Ανέβηκε λοιπόν ο Μίκης Θεοδωράκης άρον άρον στη Θεσσαλονίκη, ως πρόσωπο αγαπητό στη νεολαία —άλλωστε, ιδρυτής των Λαμπράκηδων— να προλάβει τις παρεξηγήσεις, να νοικοκυρέψει τα πράγματα. Έγιναν συσκέψεις με ένταση και αντεγκλήσεις. Κάποια στιγμή, εν πάση περπιτώσει, μετά από όλα αυτά, βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε την κεντρική οδό της πόλης, την Τσιμισκή. Οπότε τον πλησιάζω και, με μια κίνηση, τον αποσπώ από την υπόλοιπα παρέα. Ήθελα πάλι να του πω: Καλώς ήρθες στη ζωή μας! Είμαι μαγεμένος μαζί σου!
Αντ’ αυτού όμως, παθαίνω τον γλωσσοδέτη του ανθρώπου που είναι και θυμωμένος πολιτικά και του ξεφουρνίζω το εξής:
Έλα να πιαστούμε αγκαζέ για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει και η Τσιμισκή!
Ο άνθρωπος χαμογέλασε με τη γνωστή εγκαρτέρηση, για δεύτερη φορά. Έχω την εντύπωσα ότι δεν άκουσε καλά εκείνο το «Τσιμισκή» και θα νόμιζε ότι μιλούσα για κάποια κυρία, ίσως κάποια θεία, διότι έκτοτε κάθε φορά που με βλέπει με ρωτάει «Τι κάνει η θεία σου;».
Θεοδωράκης: Θα παρέμβω λίγο εδώ, διότι έχω την εντύπωσα πως, παρότι έχω τα διπλάσια χρόνια από τον Διονύση, φαίνεται ότι έχω καλύτερη μνήμη. Θυμάμαι πολύ καλά ότι αυτό έγινε κάποτε άλλοτε. Θυμάμαι επίσης ότι η πρώτα μας συνάντηση ήταν σε ένα νυχτερινό κέντρο, όπου ήμασταν όλοι οι Λαμπράκηδες. Με πλησίασες και μου είπες «Θέλω κάτι να σας πω». Δεν σε ήξερα. Μ’ έπιασες αγκαζέ και παγαίναμε, παγαίναμε, μέχρι που σου είπα «ποιος είσαι;».
«Με συγχωρείτε, θέλω να μας δει η θεία μου από πάνω» μου απάντησες. Αυτά θυμάμαι.
Σαββόπουλος: Μίκη, δεν χωρά αμφιβολία ότι θυμάσαι καλύτερα…
Θεοδωράκης: «Τι κάνει η θεία σου;»
Σαββόπουλος: Δόξα τω Θεώ. Την Τσιμισκή είπα όμως. Ο Μίκης το άκουσε ως γυναικείο όνομα. Το γεγονός όμως είναι ότι ο άνθρωπος έζησε μια στιγμή… “ούφο”.
Λοιπόν, μετά έφυγα κι εγώ από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκα στην Αθήνα, όπου έγινα σχεδόν Αθηναίος.
Στην αρχή, για να επιβιώσω, έκανα τον μπογιατζή, έκανα το γκαρσόνι, έκανα το γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον Μίκη όμως δεν θέλησα να τον ενοχλήσω, διότι ντρεπόμουνα. Σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος θα με έχει πάρει για κάποιον τρελό, οπότε τι να πάω να του πω…
Όταν όμως είδα και απόειδα, το καλοκαίρι του ’64 πια, του χτύπησα την πόρτα, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος.
Του ζήτησα μια δουλειά ανάλογη με τα ενδιαφέροντά μου, και πράγματι ανταποκρίθηκε αμέσως και μου βρήκε μια πολύ καλή δουλειά. Είχε εμφανιστεί τότε μια νέα φυσιογνωμία της νυχτερινής διασκέδασης της Αθήνας, ο Γιάννης Ζουγανέλλης,ο οποίος είχε φτιάξει το πρώτο μπαρ της ζωής του στη Μύκονο και είχε για συνεργάτες του δύο κορίτσια που γνώριζε ο Μίκης από τους Λαμπράκηδες.
Σ’ αυτούς με έστειλε και έπιασα δουλειά ως κιθαρωδός. Έβγαλα λοιπόν το μεροκάματό μου, πράγμα πολύ σημαντικό, όχι τόσο για το μεροκάματο όσο διότι έμπαινε η ζωή μου σε μια σειρά. Αποκτούσα στα 19 μου ένα επάγγελμα, το οποίο μάλιστα κράτησα για όλη μου τη ζωή.
Κι μένα μι τρώει η αρκούδα
Το φθινόπωρο γύρισα στην Αθήνα. Ο καθένας θα σκεφτεί ότι θα έσπευσα να ευχαριστήσω τον Μίκη Θεοδωράκη, που χάρη σ’ αυτόν είχα τη δουλειά. Όχι, δεν τον ευχαρίστησα. Κανένα ευχαριστώ. Ούτε καν του τηλεφώνησα. Αντιθέτως, δέκα χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1974, συμπεριέλαβα στον δίσκο μου Δέκα χρόνια κομμάτια μια παλιότερή μου γκρίνια, μια μουσική μπηχτή «Χατζιδάκια μ’ Θοδωράκια μ’, ισίς τρώτι κι πίνιτι κι μένα μι τρώει η αρκούδα»…
Η ιστορία έχει ως εξής: Τον Σεπτέμβριο του 1967, για χούντα μιλάμε, βρέθηκα ριγμένος σε ένα τσιμέντο στα υπόγεια κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας. Δαρμένος και με πυρετό, βλέπω μέσα σε λήθαργο ένα γλυκό όνειρο. Έρχονται, λέει, οι δύο μου δάσκαλοι, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, με παραλαμβάνουν, με σώζουν και με βγάζουν έξω από τη φυλακή. Επειδή  μάλιστα είχα υποστεί φάλαγγα και δεν μπορούσα να περπατήσω, με σήκωσαν στα χέρια σα να ήμουν το μικρό τους παιδί και με οδήγησαν στην ελευθερία…
Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν νύχτα ή μέρα… Ένας λαμπτήρας υπήρχε όλος κι όλος στον διάδρομο. Ήταν η θλιβερή επάνοδος στην τσιμεντένια πραγματικότητα.
Απελπισμένος, σκέφτομαι ένα παραμυθάκι που μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός. Δεν το θυμάμαι σήμερα, αλλά τέλειωνε ως εξής: Τα μεγάλα ελάφια αφήνουν μόνο του ένα μικρό ελαφάκι, που εγκαταλελειμμένο πρέπει να αντιμετωπίσει την αρκούδα. Και το ελαφάκι φωνάζει «ζαρκαδάκια μου, ελαφάκια μου». Έτσι λοιπόν σκάρωσα τη μουσική μπηχτή που σας έλεγα.
Το αστείο είναι ότι, ενώ συνέβαιναν αυτά, σε κάποιο άλλο σημείο του λαβυρίνθου της Ασφάλειας, σε άλλον όροφο, σε μια άλλη γωνιά, ήταν έγκλειστος ο Μίκης Θεοδωράκης, που έκανε μάλιστα και απεργία πείνας. Στις συνθήκες απομόνωσης δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζουμε.
Θεοδωράκης: Γιατί σε είχαν πιάσει όμως; Ποια ήταν η κατηγορία;
Σαββόπουλος: Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τίποτα από όσα με ρωτούσαν. Ήταν δική τους δουλειά να βρουν τι ξέρω και τι δεν ξέρω, και ο μόνος τρόπος για να το μάθουν ήταν να συνεχίσουν να με δέρνουν. Όταν διαπίστωσαν ότι «δεν μπορεί να έχει τόσο μεγάλη αντοχή αυτό το παιδί», με άφησαν ήσυχο.
Θεοδωράκης: Είν’ αλήθεια ότι μια Κυριακή σε είδα να σε ανεβάζουν στην ταράτσα. Επικρατούσε μια γενική ραθυμία εκείνη τη μέρα. Ο αλφαμίτης ο Μόνος μου φάνηκε ότι βαριόταν να σε χτυπήσει εκείνη τη μέρα. Αυτό συμπέρανα. Εσύ του έλεγες: να, τώρα θα με δείρεις πάλι, και τελικά αυτός είπε «άντε, πάμε κάτω, δε βαριέσαι». Έτσι έγινε;
Σαββόπουλος: Έχω την εντύπωσα ότι όλοι θα βαριόντουσαν!
Θεοδωράκης: Εγώ κατάλαβα ότι ήταν ο Σαββόπουλος διότι σφύριζε τη «Συννεφούλα». Δεν μπορεί να ήταν άλλος. Και στον Ήλιο και τον χρόνο όλα τα ποιήματά μου είναι αφιερωμένα στους συγκρατούμενούς μου.
Ο θυμός είναι κάτι που πουλάει
Σαββόπουλος: Ενώ λοιπόν ήταν επάνω ο Μίκης, εγώ βημάτιζα και μουρμούριζα «Χατζιδάκια μ’ Θεοδωράκια μ’». Μη με βαθμολογήσετε άσχημα γι’ αυτή τη μουσική κουτσουλιά. Μέσα στη φυλακή έγραψα και άλλα, καλύτερα τραγούδια: «Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», η «Θεία Μάνου»…
Όταν τελείωσε κι αυτή η περιπέτεια, έγραψα σε ένα ιδιωτικό, ερασιτεχνικό μαγνητόφωνο αυτά τα δύο τραγούδια, συν το μουσικό “κουρελάκι” που λέμε. Να ηχογραφηθούν μέσα στο 1968 σε δίσκο καταλαβαίνετε πως ήταν αδύνατον. Αργότερα, το 1974, συμπεριέλαβα, όπως σας είπα, το μουσικό αυτό “κουρελάκι” —σαν ντοκουμέντο— στα Δέκα χρόνια κομμάτια. Όλος ο δίσκος είχε το ύφος του Ημερολογίου. Μου δίνει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, η οποία παρήλθε.
Η μεγάλη έκπληξη ήταν πως σ’ αυτό το μουσικό καλαμπουράκι στάθηκε πολύς κόσμος: Του πανεπιστημίου, της κουλτούρας κυρίως. Στάθηκαν μάλλον χαιρέκακα, πράγμα που με οδήγησε στο συμπέρασμα —γιατί ήμουν νέος ακόμα— ότι ο θυμός είναι κάτι που πουλάει. Ιδίως όταν έχει κάποιο στοιχείο “καταγγελιούλας”. Ιδίως όταν εκφέρεται από άνθρωπο νέο στην ηλικία, που έχει, ας πούμε, και κάποια στοιχεία θύματος. Είναι ο συνδυασμός που κάνει το σουξέ σίγουρο.
Γι’ αυτό λοιπόν, δικαιολογημένα, ο Μόνος Χατζιδάκις κάποια στιγμή μου τράβηξε το αυτί και μου είπε επί λέξει: «Πόσο άδικο ήταν να γράψεις αυτό το πράγμα». Είχε δίκιο, από την άποψη ότι ένας ολόκληρος κόσμος κανιβαλιζόταν μ’ αυτό το κομμάτι.
Τελικά, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου αυτός ο θόρυβος, δεν φρόντισα, τέλος πάντων σε μια συνέντευξη, σε μια συζήτηση, να εξηγήσω πώς και πότε γράφτηκε αυτό το κομμάτι. Δηλαδή, ο Μίκης Θεοδωράκης, αντί για ευχαριστώ, τα άκουσε κι από πάνω!
Ο Μίκης δεν αναφέρθηκε σ’ αυτό το θέμα. Μου έδωσε δηλαδή, χωρίς να το ξέρει, ένα ακόμη μάθημα. Ποιο ήταν; Να μην θυμώνουμε. Δεν πρέπει να στεκόμαστε στα μικρά πράγματα. Κι αν αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει ένας νέος 20 ή 22 ετών, ας το καταλάβει στα πενήντα ή στα πενήντα τρία του, όπως είμαι εγώ. Ας το προσπαθήσει, με ασυγχώρητη έστω καθυστέρηση. Μα θα το πει τραυλίζοντας, μα θα το πει με επιτηδευμένη ευφράδεια, θα το πει συλλαβιστά, θα το πει αμήχανα, θα το πει με αγχώδη ευρηματικότητα… Ας τα καταφέρει επιτέλους να πει:
Καλώς ήλθες στη ζωή μας, ακριβέ μας δάσκαλε.
 
Όταν στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 πέθανε ο Θεοδωράκης ο Σαββόπουλος έγραψε την παρακάτω επιστολή:
«Έφυγε σήμερα ο τελευταίος των μεγάλων. Των τελευταίων μεγάλων Ελλήνων. Είναι ημέρα πένθους, βαθιάς συγκίνησης αλλά και πνευματικής ανάτασης νομίζω, γιατί μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι, του Γιώργου Σεφέρη, του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη, και όλων των άλλων πνευματικών ηγετών μας, έρχεται τώρα και η αναχώρηση του Μίκη Θεοδωράκη, στην 200ή επέτειο της Ανεξαρτησίας, σαν να μας λέει “κοιτάξτε τι έχει πραγματική αξία σε όλη αυτή την πορεία και αφήστε τα μικρά και τα ασήμαντα.
Ήταν παράφορος. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Ξεχείλιζε από μουσική, αιώνια νιάτα, πάθος και ρομαντισμό. Ήταν ένας μεγαλοφυής, ένας λεοντόκαρδος, ένας άνθρωπος αναγεννησιακός. Ένας οικουμενικός άνθρωπος. Θα ζει πάντα στη μνήμη της Αντίστασης, στην τραγική μνήμη του εμφυλίου και της εξορίας, στους αγώνες της δεκαετίας του ΄60, στη φυλακή του αντιδικτατορικού αγώνα. Μα πάνω από όλα θα ζει πάντα στο αιώνιο τραγούδι της ελληνικής λαλιάς με την συναρπαστική και θυελλώδη μουσική του.
O Captain, my Captain
Η δάφνη κερδήθηκε
Ποτέ δεν θα πεθάνεις».


Στην κηδεία του Μίκη στην Μητρόπολη ο Σαββόπουλος αφού υποκλίθηκε στον νεκρό σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε στρατιωτικά τον Μίκη Θεοδωράκη. Σαν πιστός στρατιώτης που χαιρετά τον στρατηγό.
Ο στρατιωτικός χαιρετισμός  και το «O Captain,my Captain» της επιστολής είναι συνδεδεμένα, ότι ήταν και τα δύο μέρος ενός αστείου που συνήθιζαν να κάνουν μεταξύ τους. Ότι ο Σαββόπουλος όποτε έβλεπε τον Θεοδωράκη τον χαιρετούσε στρατιωτικά για να γελάσουνε. 

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ

 

Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση.