Όταν βρίσκομαι στην Κρήτη και φιλοξενώ φίλους, ένα από τα πρώτα
μέρη που τους πάω είναι ένα άγνωστο και σε πολλούς Κρητικούς μοναστήρι, που είναι και το μοναδικό
της επαρχίας Αποκορώνου, το Καρύδι.
Η τοποθεσία αλλά και η μοναδική εικόνα, τόσο των αναστηλωμένων
κτισμάτων του όσων και των ερειπίων του, προσφέρουν μια ιδιαίτερη αισθητική απόλαυση
στον επισκέπτη. Είναι γνήσιο δείγμα λαϊκής
αρχιτεκτονικής, στην οποία προέχει η
λειτουργικότητα μαζί με την απλότητα της κατασκευής, και αποδεικνύει τελικά πως
η ομορφιά ενός χώρου μπορεί να είναι αποτέλεσμα της δουλειάς με μεράκι μερικών
απλών μαστόρων.
Η μονή Αγίου Γεωργίου, όπως είναι η επίσημη ονομασία της, βρίσκεται
περίπου 2km ανατολικά του Βάμου και σε όλο το συγκρότημα των κτισμάτων, παρά το
ότι πολλά είναι ερειπωμένα, ξεχωρίζει το
τεράστιο ελαιουργείο της μονής με τις 12 καμάρες που στήριζαν την στέγη του.
Αυτό αποπερατώθηκε,
σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του, το 1863, επί ηγουμενίας Γρηγορίου Παπαδοπετράκη (1862-1866), ενώ η
κατασκευή του βασίστηκε πάνω σε σχέδια του Προηγούμενου Γεράσιμου Στρατηγάκη.
Οι 12 καμάρες (οι φωτογραφίες από τα 2 άκρα της αίθουσας), ήσαν
αναγκαίες για να κρατήσουν την στέγη του γιατί στην περιοχή δεν υπήρχαν μεγάλα
δέντρα με χοντρούς κορμούς οπότε η κατασκευή της στέγης γινόταν σύμφωνα με την
παρακάτω περιγραφή.
Αρχικά τοποθετούσαν ισχυρά ξύλινα δοκάρια, τα
"μεσοδόκια" (από κυπαρίσσι), σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, από πάνω
σταυρωτά μικρότερα δοκάρια, μετά πάλι σταυρωτά καλάμια ή μικρότερα ξύλα και
βούρλα.
Πάνω από αυτά άπλωναν δύο στρώματα απο χώμα.
Αρχικά ένα στρώμα λάσπης από πιθαρόχωμα ή χώμα λεπίδα (συμπαγής και
σκληρός άργιλος)
σε όλο το δώμα, το λεγόμενο ρόδωμα, και μετά
έστρωναν από πάνω χώμα λεπίδα.
Το δεύτερο αυτό στρώμα χώματος το χτυπούσαν με το "κόπανο" και
έσφιγγε με αποτέλεσμα να μήν αφήνει το νερό να περνάει.
Για να μην φυτρώνουν διάφορα χόρτα (αβουρλίτες κλπ) στο χώμα
σκόρπιζαν αραπάλατσο.(χοντρό αλάτι της θάλασσας)
Στο εσωτερικό του ελαιουργείου υπάρχουν τέσσερις ελαιόμυλοι
που δεν συναντώνται σε κανένα άλλο ελαιοτριβείο της Κρήτης.
Σήμερα υπάρχουν μόνο οι κτιστές βάσεις τους ενώ οι
μυλόπετρες έχουν αφαιρεθεί.
Οι ελαιόμυλοι ανήκαν στον τύπο με τις περισσότερες από μία μυλόπετρες
που τις κινούσαν ζώα όπως άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια ή βόδια.
Στον ανατολικό τοίχο βρίσκεται το τζάκι με τη μεγάλη
εξωτερική καπνοδόχο, που ήταν απαραίτητο στη διαδικασία παραγωγής του
ελαιόλαδου αλλά και για τη θέρμανση των εργαζομένων.
Στο πλάι της ανατολικής πλευράς του ελαιουργείου βρίσκεται ο
λαδομαγατζές, δηλαδή ο χώρος αποθήκευσης του λαδιού στον οποίο επίσης η
οροφή στηρίζεται με δύο καμάρες.
Με λαξευτή λιθοδομή είναι και οι δύο πόρτες του και ο χώρος
φωτιζόταν από δύο παράθυρα στα νότια, τέσσερα στα δυτικά και δύο στα ανατολικά.
Βόρεια του λαδομαγατζέ βρίσκεται άλλος ένας χώρος, ψηλότερος
από τους προηγούμενους, με δύο αντίθετης φοράς σκάλες που κατασκευάστηκε μεταγενέστερα και είχε
βοηθητική χρήση.
Κάτω από την αυλή μπροστά στο ελαιουργείο πρέπει να υπάρχει
δεξαμενή νερού που το μάζευαν σε αυτή από
τις στέγες και το έβγαζαν με το μαγκανοπήγαδο που υπάρχει στο μέσο της. Στο πίσω μέρος του υπάρχει σκαλισμένη, σε μονοκόμματη πέτρα, γούρνα
προφανώς για το πότισμα των ζωών.
Στους τοίχους των κτισμάτων της αυλής υπάρχουν οι χαρακτηριστικές πέτρες με τρύπα
για το δέσιμο των ζώων.
Η περιοχή ονομάστηκε Καρύδι προφανώς λόγω των δέντρων καρυδιάς
που υπήρχαν εκεί και πριν την ίδρυση του μοναστηριού, η περιοχή ήταν οικισμός
και φέουδο ενός Ενετού άρχοντα, του οποίου το σπίτι σώζεται ακόμη και τώρα
ανακαινίζεται μαζί με το όμορο ενετικό ελαιοτριβείο βάσει προγράμματος ΕΣΠΑ
(ΠΡΟΣΘΗΚΗ 19-2-2014 Σύμφωνα με μαρτυρία φίλου από τις Βρύσες, στα τέλη της 10ετιας του 40 και τα πρώτα χρόνια χρόνια της δεκαετίας του 50 θυμάται ότι το σπίτι αυτό ήταν μεταξουργείο. Η περιοχή είχε πολλές μουριές για τροφή για τους μεταξοσκώληκες.)
Σε αναφορά του μαθηματικού και αστρονόμου από το Ηράκλειο Francesco Barozzi το 1577, αναφέρεται για πρώτη
φορά ο οικισμός και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, από την οποία σήμερα σώζονται
μόνο ερείπια.
Όταν το 1645 κατέλαβαν οι Τούρκοι την περιοχή, ανάγκασαν τους κατοίκους είτε να
εγκαταλείψουν τον οικισμό, είτε να αλλαξοπιστήσουν, όπως τελικά έκαναν 4 από τις 10 οικογένειες που έμεναν εκεί.
Τον 19ο αιώνα ο παπάς του Αγίου Γεωργίου για να αποφύγει την
μετατροπή της εκκλησίας σε τζαμί και για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στους φόρους
που είχαν βάλει οι Τούρκοι στην εκκλησία και την περιουσία της , την παραχώρησε
στην πλούσια μονή της Αγίας
Τριάδας των Τζαγκαρόλων που βρίσκεται στο Ακρωτήρι.
Έτσι το Καρύδι γίνεται μετόχι της μονής αυτής, έρχονται
μοναχοί από εκεί κτίζουν τον σημερινό νέο και μεγαλύτερο ναό του Αγίου Γεωργίου το 1850-80
με "καντουνάδες" (μεγάλες πέτρες σαν αυτές στις παρακάτω φωτογραφίες), ενώ
ταυτόχρονα το μοναστήρι αναπτύσσεται με
αγορές και δωρεές εκτάσεων.
Το 1829 ο Τούρκος Διοικητής Κρήτης Μουσταφά Νατλή Πασάς
παραχώρησε ελευθερίες στους Χριστιανούς της Κρήτης. Έτσι το ίδιο έτος οι μοναχοί παίρνουν και την πρώτη άδεια εκμεταλλεύσεως του καρπού της ελιάς.
Το μετόχι κάποια
στιγμή έφτασε να έχει 3600 ρίζες ελιές
εκτός τα ζώα και τα αμπέλια. Παρήγαγε μάλιστα 25 χιλιάδες οκάδες λάδι, πολύ
περισσότερο και από το κεντρικό μοναστήρι, γεγονός που δικαιολογεί και το μέγεθος του ελαιουργείου.
Το 1900 εγκαταλείπει το μοναστήρι ο τελευταίος μοναχός και
το 1905 ένα μέρος της περιουσίας του άρχισε
να δίνεται σε «μετοχάρηδες», αγρότες δηλαδή της περιοχής, οι οποίοι την εκμεταλλεύονταν.
Η υπόλοιπη περιουσία της μονής παραχωρείται το 1922 στο Εφεδρικό Ταμείο και μοιράζεται σε έφεδρους
των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής εκστρατείας.
Ο οικισμός που υπήρχε στην περιοχή αναφέρεται για τελευταία φορά στην απογραφή
του 1928 με 31 κατοίκους.
Το μοναστήρι ερήμωσε και άρχισε να καταστρέφεται τα επόμενα
χρόνια αλλά ευτυχώς το 1989 το υπουργείο Πολιτισμού ξεκίνησε την αναστύλωση του.
Το 1996 η Μονή Αγίου
Γεωργίου Καρυδίου χαρακτηρίστηκε Μνημείο από την Ιερά Σύνοδο,
εγκαταστάθηκε και ένας μοναχός και έτσι ξαναλειτουργεί .
ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ: